Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γόνος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γόνος Medium diacritics: γόνος Low diacritics: γόνος Capitals: ΓΟΝΟΣ
Transliteration A: gónos Transliteration B: gonos Transliteration C: gonos Beta Code: go/nos

English (LSJ)

ὁ, and (in signf.1), ἡ, E.IA793: late Ion. γοῦνος Aret.CD2.5: —

   A that which is begotten, child, Il.5.635, 6.191; offspring, 20.409, Hes. Th.919, etc.; ἄπαις ἔρσενος γόνου Hdt.1.109; πρεσβύτατος παντὸς τοῦ γ. Id.7.2; αὐτὸν καὶ γόνον Schwyzer 415 (Elis); ὁ Πηλέως γ. his son, S.Ph.333, cf. 366,416, etc.; of animals, γ. ὀρταλίχων Id.Fr.793; of fish, roe, Hegem.1, Archestr.Fr.9; of bees, Arist.HA554a18.    2 product, of plants, γ. ἀμπέλου Anacreont.54.7; γ. πλουτόχθων, of the silver mines at Laureion, A.Eu.946 (lyr.); τοῦ φόρου τὸν γ. Ar.V.1116 codd.    3 ἐς ἔρσενα γόνον to any of the male sex, Hdt.6.135.    II race, stock, descent, οὔ πώ τις ἑὸν γ. αὐτὸς ἀνέγνω Od.1.216, cf. 11.234.    III begetting, procreation, A.Supp.172 (lyr.); γόνῳ πατήρ, opp. ποιητός, Lys.13.91; γόνῳ γεγονώς D.44.49; γ. υἱός Men.Sam. 131, D.C.40.51, cf.IG3.1445,al.    2 of plants, bearing, Thphr.CP3.15.3.    IV seed, Hp.Genit.7, Arist.GA748a22, LXX Le.15.3; σπέρμα καὶ γ. Ti.Locr.100b, cf. Gal.19.450.    2 genitals, Hp.Liqu. 2.    V γ. Ἑρμοῦ, = βούφθαλμος, Ps.-Dsc.3.139.

German (Pape)

[Seite 502] ὁ, Nebenform von γονή, Wurzel γεν, von Hom. an in mehreren Abstufungen der Bedeutung, vgl. Apollon. Lex. Homer. p. 55, 16: 1) Geburt, Abstammung, Odyss. 1, 216. 11, 234. 19, 166; Stamm, Her. 7, 2; ἄῤῥην 6, 135. – 2) das Erzeugte, Nachkommenschaft; ein Kind, Iliad. 6, 191. 5, 635. 13, 449 Odyss. 2, 274; mehrere Kinder, Iliad. 20, 409 οὕνεκά οἱ μετὰ παισὶ (v. l. πᾶσι) νεώτατος ἔσκε γόνοιο, wo sich aber γόνοιο auch als Homerischer genit. fassen läßt, νεώτατος γόνοιο = der Jüngste in Bezug auf die Geburt, das Lebensalter; Her. 7, 2 πρεσβύτατος παντὸς τοῦ γόνου; ἄπαις ἔρσενος γόνου 1, 109; vgl. Hes. Th. 919; Aesch. Ch. 252, u. sonst bei Tragg., auch Pind.; ἡ γόνος Eur. I. A. 894. – Auch = Junge, von Thieren; Od. 12, 130 ἑπτὰ βοῶν ἀγέλαι, τόσα δ' οἰῶν πώεα καλά, πεντήκοντα δ' ἕκαστα. γόνος δ' οὐ γίγνεται αὐτῶν, οὐδέ ποτε φθινύθουσι, wo sich aber γόνος auch als Abstractum auffassen läßt, = Zeugung, Geburt; wie denn überhaupt die Abschattungen der Bedeutung bei Hom. wenigstens gewiß nicht strenge geschieden sind. Oefter von Thieren bei Arist. H. A.; von Fischen, Archestr. Ath. VII, 285 b; ἀμπέλου Anacr. – 3) Erzeugung, Aesch. Suppl. 163; Tim. Locr. 100 a; γόνῳ πατὴρ ὤν Is. 2, 18; ὁ γόνῳ γεγονώς, leiblicher Sohn, als Erkl. von γνήσιος, Dem. 44, 49. – 4) der männliche Saame, Arist.; Hippocr., der es auch für Zeugungsglied braucht. Vgl. auch γουνός.

Greek (Liddell-Scott)

γόνος: ὁ καὶ (ἐν σημασ. Ι) ἡ, Εὐρ. Ι. Α. 794· Ἰων. γοῦνος, Ἀρεταῖ. π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 5 (γενέσθαι)·― ὡς τὸ γονή, τὸ γεννώμενον ἢ γεννηθὲν τέκνον, Ἰλ. Ε. 635., Ζ. 191· Υ. 409, Ἡσ. Θ. 919, καὶ Ἀττ.· ἄπαις ἔρσενος γόνου Ἡρόδ. 1. 109, πρβλ. 7. 2· ὁ Πηλέως γ., ὁ υἱὸς τοῦ Π., Σοφ. Φ. 333, πρβλ. 366, 416, κτλ.· ἐπὶ ζῴων, ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 962· ἐπὶ ἰχθύων, ἡ «γαλατσίδα» ἢ τὰ ᾠὰ αὐτῶν, τὸ «χαβιάρι», Ἡγήμ. παρ’ Ἀθην. 108C. 2) πᾶσα παραγωγή· ἐπὶ φυτῶν, γόνος ἀμπέλου Ἀνακρεοντ. 58. 7· γόνος γᾶς πλουτόχθων, ἐπὶ τῶν ἀργυρείων τοῦ Λαυρείου, Αἰσχύλ. Εὐμ. 946· τοῦ φόρου τὸν γ. Ἀριστοφ. Σφηξ. 1116. 3) ἐς ἔρσενα γόνον, εἴς τινα τῶν ἀρρένων, Ἡρόδ. 6. 135. ΙΙ. ὡς τὸ γένος, τὸ γένος τινός, ἡ οἰκογένεια, ἡ καταγωγή, Ὀδ. Α. 216, Λ. 234· γόνῳ, ἐξ αἵματος, δι’ αἵματος, διὰ συγγενείας, Συλλ. Ἐπιγρ. 606a, 643, 654. ΙΙΙ. γέννησις, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 172· γόνῳ πατήρ, κατ’ ἀντίθ. πρὸς τὸ ποιητός, Λυσ. 138. 30, πρβλ. Δημ. 1090. 6 κἑξ. ΙV. γονή ΙΙ, Ἱππ. 232. 29, Ἀριστ. π. Ζ. Γ. 2. 8, 14· ἐπὶ τοῦ ᾠοῦ τῶν ἐντόμων, ὁ αὐτ. Ἱστ. Ζ. 5. 22, 3 κ. ἀλλ. 2) τὸ ἀνδρικὸν αἰδοῖον, Ἱππ. 426. 15.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
I. 1 action d’engendrer, génération, procréation;
2 semence génitale;
3 parents, ancêtres;
II. ce qui est engendré :
1 enfant, fils (avec l’art. ἡ, fille) : Διὸς γόνος IL, θεοῦ IL enfant de Zeus, d’un dieu ; collectiv.γόνος, les enfants : πρεσβύτατος παντὸς τοῦ γόνου HDT le plus âgé de tous les enfants ; νεώτατος γόνοιο IL le plus jeune des enfants ; ἄπαις ἔρσενος γόνου HDT sans enfants mâles;
2 sexe;
3 origine, naissance.
Étymologie: R. Γεν ; cf. γονή.

English (Autenrieth)

ὁ: birth, origin; then offspring (son), young, Od. 4.12, Il. 6.191, Od. 12.130.

English (Slater)

γόνος (γόνον: nom. contra metr. (O. 9.76) )
   1 offsping only
   a son of gods and heroes. κλέπτοισα θεοῖο γόνον Iamos (O. 6.36) [Θέτιοςγόνος codd. contra met. (O. 9.76) ] τέκεν γόνον ὑπερφίαλον· Κένταυρον (P. 2.42) Χίρωνα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου (P. 3.4) ἐξαίρετον γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν Jason (P. 4.123) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν Achilles (N. 3.57) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν (Ahlwardt: γόνον ἄν. πατ. codd.) (I. 8.33) τᾶςκράτιστος ἐράσσατο μιχθεὶς τοξοφόρον τελέσαι γόνον[ Apollo Πα. 7B. 52. γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμειᾶν Dionysos fr. 75. 11.
   b collectively, offspring race ἄτερ δεὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον (O. 9.45)

Spanish (DGE)

-ου, ὁ

• Alolema(s): jón. tard. γοῦνος Aret.SD 2.5.1

• Morfología: [fem. ἡ γ. E.IA 793; jón. ép. gen. -οιο Il.20.409]
A como resultado de la procreación
I de pers.
1 descendencia, prole, familia en primer grado, impersonal e indiferente al sexo οὔ τι θεοὶ γόνον ἐξετέλειον ἐξ ἐμεῦ Il.9.493, οἱ μετὰ παισὶ νεώτατος ἔσκε γόνοιο entre sus hijos era el más joven de la prole, Il.l.c., cf. Hdt.7.2, ῥεῖα δ' ἀρίγνωτος γόνος ἀνέρος fácilmente se reconoce la prole de un hombre, Od.4.207, ἑκάστη (de las heroínas) ὃν γόνον ἐξαγόρευεν Od.11.234, ὃν γόνον ... ἀνέηκε μέγας Κρόνος Hes.Th.495, cf. h.Ven.104, Pi.N.3.57
c. gen. del padre (dios o héroe) Λητὼ δ' Ἀπόλλωνα καὶ Ἄρτεμιν ... γόνον ... γείνατ' ... Διός Leto parió a Apolo y Ártemis como prole de Zeus Hes.Th.919, cf. A.Ch.253, Supp.310, τοὺς Ἡρακλείους ... γόνους los Heraclidas E.Heracl.817, cf. Fr.525.5, ἄπαις ἔρσενος γόνου Hdt.1.109, ὁ καινὸς γ. E.Io 1202, ὁ μαντευτὸς γ. E.Io 1209, cf. Call.Fr.735, ἐμοὶ γόνον οὐκ ἔδωκεν ἡ φύσις D.C.69.20.2
de proles extraordinarias κτισσάσθαν λίθινον γόνον de Deucalión y Pirra, Pi.O.9.45
fig. de los seguidores de una doctrina γόνοι ... πνευματικοί hijos espirituales ref. los maniqueos, Manes 63.10.
2 individualizado criatura, hijo pred. o en aposición y frec. c. gen. del padre ψευδόμενοι δέ σέ φασι Διὸς γόνον ... εἶναι Il.5.635, cf. 13.449, Od.18.218, τέκεν γόνον ὑπερφίαλον ... Κένταυρον Pi.P.2.42, cf. 3.4, 4.123, I.8.33, ὁ ... Ζηνὸς αὐδηθεὶς γ. S.Tr.1106, cf. Ph.425, Χαλάδριον ɛ̄μεν αὐτὸν καὶ γόνον IO 11 (V a.C.), cf. TAM 700.7 (Termeso II/III d.C.), τυτθὸς παρέην γόνος Call.SHell.288.42
def. sólo por el gen. casi como apellido Ὀδυσσῆος φθῖσαι γόνον de Telémaco Od.4.741, cf. 11.436, Il.6.191, ἄνδρα Διὸς γόνον h.Merc.526, cf. h.Hom.19.1, θεοῖο γ. Pi.O.6.36, Πηλέως γ. A.Fr.132c.2, S.Ph.333, cf. 366, 416, OC 549, Ant.574, 1018, E.Andr.971, δίμορφον ὤλεσεν Μίνω γόνον mató a la dimorfa criatura de Minos, e.d., al Minotauro, E.Fr.Phot.34
c. gen. de la madre Ἀχιλλεύς ἐστι θεᾶς γ. Il.24.59, cf. S.OC 1322, Ai.1303, E.Alc.1006, Tr.805, Ar.Th.118
o de ambos εἰ δ' οὐ κείνου γ' ἐσσὶ γ. καὶ Πηνελοπείης Od.2.274, cf. Pi.Fr.75.11
c. adj. pos. ἐμὸς ὅδε γ. E.HF 1190, σὸς γ. E.Tr.597, τὸν ἑὸν γόνον Orac.Sib.12.204.
II de anim.
1 descendencia, cría γ. δ' οὐ γίγνεται αὐτῶν del ganado del Sol Od.12.130, γ. ὀρταλίχων S.Fr.793.3, del cocodrilo, Eub.106.11, 13
de abejas cría, puesta Arist.GA 759a12, 15, HA 554a18, 22, 24.
2 ict. cría, alevín ὁ γ. τῶν τριγλῶν Arist.HA 543a6, cf. 569b22, 598b9
bocarta, morralla Ath.285b, 325b, Archestr.SHell.140.2, ἀπὸ τηγάνου γόνον Ath.108c
hueva Hegem.Phil.1.
III de cosas y abstr.
1 producto, fruto ἀμπέλου Anacreont.56.7, Manes 42.3, de metales preciosos γ. πλουτόχθων A.Eu.947.
2 fig. producción, ingreso τοῦ φόρου τὸν γόνον los ingresos que proporcionan los tributos Ar.V.1116 (cód.).
B del principio generador
I 1semen, esperma en teorías pangenéticas concebido como un humor constitutivo del cuerpo ὁ γὰρ γ. πανταχόθεν ἔρχεται τοῦ σώματος Hp.Aër.14, cf. Morb.Sacr.2, Epid.6.8.11, τοῦ γόνου ξύμπηξις Hp.Aër.19, δύνανται ἔτι ξυναρπάζειν αἱ μῆτραι τὸν γόνον Hp.Aër.21
segregado por el hombre y la mujer ὅταν μὲν ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ μέρους τῆς μήτρας ὁ γόνος ἀποκριθῇ Placit.5.11.2 (= Parm.A 54), cf. Placit.5.11.1 (= Emp.A 81), Hp.Genit.7, Nat.Puer.18.5, Ti.Locr.100a, LXX Le.15.3, Aret.SD 2.5.1, Diog.Oen.33.7.6, Apollod.2.7.6, 3.14.6, Gal.19.450
de anim. mamíferos, Arist.GA 748a22, de un centauro, Call.Fr.551.
2 órgano genital γ. ὁ γυμνός el órgano genital externo Hp.Liqu.2.
3 principio fecundador que se consideraba existía en las aguas del Nilo PMich.617.15, cf. 14 (II d.C.), PWisc.34.15 (II d.C.) en BL 6.73.
II bot. simiente, semilla para denominar varias plantas, c. gen. ref. a dioses y anim.: γ. αἰλούρου semilla de gato, buglosa Anchusa azurea Mill., Ps.Dsc.4.127, Ps.Apul.Herb.41.12, γ. Ἀπόλλωνος semilla de Apolo planta del género Melissa, Calamintha, Ps.Apul.Herb.91.10, γ. Ὥρου semilla de Horus otro n. del calamento Ps.Dsc.3.35, pero tb. del marrubio, Marrubium vulgare L., Ps.Dsc.3.105, Ps.Apul.Herb.45.29, γ. Ἄρεως semilla de Ares especie del género Euphorbia, lechetrezna, tártago Ps.Apul.Herb.109.17, γ. Ἑρμοῦ, γ. ἄφθιτος semilla de Hermes, semilla inmortal otros n. del antimaño o bien de la manzanilla loca Ps.Dsc.3.139, γ. ἥρωος semilla de héroe, centinodia, Polygonum aviculare L., Ps.Dsc.4.4, Ps.Apul.Herb.18.27, γ. Ἡφαίστου semilla de Hefesto, ajenjo moruno, Artemisia arborescens L., Ps.Apul.Herb.10.17, γ. κυνοκεφάλου otro n. de ἄνηθον eneldo Ps.Dsc.3.58, γ. σκορπίου semilla de escorpión, heliotropo, Heliotropum europaeum L., Ps.Apul.Herb.49.9, γ. σκορπίου otro n. de σιδηρῖτις pimpinela menor, Sanguisorba minor Scop., Ps.Dsc.4.33, γ. Τύφωνος otro n. de μανδραγόρα ἄρρεν mandrágora macho, Mandragoras officinarum L., Ps.Dsc.4.75.
C rel. la generación u origen
I de pers. y dioses
1 filiación, origen οὐ γὰρ πώ τις ἑὸν γόνον αὐτὸς ἀνέγνω pues ninguno de por sí sabe su verdadera filiación, Od.1.216.
2 nacimiento Δῆλος μὲν μάλα χαῖρε γόνῳ ἑκάτοιο ἄνακτος mucho se alegraba Delos con el nacimiento del señor flechador, h.Ap.90.
3 procreación, generación esp. en dat. τὸν αὐτός ποτ' ἔκτισεν γόνῳ el hijo que él mismo engendró A.Supp.172
en lit. jur. γόνῳ del padre o hijo por naturaleza op. ‘por adopción’, Lys.13.91, Is.2.18, 3.59, 61, D.44.25, 34, 49, Men.Sam.346, D.C.40.51.3, IG 22.4513.2 (II d.C.).
II de anim. y plantas fecundación ἐὰν γόνῳ γένηται de un huevo si ha sido fecundado Arist.HA 559a16
fructificación, granazón de plantas, Thphr.CP 3.15.3.

Greek Monolingual

ο (AM γόνος, ο, Α και γοῡνος, ο και γόνος, η)
1. παιδί, τέκνο
2. σπέρμα, σπόρος
3. γενιά, οικογένεια
4. (για ψάρια) το σπερματικό έκκριμα τών αρσενικών και τα αβγά τών θηλυκών
5. τα ψάρια αμέσως μετά την εκκόλαψη τους
6. τα αβγά και οι προνυμφικές μορφές διαφόρων ζώων, Εντόμων, μελισσών κ.λπ.
7. η γύρη τών λουλουδιών
αρχ.
1. οι καρποί τών φυτών
2. η τεκνοποίηση
3. τα γεννητικά όργανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < gon-, ετεροιωμένη βαθμίδα του IE gen- «γεννώ»].

Greek Monotonic

γόνος: ὁ και ἡ (γί-γνομαι),
I. 1. όπως το γονή, αυτό που γεννιέται ή γεννήθηκε, απόγονος, τέκνο, παιδί, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· ὁ Πηλέως γόνος, ο γιος του Πηλέα, σε Σοφ.·
2. κάθε είδους προϊόν· λέγεται για τα ορυχεία αργύρου στο Λαύριο, σε Αισχύλ.· επίσης για την εισφορά, σε Αριστοφ.
3. ἐς ἔρσενα γόνον, σε κάποιον από τους άρρενες, σε Ηρόδ.
II. όπως το γένος, η γενιά, η οικογένεια, η καταγωγή, η φυλή κάποιου, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

γόνος: ὁ редко ἡ
1) рождение, произведение на свет: γόνῳ Lys. и γόνῳ γεγονώς Dem. по рождению, природный, кровный; γόνῳ κτίσαι τινά Aesch. произвести на свет кого-л.;
2) семенная жидкость, семя (σπέρμα καὶ γ. Plat.; τὸν γόνον ἐξουρεῖν Arst.);
3) отпрыск, дитя (Διός Hom.; Πηλέως Soph.);
4) собир. потомство, дети (νεώτατος γόνοιο Hom.; φιτύειν γόνον Aesch.): ἄπαις ἔρσενος γόνου Her. не имеющий мужского потомства;
5) собир. детеныши (οἰῶν Hom.);
6) (у животных) яички (τῶν μελιττῶν Arst.; κανθάρου Plut.) или икра (ἰχθύων Arst.);
7) родословная (γόνον τινὸς ἐξαγορεύειν Hom.);
8) биол. пол (ἔρσην γ. Her.);
9) произведение, плод (ἀμπέλου Anacr.): γ. πλουτόχθων Aesch. богатства земных недр.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γόνος -ου, ὁ en ἡ, Ion. later γοῦνος γίγνομαι
1. nageslacht, kind:; ἄπαις ἔρσενος γόνου zonder mannelijk nageslacht Hdt. 1.109.3; πρεσβύτατος παντὸς τοῦ γόνου de oudste van al zijn zonen Hdt. 7.2.3; f..; τὰν κύκνου... γόνον de dochter van de zwaan Eur. IA 793; ook van vrucht van planten; uitbr..; τὰ ἐς ἔρσενα γόνον ἄρρητα wat voor het mannelijk geslacht verboden is Hdt. 6.135.2; afkomst, geboorte :. οὔ... πώ τις ἑὸν γόνον αὐτὸς ἀπέγνω nog nooit heeft iemand zelf zijn afkomst kunnen vaststellen Od. 1.216.
2. verwekking :. τὸν αὐτός ποτ ’ ἔκτισεν γόνῳ (het kind) dat hij zelf ooit heeft verwekt Aeschl. Suppl. 172; γόνῳ υἱός zoon door natuurlijke verwekking (tegenover door adoptie) Men. Sam. 346.
3. concr. sperma ; Hp. ; geslachtsdelen, genitaliën. Hp.

Middle Liddell

γίγνομαι
I. like γονή, that which is begotten, offspring, a child, Il., Hdt.; ὁ Πηλέως γ. his son, Soph.
2. any product, of the silver mines at Laureion, Aesch.; of tribute, Ar.
3. ἐς ἔρσενα γόνον to any of the male sex, Hdt.
II. like γένος, one's race, stock, descent, Od.