Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: αἴθουσα Medium diacritics: αἴθουσα Low diacritics: αίθουσα Capitals: ΑΙΘΟΥΣΑ
Transliteration A: aíthousa Transliteration B: aithousa Transliteration C: aithousa Beta Code: ai)/qousa

English (LSJ)

(sc. στοά), ἡ, properly part. of αἴθω (q.v.), in the Homeric house,

   A portico, verandah, to catch the sun, δόμον… ξεστῇς αἰθούσῃσι τετυγμένον Il.6.243, cf. 20.11, A.R.3.39, 237: in Od. esp. of a loggia leading from αὐλή to πρόδομος, 3.399, al.; αἰ. ἐρίδουπος, echoing to the tramp of horses, 15.146.    2 = κώνειον, Ps.-Dsc.4.78. (αἴθουσσα Hdn.Gr.2.919, v.l. in Hom., which may point to αἰθοῦσσα = αἰθόεσσα.)

Greek (Liddell-Scott)

αἴθουσα: (δηλ. στοά), ἡ, ἐν τῇ Ὁμήρ. οἰκίᾳ = ἡ ἔσωθεν τῆς εἰσόδου ἐπὶ τῆς αὐλῆς στοά, ἀνοικτὴ πρὸς τὰ ἐμπρός, ἑκατέρωθεν τοῦ προθύρου, ἐστραμμένη πρὸς ἀνατολὰς ἢ μεσημβρίαν ἵνα ᾖ ἐκτεθειμένη εἰς τὸν ἥλιον, ὁπόθεν καὶ τὸ ὄνομα (ἐπειδὴλέξις ἦτο κατ’ ἀρχὰς μετοχὴ τοῦ αἴθω) δόμον ... ξεστῇς αἰθούσῃσι τετυγμένον, Ἰλ. Ζ. 243· πρβλ. Υ. 11. Ὁ Ὅμ. παριστᾷ αὐτὴν ὡς τὸ μέρος ἔνθα ἐκοιμῶντο οἱ ξένοι ὁδοιπόροι, οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀπέλθωσιν ἐνωρὶς τὴν πρωΐαν, Ὀδ. Γ. 399: ἐν Ὀδ. Δ. 302 λέγει τὸ αὐτὸ περὶ τοῦ προδόμου, πιθανῶς ὡς ἐγκλείοντος τὴν αἴθουσαν.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
s.e. στοά;
portique ou galerie sur la cour, touj. exposée au soleil (d’où son nom).
Étymologie: αἴθω.

English (Autenrieth)

portico, corridor. We distinguish two αἴθουσαι, an outer and an inner, see plate III. at end of vol ume.—(1) the outer (αἰθ. αὐλῆς, Od. 21.390, ν 1, Od. 22.449), on either side of the vestibule, entering the court.—(2) the inner (αἰθ. δώματος), leading from the court into the house; this one served as a sleeping-place for guests (Od. 3.399, Od. 4.297), and was roofed.

Greek Monotonic

αἴθουσα: (ενν. στοά), αποτελούσε αρχικά μτχ. του αἴθω, · στην ομηρική οικία, η στοά που βρισκόταν μέσα από την είσοδο επί της αυλής και ήταν ανοικτή προς τα εμπρός, στραμμένη προς τα ανατολικά ή νότια για να είναι εκτεθειμένη στον ήλιο, απ' όπου και το όνομα. Ο Όμηρος την παριστάνει ως το μέρος όπου διανυκτέρευαν οι ξένοι, οι οδοιπόροι, οι ταξιδιώτες, οι οποίοι επιθυμούσαν να αποχωρήσουν νωρίς το πρωί, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

αἴθουσα: ἡ тж. pl. (sc. στοά) открытая галерея или терраса Hom.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: portico (Il.). Also a plant, s. s.v. αἴθω.
Other forms: αἴθουσσα Hdn. Gr. 2, 919
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Generally explained as ptc. of αἴθω, as glowing, where the sun burns or where one can kindle fire, which is hardly a convincing meaning. Rather with Fur. 197 n. 54 as technical building term a substr. word, cf. the form with -σσ-; also the form αἰδῶσσα confirms this; it can hardly be a mistake for αἴθουσα, which would imply three mistakes, and it has also -σσ-.

Middle Liddell

[sc. στοά, αἴθουσα being partic. of αἴθω
in the Homeric house, the corridor, open in front like a verandah, looking E. or S. to catch the sun, whence the name; the sleeping place of travellers, Od.