Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δηϊόω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δηϊόω Medium diacritics: δηϊόω Low diacritics: δηϊόω Capitals: ΔΗΪΟΩ
Transliteration A: dēïóō Transliteration B: dēioō Transliteration C: diioo Beta Code: dhi+o/w

English (LSJ)

Ep.opt.

   A δηϊόψεν Od.4.226, part. δηϊόων Il.17.566; Att.pres. δῃῶ, δῃοῦμεν, -οῦτε, X.Cyr.3.3.18, Ar.Lys.1146, part. δῃῶν Il.17.65: impf. ἐδῄουν Th.1.65, X.Cyr.5.4.23, ἐδηΐουν Hdt.8.33,50 (ἐδῄευν v.l. in 5.89); Ep. δῄουν Il.11.71, al., δηϊάασκον (as if from δηϊάω) A.R. 2.142: fut. δῃώσω Il.9.243, etc.: aor. ἐδῄωσα Th.1.114, subj. δῃώσῃ, -ωσιν, Il.16.650, 4.416, part. δῃώσας 8.534, al., Ion. δηϊώσας Hdt.6.135: pf. δεδῄωκα Rh.8.193 W. (Sopat.):—Med., fut. δῃώσεσθαι (in pass. sense) A.R.2.117: aor.1 δῃώσασθαι v.l. in J.BJ2.13.2, cf. Q.S.5.567, Opp.H.5.350:—Pass., aor. ἐδηϊώθην Hdt.7.133, δῃωθείς Il.4.417: pf., Hsch., part. δεδῃωμένος Luc.DMort.10.11.—Hom. has δῃ-, when <*> is folld. by a long syll.: A.R. forms impf. ἐδήϊον (as if from δηΐω) 3.1374, said by Sch. to be taken from Eumel. (Fr.9), cf. δῄειν· πολεμεῖν, φονεύειν, Hsch. (δῃεῖν cod.), Cyr., δηίων· διακόπτων, Hsch., Cyr.: this is perh. a difft. Verb, and δήϊον, δῄων might be read in Hom.:— cut down, slay, χαλκῷ δηϊόων Il.17.566, etc.; ἔγχεϊ δηϊόων περὶ Πατρόκλοιο θανόντος slaying [men]... 18.195: abs., δῄουν were slaying, 16.771; δηϊόωντο were being slain, 13.675; Ἕκτορα δῃώσαντε 22.218; Κικόνων ὕπο δῃωθέντες Od.9.66.    2 rend, tear, cleave, δῄουν… βοείας ἀσπίδας were cleaving shields, Il.5.452, etc.; of a spear, cut asunder, 14.518; of savage beasts, ἔγκατα πάντα λαφύσσει δῃῶν 17.65, cf. 16.158; τὸν πώγωνα δεδῃωμένος having had his beard cut off, Luc.DMort.10.11.    II after Hom., waste, ravage a country, Sol.13.21, Hdt.5.89, 7.133, etc.; δ. χώραν Ar.Lys.1146, Th.1.81, etc.; ἄστυ δῃώσειν πυρί S.OC1319.

Greek (Liddell-Scott)

δηϊόω: Ἐπ. εὐκτ. δηϊόῳεν Ὀδ. Δ. 226, μετοχ. δηϊόων Ἰλ.· Ἀττ. ἐνεστ. δῃῶ, δῃοῦμεν, -οῦτε Ξεν. Κύρ. 3. 3, 18, Ἀριστοφ. Λυσ. 1146· μετοχ. δῃῶν ἔτι καὶ ἐν Ἰλ. Ρ. 65· παρατ. ἐδῄουν Θουκ. 1. 65, Ξεν., ἐδηίουν Ἡρόδ. 8. 33, 50 (ἐδῄευν 5. 89)· Ἐπ. δῄουν Ἰλ. Λ. 71· μέλλ. δῃώσω Ἰλ., Ἀττ.· ἀόρ. ἐδῄωσα Θουκ., ὑποτακτ. δῃώσῃ, -ωσιν Ἰλ., μετοχ. δῃώσας Ἰλ., Ἰων. δηϊώσας Ἡρόδ., Δωρ. δᾳώσας Συλλ. Ἐπιγρ. 175· πρκμ. δεδῄωκα Walz Ρήτ. 8. 193.― Μέσ., μέλλ. (μετὰ παθ. σημ.) Ἀπολλ. Ροδ. Β. 117· ἀόρ. α΄ δῃώσασθαι Κόϊντ. Σμ. 5. 567, πρβλ. 374.― Παθ., ἀόρ. ἐδηϊώθην Ἡρόδ. 7. 133, δῃωθεὶς Ὅμ.· πρκμ. δεδῃωμένος Λουκ. Νεκρ. Διαλόγ. 10. 11.― Ὁ Ὅμ. συναιρεῖ τὸ ῥῆμα τοῦτο ὅπου μετὰ τὸ ι ὑπάρχει συλλαβὴ μακρά· οἱ τύποι δηϊόῳεν, δηϊόων, δηϊόῳντο, ἠδύναντο νὰ εἶναι Ἐπ. τύποι τοῦ ἐνεστῶτος δῃϊάω, ὅπερ ἴσως ὡδήγησε τὸν Ἀπολλ. Ρόδ. (Β. 292) νὰ σχηματίσῃ παρατ. δῃϊάασκον· ἀλλ’ αὐτὸς ἔχει καὶ παρατατ. δήϊον, ὡς ἐκ ῥήματος δηΐω, Γ. 1374. Κατακόπτω, σφάζω, φονεύω, χαλκῷ δηϊόων Ἰλ. Ρ. 566, κτλ.· ἔγχεϊ δηϊόων περὶ Πατρόκλοιο θανόντος, φονεύων [τοὺς ἄνδρας] …, Σ. 195· ἀπολ., δῄουν, ἐφόνευον, ΙΙ. 771· δηϊόωντο, ἐφονεύοντο, Ν. 675· Ἕκτορα δῃώσαντε Χ. 218· Κικόνων ὑπὸ δῃωθέντες Ὀδ. Ι. 66· ― δῄουν... βοείας, κατέκοπτον ἀσπίδας, Ἰλ. Ε. 452, κτλ.· ὡσαύτως ἐπὶ λόγχης, κόπτω εἰς δύο, Ξ. 518· ― ἐπὶ ἀγρίου θηρίου, σχίζω, σπαράττω, ἔγκατα πάντα λαφύσσει δῃῶν Ρ. 65, πρβλ. Π. 158· τὸν πώγωνα δεδῃωμένος, ἔχων ἀποκεκομμένων τὸν πώγωνα, Λουκ. Νεκρ. Διαλόγ. 10. 11. ΙΙ. μεθ’ Ὅμηρ., καταστρέφω, ἐρημῶ, διαρπάζω χώραν, Ἡρόδ. 5. 89., 7. 133, κτλ.· δ. χώραν Ἀριστοφ. Λυσ. 1146, Θουκ. 1. 81, κτλ.· ἄστυ δῃώσειν πυρὶ Σοφ. Ο. Κ. 1319.

French (Bailly abrégé)

-ῶ, att. δῃόω-ῶ :
impf. ἐδῄουν, f. δῃώσω, ao. ἐδῄωσα, pf. δεδῄωκα ; pf. Pass. δεδῄωμαι;
1 tuer;
2 déchirer (un cerf) en parl. d’un loup;
3 postér. ravager;
4 meurtrir, blesser, frapper.
Étymologie: δήϊος.

Spanish (DGE)

v. δῃόω.

Greek Monotonic

δηϊόω: Επικ. γʹ πληθ. ευκτ. δηϊόῳεν, μτχ. δηϊόων, Αττ. ενεστ., δῃῶ, δῃοῦμεν, -οῦτε, παρατ. ἐδῄουν, Ιων. ἐδηΐουν ή ἐδῄευν, Επικ. δῄουν, μέλ. δῃώσω, αόρ. αʹ ἐδῄωσα — Παθ. αόρ. αʹ ἐδηϊώθην, παρακ. δεδῄωμαι (δήϊος),·
I. κόβω, σφαγιάζω, σκοτώνω, σε Ομήρ. Ιλ.· τεμαχίζω, στο ίδ.· λέγεται για άγρια θηρία, κατασπαράζω, ξεσχίζω, στο ίδ.· τὸν πώγωνα δεδῃωμένος, έχοντας αποκομμένο το σαγόνι του, σε Λουκ.
II. ερημώνω ή καταστρέφω μια περιοχή, ερειπώνω, σε Ηρόδ., Θουκ.· ἄστυ δῃώσειν πυρί, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

δηϊόω: стяж. δῃόω
1) убивать (τινα χαλκῷ Hom.);
2) разрывать, растерзывать (χαλκὸς δῃώσας, λύκοι ἔλαφον δῃώσαντες Hom.);
3) сражаться (ἔγχεϊ περὶ Πατρόκλοιο θανόντος Hom.);
4) разорять, опустошать (ἄστυ πυρί Soph.; τὰ παραθαλάσσια Her.; τὴν Χαλκιδικήν Thuc.; χώραν Arph., Xen.): δεδῃωμένος τὸν πώγωνα шутл. Luc. лишившийся своей бороды.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δηϊόω en δῃόω, contr. δῃῶ [δήιος] ptc. praes. δῃων, ep. δηϊόων, ep. imperf. δῄουν slachten, een bloedbad aanrichten:; Ἕκτορα δῃώσαντε nu wij beiden Hector afgeslacht hebben Il. 22.218; verscheuren:. ἔλαφον... δῃώσαντες die een hert hebben verscheurd Il. 16.158. verwoesten:. ἐδηΐουν... τὰ παραθαλάσσια zij verwoestten de kustgebieden Hdt. 5.89.2; τὸ Θήβης ἄστυ δῃώσειν de burcht van Thebe te zullen verwoesten Soph. OC 1319.