Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράδοσις

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: παράδοσις Medium diacritics: παράδοσις Low diacritics: παράδοσις Capitals: ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Transliteration A: parádosis Transliteration B: paradosis Transliteration C: paradosis Beta Code: para/dosis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A handing down, bequeathing, transmission, τοῦ σκήπτρου Th.1.9; handing over, transfer, ἡ π. τῶν χρημάτων Arist.Pol.1309a10, cf. Pl. Lg.915d; σίτου, etc., POxy.1257.3 (iii A. D.), etc.; τῆς βασιλείας Plu. Comp.Lyc.Num.1; ἐν παραδόσει παραλαμβάνειν ἀεί, of a reserve fund, IG11 (2).161 A126 (Delos, iii B. C.).    2 transmission of legends, doctrines, etc., tradition, διδασκαλία καὶ π. Pl.Lg.803a; πραγματεῖαι αἱ ἐκ π. ηὐξημέναι Arist. SE184b5; ἐν παραδόσει ἔχειν τι Plb.12.6.1, etc.; treatment, exposition, ὅπως πᾶσιν εὐπαρακολούθητος γένηται ἡ π. Hero Bel.73.12; ἡ βοτανικὴ π. the subject of botany, Dsc.Praef.1; παραδόσεις καὶ παραγγελίαι Phld.Rh.1.78 S.; σύντομος π. succinct account, Ammon.in Porph.38.10.    b in military sense, transmission of orders, Ael.Tact.21.2.    3 that which is handed down or bequeathed, tradition, doctrine, teaching, ἡ π. τῶν πρεσβυτέρων Ev.Matt.15.2, Ev.Marc.7.3, etc.; αἱ π. τῶν θεῶν καὶ τῶν θείων ἀνδρῶν Dam.Pr.265: also in Gramm., Ἑλληνικὴ π. A.D.Conj.213.13, cf. 19 (pl.); in textual criticism, defined as ἡ τῶν γραμματικῶν μαρτυρία, EM815.18; so παρὰ τὴν π. γράφειν Demetr.Lac.Herc.1012.34, cf. EM240.4, al.    II surrender, πόλεως Th.3.53; ἐκ παραδόσεως, opp. κατὰ κράτος, Plb.9.25.5; giving up to punishment or torture, Isoc.17.16; π. ἐπὶ θανάτῳ D.H.7.36.    2 Astrol., handing over, τῶν χρόνων Vett.Val.141.4.

German (Pape)

[Seite 477] ἡ, Uebergeben, Ueberlieferung; τοῦ σκήπτρου, Thuc. 1, 9; ξενική, an einen Fremden, Plat. Legg. XI, 915 d; πόλεως, Thuc. 3, 53; πολλὰς πόλεις εἰληφότας τὰς μὲν κατὰ κράτος, τὰς δὲ ἐκ παραδόσεως, Pol. 9, 25, 5, u. öfter, u. Sp. – Verbreitung einer Sage, einer Erzählung, Tradition, εἰς μνήμην ἄγειν καὶ παράδοσιν τοῖς ἐπιγενομένοις, Pol. 2, 35, 5; ἐν παραδόσει ἔχειν, überkommen, überliefert erhalten haben, 12, 6, 1; auch die Lehre, Unterricht, wie Plat. defin. 416 παίδευσις παιδείας παράδοσις; καὶ διδασκαλία, Legg. VII, 803 a; Pol. ἡ παρὰ τῶν ἐμπείρων παρ., 11, 8, 2; Sp., wie N. T.; auch der Inhalt des Ueberlieferten, die Lehre. – Bes. bei den Gramm. der überlieferte Text, oft in den Scholl. Hom.

Greek (Liddell-Scott)

παράδοσις: ἡ, (παραδίδωμι) τὸ παραδιδόναι τοῖς μετέπειτα, τὸ καταλείπειν ὡς κληρονομίαν, ἡ κληρονομικὴ μεταβίβασις, τοῦ σκήπτρου (ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὰ ἐν Ἰλ. Β. 101 κἑξ.) Θουκ. 1. 9· τὸ παραδιδόναι, ἐγχειρίζειν, ἡ π. τῶν χρημάτων Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 7, 11, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 915D· τῆς βασιλείας Πλουτ. Λυκούργ. κ. Νουμ. Σύγκρ. 1. 2) ἡ μετάδοσις διηγήσεων, διδασκαλιῶν, κτλ., διδασκαλία, παράδοσις, Πλάτ. Νόμ. 803Α· πραγματεῖαι αἱ ἐκ π. ηὐξημέναι Ἀριστ. π. Σοφιστ. Ἐλέγχ. 33. 18· ἐν παραδόσει ἔχειν τι Πολύβ. 12. 6, 1, κλ.· ἡ βοτανικὴ παρ., ἡ βοτανικὴ διδασκαλία, ἡ ὑπόθεσις τῆς βοτανικῆς, Διοσκορ. προοίμ. 3) τὸ οὕτω παραδοθὲν ἢ κληροδοτηθὲν τοῖς μετέπειτα, παράδοσις, Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιε΄, 2, κ. Μάρκ. ζ΄, 3, κλ.· - ἐπὶ βιβλίου, τὸ κατὰ παράδοσιν κείμενον, Ἐτυμολ. Μέγ. 815. 18. ΙΙ. τὸ παραδιδόναι εἰς χεῖράς τινος, πόλεως Θουκ. 3. 53· ἐκ παραδόσεως ἀντίθ. τῷ κατὰ κράτος, Πολύβ. 9. 25, 5· - ἡ εἰς τιμωρίαν ἢ βασανισμὸν παράδοσις, Ἰσοκρ. 361Ε· π. ἐπὶ θανάτῳ Διον. Ἁλ. 7. 36

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 transmission par succession;
2 remise, livraison : πόλεως THC reddition d’une ville.
Étymologie: παραδίδωμι.

Spanish

captación, proceso de obtención

English (Strong)

from παραδίδωμι; transmission, i.e. (concretely) a precept; specially, the Jewish traditionary law: ordinance, tradition.

English (Thayer)

παραδοσεως, ἡ (παραδίδωμι), a giving over, giving up; i. e.
1. the act of giving up, the surrender: of cities, Polybius 9,25, 5; Josephus, b. j. 1,8, 6; χρημάτων, Aristotle, pol. 5,7, 11, p. 1309{a}, 10.
2. a giving over which is done by word of mouth or in writing, i. e. tradition by instruction, narrative, precept, etc. (see παραδίδωμι, 4); hence, equivalent to instruction, Epictetus diss. 2,23, 40; joined with διδασκαλία, Plato, legg. 7, p. 803a. objectively, what is delivered, the substance of the teaching: so of Paul's teaching, Josephus, contra Apion 1,9, 2; 10,2; again, of the body of precepts, especially ritual, which in the opinion of the later Jews were orally delivered by Moses and orally transmitted in unbroken succession to subsequent generations, which precepts, both illustrating and expanding the written law, as they did, were to be obeyed with equal reverence (Josephus, Antiquities 13,10, 6 distinguishes between τά ἐκ παραδοσεως τῶν πατέρων and τά γεγραμμένα, i. e. τά ἐν τοῖς Μωϋσέως νόμοις γεγραμμένα νόμιμα): τῶν ἀνθρώπων added, as opposed to the divine teachings, Lightfoot); πατρικαι παραδόσεις, precepts received from the fathers, whether handed down in the O. T. books or orally, Lightfoot at the passage). Cf. B. D. American edition under the word Smith's Bible Dictionary, Tradition.)

Greek Monolingual

ἡ, Α
βλ. παράδοση.

Greek Monotonic

παράδοσις: ἡ (παραδίδωμι
I. 1. κληρονομιά, μετάδοση, σε Θουκ.
2. μεταβίβαση, μετάδοση μύθων και διηγήσεων, παράδοση, σε Πλάτ. κ.λπ.· επίσης, αυτό που παραδίδεται στους επόμενους, παράδοση, σε Καινή Διαθήκη
II. παράδοση πράγματος στα χέρια, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

παράδοσις: εως ἡ
1) передача, вручение (τοῦ σκήπτρου Thuc.; τῶν χρημάτων Arst.; τῆς βασιλείας Plut.);
2) преподавание, передача учения (διδασκαλία καὶ π. Plat.);
3) сдача (неприятелю) (τῆς πόλεως Thuc., Polyb.);
4) учение, предание (εἰς μνήμην καὶ παράδοσιν ἄγειν τινί τι Polyb.; παραβαίνειν τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παράδοσις -εως, ἡ [παραδίδωμι] het overgeven overdracht:. τοῦ σκήπτρου π. overdracht van de scepter Thuc. 1.9.4; π. τῶν χρημάτων overdracht van de gelden Aristot. Pol. 1309a10. overgave, uitlevering:. π. τῆς πόλεως overgave van de stad Thuc. 3.53.1. overlevering:; διδασκαλία καὶ παράδοσις het doorgeven van kennis Plat. Lg. 803a; traditionele leer:. ζηλωτής... τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων ijveraar voor de tradities van mijn voorvaderen NT Gal. 1.14.

Middle Liddell

παράδοσις, εως, παραδίδωμι
I. a handing down, transmission, Thuc.
2. the transmission of legends and doctrines, tradition, Plat., etc.:—also that which is so handed down, a tradition, NTest.
II. a giving up, surrender, Thuc.

Chinese

原文音譯:par£dosij 爬拉-多西士
詞類次數:名詞(13)
原文字根:在旁-給(者)
字義溯源:傳統,遺傳,傳授,教導,教訓;源自(παραδίδωμι)=交付);由(παρά)*=旁,出於)與(διδῶ / δίδωμι)*=給)組成
出現次數:總共(13);太(3);可(5);林前(1);加(1);西(1);帖後(2)
譯字彙編
1) 遺傳(9) 太15:2; 太15:3; 太15:6; 可7:3; 可7:5; 可7:8; 可7:9; 可7:13; 加1:14;
2) 傳授(2) 林前11:2; 帖後2:15;
3) 教導(1) 帖後3:6;
4) 傳統(1) 西2:8