τρωτός: Difference between revisions
ὦ δυσπάλαιστον γῆρας, ὡς μισῶ σ' ἔχων, μισῶ δ' ὅσοι χρῄζουσιν ἐκτείνειν βίον, βρωτοῖσι καὶ ποτοῖσι καὶ μαγεύμασι παρεκτρέποντες ὀχετὸν ὥστε μὴ θανεῖν: οὓς χρῆν, ἐπειδὰν μηδὲν ὠφελῶσι γῆν, θανόντας ἔρρειν κἀκποδὼν εἶναι νέοις → Old age, resistless foe, how do I loathe your presence! Them too I loathe, whoever desire to lengthen out the span of life, seeking to turn the tide of death aside by food and drink and magic spells; those whom death should take away to leave the young their place, when they no more can benefit the world
(Bailly1_5) |
mNo edit summary |
||
(21 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=trotos | |Transliteration C=trotos | ||
|Beta Code=trwto/s | |Beta Code=trwto/s | ||
|Definition=ή, όν, < | |Definition=τρωτή, τρωτόν, [[vulnerable]], Il.21.568, E.''Hel.''810, X.''An.''3.1.23, Eub.107.8, Phld.''Sign.''38; cf. τρωτός· παθητός (leg. [[πληκτός]]), [[Hesychius Lexicographus|Hsch.]]; τετρωτος (sic) = [[vulnerarius]], ''Glossaria''. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=ή, όν :<br />[[vulnérable]].<br />'''Étymologie:''' [[τιτρώσκω]]. | |||
}} | |||
{{elnl | |||
|elnltext=τρωτός -ή -όν [τιτρώσκω] [[kwetsbaar]]. | |||
}} | |||
{{pape | |||
|ptext=adj. verb. zu [[τιτρώσκω]], <i>[[verwundet]], [[verwundbar]], Il</i>. 21.568 und Folgde. | |||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''τρωτός:''' [[τιτρώσκω]] [[ранимый]], [[уязвимый]] ([[χρώς]] Hom.; [[δέμας]] Eur.; [[ἄνδρες]] Xen.). | |||
}} | |||
{{Autenrieth | |||
|auten=[[vulnerable]], Il. 21.568†. | |||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=-ή, -ό / [[τρωτός]], -ή, -όν, ΝΑ<br />αυτός που [[είναι]] δυνατόν να τραυματιστεί<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (<b>κατ' επέκτ.</b>) [[ευπαθής]], [[αδύναμος]]<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το τρωτό</i><br />[[ελάττωμα]], [[ψεγάδι]]<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> «τρωτό [[σημείο]]» — το αδύνατο [[σημείο]], η [[αχίλλειος]] [[πτέρνα]]<br /><b>αρχ.</b><br />πληγωμένος, [[τραυματίας]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>τρω</i>- του <i>τι</i>-<i>τρώ</i>-<i>σκω</i> <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>τος</i> τών ρηματ. επιθ.]. | |||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''τρωτός:''' -ή, -όν, ρημ. επίθ. του [[τιτρώσκω]], αυτός τον οποίο δύναται [[κάποιος]] να τραυματίσει, [[τρωτός]], [[ευπρόσβλητος]], σε Ομήρ. Ιλ., Αττ. | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''τρωτός''': -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ [[τρώω]], [[τιτρώσκω]], ὃν δύναταί τις νὰ τρώσῃ, ὁ ὑποκείμενος ἢ ἐκτεθειμένος εἰς τρῶσιν, τρωτὸς χρὼς ὀξέϊ χαλκῷ Ἰλ. Φ. 568· οὕτω σιδήρῳ τρωτὸν οὐκ ἔχει [[δέμας]]; Εὐρ. Ἑλ. 810· οἱ ἄνδρες τρωτοὶ [[μᾶλλον]] ἡμῶν Ξεν. Ἀνάβ. 3. 1, 23, Εὔβουλος ἐν «Σφιγγοκαρίωνι» 1. 8. 2) τετρωμένος, «πληγωμένος», Ἑνετικὰ Σχόλ. Ἰλ. Α. 102. | |lstext='''τρωτός''': -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ [[τρώω]], [[τιτρώσκω]], ὃν δύναταί τις νὰ τρώσῃ, ὁ ὑποκείμενος ἢ ἐκτεθειμένος εἰς τρῶσιν, τρωτὸς χρὼς ὀξέϊ χαλκῷ Ἰλ. Φ. 568· οὕτω σιδήρῳ τρωτὸν οὐκ ἔχει [[δέμας]]; Εὐρ. Ἑλ. 810· οἱ ἄνδρες τρωτοὶ [[μᾶλλον]] ἡμῶν Ξεν. Ἀνάβ. 3. 1, 23, Εὔβουλος ἐν «Σφιγγοκαρίωνι» 1. 8. 2) τετρωμένος, «πληγωμένος», Ἑνετικὰ Σχόλ. Ἰλ. Α. 102. | ||
}} | }} | ||
{{ | {{mdlsj | ||
| | |mdlsjtxt=[[τρωτός]], ή, όν verb. adj. of [[τιτρώσκω]]<br />to be wounded, [[vulnerable]], Il., Attic | ||
}} | |||
{{mantoulidis | |||
|mantxt=Ἀπό τό [[τιτρώσκω]], ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα. | |||
}} | |||
{{trml | |||
|trtx====[[vulnerable]]=== | |||
Arabic: عرضة, عُرْضَة لِلْجَرْح liljarḥ), هَشّ, ضَعِيْف; Armenian: խոցելի; Basque: zaurgarri; Belarusian: уразлі́вы; Bulgarian: уязвим; Catalan: vulnerable; Chinese Mandarin: 脆弱的, 敏感的, 易損的/易损的, 弱勢的/弱势的; Czech: zranitelný; Danish: sårbar; Dutch: [[kwetsbaar]]; Esperanto: vundebla; Faroese: viðbrekin; Finnish: haavoittuvainen, herkkä; French: [[vulnérable]]; Galician: vulnerable; Georgian: დაუცველი, მოწყვლადი; German: [[verletzlich]], [[verwundbar]], [[empfindlich]]; Greek: [[ευάλωτος]]; Ancient Greek: [[ἁλωτός]], [[βλαβερός]], [[τορητός]], [[τρωτός]]; Hebrew: פגיע; Hungarian: sebezhető, sérülékeny, veszélyeztetett, fenyegetett, támadható; Icelandic: særanlegur, viðkvæmur; Indonesian: rentan; Irish: soghonta; Italian: [[vulnerabile]]; Japanese: 傷つきやすい, 脆い, 弱い; Khmer: ដែលងាយធ្វើអោយឈឺចាប់; Korean: 약한; Latin: [[forabilis]]; Lithuanian: pažeidžiamas; Macedonian: ранлив; Manx: so-lhottey; Maori: pānekeneke; Norwegian Bokmål: sårbar; Persian: آسیبپذیر; Polish: wrażliwy, bezbronny; Portuguese: [[vulnerável]]; Romanian: vulnerabil; Russian: [[уязвимый]], [[ранимый]]; Serbo-Croatian: рањив, rànjiv; Sicilian: vurniràbbili; Slovak: zraniteľný; Slovene: ranljiv; Sorbian Lower Sorbian: zranjobny; Spanish: [[vulnerable]]; Swedish: sårbar, utsatt; Ukrainian: уразливий, уразливий; Vietnamese: dễ tổn thương | |||
}} | }} |
Latest revision as of 23:44, 4 November 2023
English (LSJ)
τρωτή, τρωτόν, vulnerable, Il.21.568, E.Hel.810, X.An.3.1.23, Eub.107.8, Phld.Sign.38; cf. τρωτός· παθητός (leg. πληκτός), Hsch.; τετρωτος (sic) = vulnerarius, Glossaria.
French (Bailly abrégé)
ή, όν :
vulnérable.
Étymologie: τιτρώσκω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
τρωτός -ή -όν [τιτρώσκω] kwetsbaar.
German (Pape)
adj. verb. zu τιτρώσκω, verwundet, verwundbar, Il. 21.568 und Folgde.
Russian (Dvoretsky)
τρωτός: τιτρώσκω ранимый, уязвимый (χρώς Hom.; δέμας Eur.; ἄνδρες Xen.).
English (Autenrieth)
vulnerable, Il. 21.568†.
Greek Monolingual
-ή, -ό / τρωτός, -ή, -όν, ΝΑ
αυτός που είναι δυνατόν να τραυματιστεί
νεοελλ.
1. (κατ' επέκτ.) ευπαθής, αδύναμος
2. το ουδ. ως ουσ. το τρωτό
ελάττωμα, ψεγάδι
3. φρ. «τρωτό σημείο» — το αδύνατο σημείο, η αχίλλειος πτέρνα
αρχ.
πληγωμένος, τραυματίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τρω- του τι-τρώ-σκω + κατάλ. -τος τών ρηματ. επιθ.].
Greek Monotonic
τρωτός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του τιτρώσκω, αυτός τον οποίο δύναται κάποιος να τραυματίσει, τρωτός, ευπρόσβλητος, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.
Greek (Liddell-Scott)
τρωτός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ τρώω, τιτρώσκω, ὃν δύναταί τις νὰ τρώσῃ, ὁ ὑποκείμενος ἢ ἐκτεθειμένος εἰς τρῶσιν, τρωτὸς χρὼς ὀξέϊ χαλκῷ Ἰλ. Φ. 568· οὕτω σιδήρῳ τρωτὸν οὐκ ἔχει δέμας; Εὐρ. Ἑλ. 810· οἱ ἄνδρες τρωτοὶ μᾶλλον ἡμῶν Ξεν. Ἀνάβ. 3. 1, 23, Εὔβουλος ἐν «Σφιγγοκαρίωνι» 1. 8. 2) τετρωμένος, «πληγωμένος», Ἑνετικὰ Σχόλ. Ἰλ. Α. 102.
Middle Liddell
τρωτός, ή, όν verb. adj. of τιτρώσκω
to be wounded, vulnerable, Il., Attic
Mantoulidis Etymological
Ἀπό τό τιτρώσκω, ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.
Translations
vulnerable
Arabic: عرضة, عُرْضَة لِلْجَرْح liljarḥ), هَشّ, ضَعِيْف; Armenian: խոցելի; Basque: zaurgarri; Belarusian: уразлі́вы; Bulgarian: уязвим; Catalan: vulnerable; Chinese Mandarin: 脆弱的, 敏感的, 易損的/易损的, 弱勢的/弱势的; Czech: zranitelný; Danish: sårbar; Dutch: kwetsbaar; Esperanto: vundebla; Faroese: viðbrekin; Finnish: haavoittuvainen, herkkä; French: vulnérable; Galician: vulnerable; Georgian: დაუცველი, მოწყვლადი; German: verletzlich, verwundbar, empfindlich; Greek: ευάλωτος; Ancient Greek: ἁλωτός, βλαβερός, τορητός, τρωτός; Hebrew: פגיע; Hungarian: sebezhető, sérülékeny, veszélyeztetett, fenyegetett, támadható; Icelandic: særanlegur, viðkvæmur; Indonesian: rentan; Irish: soghonta; Italian: vulnerabile; Japanese: 傷つきやすい, 脆い, 弱い; Khmer: ដែលងាយធ្វើអោយឈឺចាប់; Korean: 약한; Latin: forabilis; Lithuanian: pažeidžiamas; Macedonian: ранлив; Manx: so-lhottey; Maori: pānekeneke; Norwegian Bokmål: sårbar; Persian: آسیبپذیر; Polish: wrażliwy, bezbronny; Portuguese: vulnerável; Romanian: vulnerabil; Russian: уязвимый, ранимый; Serbo-Croatian: рањив, rànjiv; Sicilian: vurniràbbili; Slovak: zraniteľný; Slovene: ranljiv; Sorbian Lower Sorbian: zranjobny; Spanish: vulnerable; Swedish: sårbar, utsatt; Ukrainian: уразливий, уразливий; Vietnamese: dễ tổn thương