Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμάρα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀμάρα Medium diacritics: ἀμάρα Low diacritics: αμάρα Capitals: ΑΜΑΡΑ
Transliteration A: amára Transliteration B: amara Transliteration C: amara Beta Code: a)ma/ra

English (LSJ)

[ᾰμᾰ], Ion. ἀμάρη, ἡ,

   A trench, conduit, channel, for watering meadows, χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων Il.21.259; κρηναῖαι ἀμάραι A.R.3.1392; βάλλεις εἰς ἀμάραν με Theoc.27.53, cf. Sapph.151, Call.Cer.30, PFlor.50.106.    2 hollow of ear, EM77.23 (pl.).

German (Pape)

[Seite 116] ἡ, Graben, Wasserleitung, Hom. einmal, Il. 21, 259; κρηναῖαι Ap. Rh. 3, 1392; nicht anders zu erkl. Theocr. 27, 52, wo man an Kloake denkt.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμάρα: [ᾰμᾰ], Ἰων. ἀμάρη, ἡ, αὖλαξ, διῶρυξ, ὀχετὸς πρὸς ἄρδευσιν κήπων ἢ λειμώνων, χερσὶ μάκελλαν ἔχων ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων Ἰλ. Φ. 259· κρηναῖαι ἀμάραι Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1392· βάλλεις εἰς ἀμάραν με Θεόκρ. 27. 52, πρβλ. Σαπφ. 151. 2) αἱ ἐν τῷ ὠτίῳ κοιλότητες, Ἐτυμ. Μ. 77. 23.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 canal, conduit d’eau;
2 fossé.
Étymologie: DELG orig. controversée.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. ἀμάρη

• Prosodia: [ᾰμᾰ-]
1 acequia, Il.21.259, Sapph.174, A.R.3.1392, Theoc.27.53, Call.Cer.29, AP 12.184 (Strat.), Ach.Tat.1.1.6, I.BI 5.571, Nonn.D.3.166, PFlor.50.106 (III a.C.), PHamb.68.37 (VI a.C.), Hsch., Poll.1.224.
2 cloaca εἴ τις εἰς ἀμάραν λαβὼν τὰ σιτία ἐμβάλλη Chrys.M.63.207
fig. de los gnósticos y su doctrina οἱ πάντες γὰρ ἐνὶ πνεύματι συνωθούμενοι εἰς ἕνα βυθὸν ἀμάρας συνάγονται Hippol.Haer.5.23, ἀ. ... τῆς λοιδορίας Gr.Nyss.Eun.2.307, τῆς κόπρου Chrys.M.62.570.
3 plu. conducto Hsch., del oído EM 1015.

• Etimología: Prob. término no ide. rel. het. amiiar(a)- ‘canal’, siendo préstamo en ambas lenguas.
v. ἡμέρα.

Greek Monolingual

η (Α ἀμάρα)
1. αυλάκι για την άρδευση κήπων
2. οχετός, υπόνομος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης προελεύσεως τεχνικός όρος με σπάνια χρήση. Κατά μια άποψη η λ. πιθ. να είναι συγγενής ετυμολογικά με το ουσ. ἄμη «φτυάρι». Κατά την άποψη αυτή η λ. ἀμάρα αποτελεί παράγωγο του ρημ. διαμῶ, εξαμῶ «ανοίγω αυλάκι». Ο σχηματισμός της οφείλεται σε επίδραση τών ουσ. τάφρος (< θάπτω) και χαράδρα. Κατ’ άλλη άποψη η λ. είναι πιθ. να αποτελεί δάνειο ανατολικής προελεύσεως, πρβλ. χεττιτ. amiyar(a) «οχετός, αυλάκι, διώρυγα». Τέλος κατ’ άλλους η λ. πιθ. να συνδέεται με το αλβ. ame «κοίτη ποταμού» και τα ονόματα τών ποταμών Amana, Amantra κ.λπ.
ΠΑΡ. αρχ. ἀμαρεύω, ἀμαρήιος, ἀμαριαῖος.
ΣΥΝΘ. αρχ. ἀμαρησκαπτήρ.

Greek Monotonic

ἀμάρα: [ᾰμᾰ], Ιων. ἀμάρη, , κανάλι, αυλάκι, διώρυγα για την ύδρευση χωραφιών, σε Ομήρ. Ιλ., Θεόκρ. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

ἀμάρα: эп. ἀμάρη (ᾰμᾰ) ἡ ров, канава Hom., Theocr.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: trench, channel (Il.). Cf. ἀμάρευμα· ἁθροίσματα βορβόρου H. and ἡ ἐν τοῖς κήποις ὑδρορόη, παρὰ τό ἅμα καί ἴσως καί ὁΏμαλῶς ῥεῖν, η οἷον ἁμαρόη τις οὖσα H.
Other forms: (ἁμ- ?), Ion. ἀμάρη
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The Hesychius gloss is interesting as it gives a reconstruction for the supposed origin; *ἀμα-ρόη; the idea is incorrect, of course. - Connected with δι-, ἐξ-αμᾶν as meaning dig out, ἄμη shovel (Schulze Q. 365f., Solmsen Wortforschung 194ff.). Crönert s. v. reminds of Cypr. ἀμιραφι. - Now considered cognate with Hitt. amii̯ar(a)- canal: G. Neumann, Heth. u. luw. Sprachgut 91f, Laroche, BSL 51, XXXIII. (But the words have only am- in common.) Oriental loanword? But it could as well be a word from the Greek-Anatolian substratum. - Cf. also Alb. amë river-bed, source and river names like Amantia, Amana, Amara etc., Krahe Beitr. z. Namenforschung 4, 52f. Cf. Kuiper, Nowele 25, 1995, 73-5. This comparison is formally better than that with Hittite. - Cf. ἀμαρία.

Middle Liddell

[Deriv. unknown.]
a trench, conduit, channel, for watering meadows, Il., Theocr.

Frisk Etymology German

ἀμάρα: (ἁμ- ?),
{amára}
Forms: ion. ἀμάρη
Grammar: f.
Meaning: Graben, Kanal (vorw. ep. poet.).
Derivative: Ableitungen: ἀμαρήιος (ὕδωρ, Nonn.), ἀμαρία (H., EM); ἀμαρεύω durch Kanäle leiten (Aristaenet., H.), wovon ἀμάρευμα· ἀθροίσματα βορβόρου H.
Etymology : Die Anknüpfung an δι-, ἐξαμᾶν im Sinne von ‘auf-, ausgraben’, ἄμη Schaufel, Hacke (Schulze Q. 365f., Solmsen Wortforschung 194ff.) mit demselben Suffix wie in χαράδρα, τάφρος u. a. stößt auf gewisse formale Schwierigkeiten. Crönert s. v. erinnert an kypr. ἀμιραφι. Auffallend ist der Anklang an heth. amii̯ar(a)- Kanal (G. Neumann bei Friedrich Heth. Wörterbuch s. v.). Orientalisches Kulturlehnwort? — Anknüpfung an alb. amë "Flußbett" und Flußnamen wie Amantia, Amana usw. sucht Krahe Beitr. z. Namenforschung 4, 52f.
Page 1,86