Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναμετρέω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀναμετρέω Medium diacritics: ἀναμετρέω Low diacritics: αναμετρέω Capitals: ΑΝΑΜΕΤΡΕΩ
Transliteration A: anametréō Transliteration B: anametreō Transliteration C: anametreo Beta Code: a)nametre/w

English (LSJ)

   A measure back again, re-measure the road, retrace one's steps, ὄφρ' . . ἀναμετρήσαιμι Χάρυβδιν Od.12.428; ἀ. σαυτὸν ἀπιών measure yourself off! Ar.Av.1020; πόνοισι πόνους ἀ., i. e. undergo a succession of labours, IG3.1374.    2 enumerate, Hp.Ep.27:—in Med., recapitulate, E.Or.14.    II measure over again, τὸ ὕδωρ Hp.Aër.8.    2 measure carefully, ἀ. ὅσῳ ἐλάσσων ὁ χῶρος γέγονε Hdt.2.109; ἀ. τὸ ὅλον Arist.Ph.221a3; τινί τι one thing by another, Pl.R.531a:—also in Med., ἀ. γῆν Ar.Nu.203; ἀνεμετρησάμην φρένας τὰς σάς took the measure of... E.Ion1271; γνώμης πονηροῖς κανόσιν ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον Id.El.52:—Pass., ἀ. τινί to be measured by, Pl.Ti.39d.    3 measure out, θοὐμόφυλον ἀ. δάκρυ E.IT346.

German (Pape)

[Seite 198] 1) noch einmal-, zurückmessen, Χάρυβδιν, durch die Charybdis zum zweiten Male fahren, Od. 12, 428; im mcd., wiederum erwähnen, παλαιὰν μνήμην Eur. Ion. 250; τὰ ἄῤῥητα Or. 14; aufzählen, Plut. Pericl. 38; Luc. Amor. 53. – 2) durch-, ausmessen, χώραν Her. 2, 109; Plat. Tim. 39 d; mit dem Nebenbegriff, um es zu vertheilen, Ar. Nubb. 204. – 3) zumessen, weihen, ἀναμετρουμένη δάκρυ Eur. I. T. 346.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναμετρέω: μέλλ. -ήσω, ἀναμετρῶ πάλιν τὴν ὁδὸν ἣν διῆλθον καὶ ἄλλοτε· διέρχομαι, παρέρχομαι, ὄφρ’ ἔτι τὴν ὁλοὴν ἀναμετρήσαιμι Χάρυβδιν, «τὸ δὲ ἀναμετρήσαιμι ἐπαινεῖται παρὰ τῶν παλαιῶν ὡς διὰ τὸ σημαντικώτερον τῆς φωνῆς μὴ δυνάμενον μεθερμηνευθῆναι· δύναται δὲ ἀντὶ τοῦ δὶς μετρῆσαι ληφθῆναι ἡ λέξις· ἐμέτρησε γὰρ αὐτὴν ὁ Ὀδυσσεὺς τὸ πρῶτον ὅτε εἶδε (τὴν Χάρυβδιν) ἀναρροιβδήσασαν» κτλ. (Εὐστ.), Ὀδ. Μ. 428· οὐκ ἀναμετρήσεις σαυτὸν ἀπιὼν ἀλλαχῆ; δὲν θὰ μᾶς δείξῃς τὴν ῥάχην σου; Ἀριστοφ. Ὄρν. 1020· πόνοισι πόνους ἀν., ὅ ἐ. διέρχομαι διαδοχὴν κόπων, Συλλ. Ἐπιγρ. 987: ― Παθ., ἀν. κύκλῳ, ἐπανέρχεσθαι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, Πλάτ. Τίμ. 39Β. 2) ἀνακεφαλαιῶ, Εὐρ. Ὀρ. 14, ἐν μέσῳ τύπῳ. ΙΙ. μετρῶ ἐκ νέου, «ξαναμετρῶ», τὸ ὕδωρ Ἱππ. π. Ἀέρ. 285. 2) μετρῶ τι ἐπιμελῶς, λαμβάνω τὸ μέτρον τινός, Ἡρόδ. 2. 109· ἀν. τὸ ὅλον Ἀριστ. Φυσ. 4. 12, 8· τινί τι, τὸ ἓν διὰ τοῦ ἄλλου, Πλάτ. Πολ. 531Α: ― συχνότερον ὡς μέσ., ἀν. γῆν Ἀριστοφ. Νεφ. 205· ἀνεμετρησάμην φρένας τὰς σάς, ἀνεμέτρησα τὰς φρένας σου, Εὐρ. Ἴων 1271· γνώμης πονηροῖς κανόσιν ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον ὁ αὐτ. Ἠλ. 52. 3) ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρῶ εἴς τινα δάκρυ, δηλ. πληρώνω εἰς αὐτὸν τὸν φόρον δακρύων, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 346.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
1 (ἀνά, en haut) mesurer de bas en haut, càd entièrement, avec soin;
2 (ἀνά, en arrière) mesurer en revenant sur ses pas ; reparcourir : Χάρυβδιν OD repasser devant Charybde;
Moy. ἀναμετρέομαι-οῦμαι mesurer ; fig. ἀν. δάκρυ εἴς τινα EUR payer à qqn un tribut litt. une mesure, une part) de larmes.
Étymologie: ἀνά, μετρέω.

English (Autenrieth)

aor. opt. ἀναμετρήσαιμι: remeasure (the way to), Χάρυβδιν, Od. 12.428†.

Spanish (DGE)

I 1volver sobre sus pasos, volver a recorrer c. ac. Χάρυβδιν Od.12.428.
2 medir de nuevo τὸ ὕδωρ Hp.Aër.8, τὴν ἐπιγραφήν PPetaus 24.26 (II a.C.).
II 1medir ἀναμετρήσοντας ὅσσῳ ἐλάσσων ὁ χῶρος γέγονε Hdt.2.109, τὸ ὅλον Arist.Ph.221a3, τὰ μεταξὺ τῶν ἀστέρων διαστήματα Hero Dioptr.190.18, τὸν σπόρον PBremen 2.4 (II a.C.), τοὺς σπόρους PSarap.51.20 (II a.C.)
c. ac. y dat. instrum. medir φθόγγους ἀλλήλοις Pl.R.531a, πόνοισι πόνους IG 22.12473.3 (III/IV a.C.)
en v. med. mismo sent. γῆν Ar.Nu.203, σαυτόν Ar.Au.1020.
2 enumerar θαυμάζειν, ὅτεων χάριν ταῦτα ἀναμεμέτρηται Hp.Ep.27 (p.424)
en v. med. enumerar de nuevo τἄρρητ' ἀναμετρήσασθαι E.Or.14
valorar φρένας E.Io 1271, κανόσιν ... τὸ σῶφρον E.El.52
calcular, contar con δρόμον Plu.2.76c, πολλὴν ... ἐρημίαν I.BI 3.515, καιρόν Chrys.M.58.515.
3 verter una medida para pagar a ἐς θοὐμόφυλον ἀναμετρουμένη δάκρυ pagando en lágrimas a mis compatriotas E.IT 346, μέτρῳ δεκάτῳ ᾧ καὶ αὐτὸς ἀνεμετρήθην PAmh.147.11 (IV/V d.C.).

Greek Monotonic

ἀναμετρέω: μέλ. -ήσω,
I. 1. ξαναμετρώ το δρόμο από τον οποίο διήλθα, ανατρέχω τα βήματά μου σε κάποιο μέρος, ὄφρα ἀναμετρήσαιμι Χάρυβδιν, σε Ομήρ. Οδ.
2. ανακεφαλαιώνω, σε Ευρ., στην Μέσ.
II. 1. ξαναμετρώ, μετρώ προσεκτικά, παίρνω μέτρα για, τι, σε Ηρόδ.· ἀν. ἑαυτόν, σε Αριστοφ. — Μέσ., ἀνεμετρησάμην φρένας τὰς σάς, μέτρησε, υπολόγισε το μυαλό σου, σε Ευρ.
2. ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρώ (δηλ. αποπληρώνω) σ' αυτόν φόρο δακρύων, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναμετρέω:
1) тж. med. тщательно мерить, измерять (χώραν Her.; γῆν Arph.): ἀλλήλοις ἀ. Plat. служить мерой друг для друга; μέγεθός τι, ὃ ἀναμετρήσει τὸ ὅλον Arst. некая всеобщая мера;
2) med. оценивать, определять (τὰς φρένας τινός Eur.): γνώμης πονηροῖς κανόσιν ἀ. τι Eur. прилагать неправильную мерку к чему-л., т. е. неправильно судить о чем-л.;
3) med. отмеривать, уделять: ἀ. δάκρυ ἔς τινα Eur. проливать слезы о ком-л.;
4) med. перечислять, называть (τἄρρητα Eur.; τὰς πράξεις Plut.);
5) совершать обратный путь, вновь проходить (τὴν Χαρυβδιν Hom., Plut.): ἀναμετρηθεὶς κύκλῳ Plat. описавший круг; οὐκ ἀναμετρήσεις σαυτὸν ἀπιὼν ἀλλαχῇ; Arph. не уберешься ли ты куда подалее?; ἀναμετρήσασθαι παλαιὰν μνήμην Eur. вспомянуть старое.

Middle Liddell


I. to re-measure the road one came by, retrace one's steps to a place, ὄφρα ἀναμετρήσαιμι Χάρυβδιν Od.
2. to recapitulate, Eur., in Mid.
II. to measure over again, to measure carefully, take the measure of, τι Hdt.; ἀν. ἑαυτόν Ar.:—Mid., ἀνεμετρησάμην φρένας τὰς σάς took the measure of thy mind, Eur.
2. ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα to measure out (i. e. pay) to him the tribute of a tear, Eur.