Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀρεστός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀρεστός Medium diacritics: ἀρεστός Low diacritics: αρεστός Capitals: ΑΡΕΣΤΟΣ
Transliteration A: arestós Transliteration B: arestos Transliteration C: arestos Beta Code: a)resto/s

English (LSJ)

[ᾰ], ή, όν,

   A acceptable, pleasing, Semon.7.46, Hdt.1.119, Men. Epit.71, Phld.Po.1676.1, etc.; ἔμοιγε οὐκ ἀρεστά Hdt.2.64; τῶν σῶν λόγων ἀ. οὐδέν S.Ant.500, cf. OT1096 (lyr.); τἀρεστὰ ὑμῖν αὐτοῖς αἱρεῖσθαι Lys.14.15; τὸ αἱρετὸν ἀρεστόν Chrysipp.Stoic.3.9; οἴνου παρέχειν ἀρεστόν a sufficient quantity, IG12(5).647.17 (Ceos); satisfactory, PSI 3.171.16 (ii B. C.); of persons, acceptable, approved, τινί X.Cyr.2.3.7, SIG577.58 (Milet., iii/ii B. C.), etc. Adv., ἑωυτῷ ἀρεστῶς quite to his own satisfaction, Hdt.6.129; ἀ. τοῖς ναοποιοῖς IG7.3073.52 (Lebad.); ὄχλοις ἀρεστῶς λέγειν Plu.2.6b; ἐσθίειν ἀ. θεοῖς Arr.Epict.1.13.1.

German (Pape)

[Seite 349] beliebt, angenehm, Her. u. Folgde; zugethan, Xen. Mem. 3, 11, 10; τὸ ἀρεστόν, Beschluß, Decret, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀρεστός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθ. τοῦ ἀρέσκω, ἀρεστὸς ὡς καὶ νῦν, Σιμων. Ἰαμβ. 6. 46, Ἡρόδ. 1. 119, κτλ.· ἐμοὶ οὐκ ἀρεστὰ ὁ αὐτ. 2. 64· ὡς ἐμοὶ τῶν σῶν λόγων ἀρεστὸν οὐδὲν μηδ’ ἀρεσθείη ποτὲ Σοφ. Ἀντ. 500, πρβλ. Ο. Τ. 1096· πρβλ. ἀρέσκω ΙΙ. 1· τὰ ἀρεστὰ ὑμῖν αὐτοῖς αἱρεῖσθαι Λυσ. 141. 2: - ἐπὶ προσ., εὐπρόσδεκτος, εὐάρεστος, Ξεν. Κύρ. 2. 3, 7, κτλ. - Ἐπίρρ., ἑωυτῷ ἀρεστῶς, ὅπως ἤθελε, κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του, Ἡρόδ. 6. 129.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui plaît, agréable.
Étymologie: adj. verb. de ἀρέσκω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Prosodia: [ᾰ-]
I 1grato, agradable de pers. c. dat. tb. de pers. ἣ δὲ ἄν τῷ βασιλέι ἀρεστή Hdt.4.168, Κύρῳ ... ἀ. ἀνήρ X.Cyr.2.3.7, ὅπως ... ἀ. ὦ αὐτῇ X.Smp.8.42, τὸν ἐπιστατήσοντα τῶν παίδων ἀρεστὸν τοῖς παιδονόμοις Milet 1(3).145.58 (III/II a.C.)
de abstr. c. dat. de pers. ἀρεστὸν εἶναι πᾶν τὸ ἂν βασιλεὺς ἔρδῃ le parecía bien todo lo que el rey hiciera Hdt.1.119, τοιαῦτα ... ἔμοιγε οὐκ ἀρεστά Hdt.2.64, ἐμοὶ τῶν σῶν λόγων ἀρεστὸν οὐδέν S.Ant.500, σοὶ δὲ ταῦτ' ἀρέστ' εἴη S.OT 1096, τοῦτ' ἀρεστόν ἐστί σοι Men.Epit.288, ὁ ... λόγος οὐκ ἀ. ἐμοί Plu.2.413e, ὁ νόμος ... πᾶσιν ... ἀ. ἐγένετο D.C.37.51.3, ἐὰν ᾖ αὐτῷ ἀρεστόν LXX Iu.8.17, ἐὰν ἀρεστὸν ὑμῖν ἐστιν PAnt.188.7 (VI d.C.)
subst. lo satisfactorio κἀπονήσατο ἀρεστά y ha hecho un trabajo satisfactorio Semon.8.46, τἀρεστὰ ὑμῖν αὐτοῖς αἱρεῖσθαι Lys.14.15, τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ Eu.Io.8.29.
2 de cosas satisfactorio, grato τὰ ἀκροθίνια Hdt.8.122, λέξεις Phld.Po.C 12.3, τὸ δ' αἱρετὸν ἀρεστόν Chrysipp.Stoic.3.9, οἶνος IG 12(5).647.17, PLugd.Bat.17.4.9 (II a.C.), del trigo IG 5(1).1379.31 (Mesenia II/I a.C.), βάθρα PSI 171.17 (II a.C.), κενώματα PAmh.48.8 (II a.C.).
II adv. -ῶς de forma satisfactoria, satisfactoriamente c. dat. ἑωυτῷ μὲν ἀ. ὀρχέετο Hdt.6.129, ἀ. τοῖς ναοποιοῖς IG 7.3073.52 (Lebadea), ὄχλοις ἀ. λέγειν Plu.2.6b, ἐσθίειν ἀ. θεοῖς Arr.Epict.1.13.1.

English (Strong)

from ἀρέσκω; agreeable; by implication, fit: (things that) please(-ing), reason.

English (Thayer)

ἀρεστή, ἀρεστόν (ἀρέσκω), pleasing, agreeable: τίνι, ἐνώπιον τίνος, ἀρέσκω, a.); ἀρεστόν ἐστι followed by an accusative with an infinitive it is fit, Sophocles) Herodotus down.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἀρεστός, -ή, -όν)
αυτός που αρέσει, ευχάριστος, ευάρεστος
αρχ.
αυτός που είναι ευπρόσδεκτος, που έχει εγκριθεί ή επιδοκιμαστεί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρέσκω.
ΣΥΝΘ. αυτάρεστος, δυσάρεστος, ευάρεστος, θεάρεστος
αρχ.
ανήρεστος, θυμάρεστος. Απαντούν ακόμη τα αρχ. ανθρωπωνύμια Αρεστοδώρα, Άρεστος, Αρχαρέστα, Θεάρεστος, Παντάρεστος].

Greek Monotonic

ἀρεστός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του ἀρέσκω, αρεστός (ό,τι και στη Ν.Ε.), ευπρόσδεκτος, ευχάριστος, αυτός που προκαλεί ευχαρίστηση, ικανοποίηση, σε Ηρόδ., Σοφ.· επίρρ., ἑωυτῷἀρεστῶς, σύμφωνα με ό,τι τον ευχαριστεί, όπως τον ικανοποιεί, όπως θέλει, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀρεστός: [adj. verb. к ἀρέσκω приятный, угодный, приемлемый Her., Soph., Lys., Xen., Plut.

Middle Liddell

ἀρέσκω
acceptable, pleasing, Hdt., Soph. adv., ἑωυτῶι ἀρεστῶς quite to his own satisfaction, Hdt.

Chinese

原文音譯:¢restÒj 阿雷士拖士
詞類次數:形容詞(4)
原文字根:取悅(著)
字義溯源:合意的,合宜的,喜悅的,喜歡的,可接受的;源自(ἀρέσκω)*=合意)
出現次數:總共(4);約(1);徒(2);約壹(1)
譯字彙編
1) 喜悅的(1) 約壹3:22;
2) 喜歡(1) 徒12:3;
3) 合宜的(1) 徒6:2;
4) 所喜悅的(1) 約8:29