Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄχος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἄχος Medium diacritics: ἄχος Low diacritics: άχος Capitals: ΑΧΟΣ
Transliteration A: áchos Transliteration B: achos Transliteration C: achos Beta Code: a)/xos

English (LSJ)

[ᾰ], εος, τό,

   A pain, distress, in Hom. always of mind, ἄχος αἰνόν, ἄλαστον, ἄτλητον, ὀξύ, Il.4.169, al.; ἄχεος νεφέλη μέλαινα 17.591; ἄχε' ἄκριτα 3.412; τὸν δ' εἷλεν ἄχος κραδίαν B.10.85; also of physical ills, Pi.P.3.50 (pl.); δειμάτων ἄχη A.Ch.586 (lyr.); ἀκοῦ δ' ἄχος, with a play on the words, S.Tr.1035; οὐράνι' ἄχη A.Pers.573 (lyr.); ἐμοὶ δ' ἄχε', ἄχεα κατέλιπε Ar.Ra.1353 (paratrag.), cf. 1531 (hex.).— Rare in Prose, ἡ παῖς ἀπήγξατο ὑπὸ ἄχεος Hdt.2.131; ἄ. αὐτὸν ἔλαβεν X.Cyr.5.5.6, cf. Plu.Cor.20.

German (Pape)

[Seite 419] τό, Schmerz, Pind. P. 3, 50. 4, 237. Bei Hom. oft, von Gemüthszuständen, Betrübniß, Aerger, Unmuth, ἐπεί μιν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἵκανεν Il. 2, 171; τινός, um jemand; ἄχος αὐτὸν ἔλαβε Xen. Cyr. 6, 1, 32; ἄχος ἄγειν Soph. El. 119. Häufiger noch in späterer Prosa, bes. Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἄχος: -εος, τό, (ἴδε ἐν λ. ἄγχω), ἐνδόμυχος, σφοδρὰ λύπη, «ἔστι δὲ ἄχος λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα» Εὐστ. παρ’ Ὁμ. ἀείποτε θλῖψις τῆς ψυχῆς, ἄχος αἰνόν, ἄλαστον, ἄτλητον, ὀξύ Ἰλ. Δ. 169, κ. ἀλλ., ἄχεος νεφέλη μέλαινα Ρ. 591· ἄχε’ ἄκριτα Γ. 412· παρὰ Πινδ. καὶ τοῖς Τραγ. ἐπί τε τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς δειμάτων ἄχη Αἰσχύλ. Χο. 505· ἀκοῦ δ’ ἄχος Σοφ. Τρ. 1035· περὶ τοῦ οὐρανίου ἄχους, ἴδε ἐν λ. οὐράνιος· ἐμοί δ’ ἄχε’, ἄχεα κατέλιπε, παρῳδούμενος τραγικὸς στίχος ἐν Ἀριστοφ. Βατρ. 1353. - Σπάνιον παρὰ τοῖς πεζολόγοις, οἷον ἐν Ἡροδ. 2. 131, Ξεν. Κύρ. 5. 5, 6.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
douleur morale, chagrin, affliction : τινος IL au sujet de qqn.
Étymologie: R. Ἀχ, presser, étreindre ; cf. ἄχνυμαι.

English (Autenrieth)

εος (root ἀχ): anguish, distress, for oneself or for another (τινός), pl. ἄχεα, woes; ἀλλά μοι αἰνὸν ἄχος σέθεν ἔσσεται, ὦ Μενέλᾶε, | αἴ κε θάνῃς, Il. 4.169; so ἄχος γένετό τινι, ἀμφεχύθη, εἷλεν, ἔλαβέ τινα, θῦμὸν ἵκᾶνεν, etc.; ἔχω ἄχἐ ἄκριτα θῦμῷ, Il. 3.412, Ζ , Od. 19.167.

English (Slater)

ᾰχος
   1 pain, distress ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων ἔξαγεν sc. Asklepios (P. 3.50) ἴυξεν δ' ἀφωνήτῳ περ ἔμπας ἄχει Αἰήτας (P. 4.237)

Spanish (DGE)

-εος, τό

• Prosodia: [ᾰ-]
1 sent. moral dolor, aflicción como reacción a distintos sucesos desgraciados:
a) por muerte o herida Ἕκτορα δ' αἰνὸν ἄχος πύκασε φρένας ἀμφὶ μελαίνας Il.17.83, οὐράνι' ἄχη dolores que claman al cielo A.Pers.573, cf. Il.17.591, Alcm.116, E.Fr.3.Sn.A., c. expresión de la causa en gen. Πατρόκλῳ δ' ἄρ' ἄχος γένετο φθιμένου ἑτάροιο Il.16.581, μοι αἰνὸν ἄχος σέθεν ἔσσεται Il.4.169, cf. 12.392;
b) por humillación o ultraje Πηλεΐωνι δ' ἄχος γένετ' Il.1.188, Τρῶας δ' ἄχος ἔλλαβε θυμόν Il.14.475, ἔχω δ' ἄχε' ἄκριτα θυμῷ Il.3.412, cf. 16.52, Od.16.87, h.Dem.90, ἄχος ὀξὺ κατὰ φρένα Il.19.125, ἐν δέ οἱ ἤτορ δῦν' ἄχος ἄτλητον Il.19.367, δριμὺ δ' Ἄρη ἄχος εἷλεν Hes.Sc.457, δνοφέοις ἀχέεσσιν Ibyc.222.6S., cf. B.11.85, ἡ παῖς ἀπήγξατο ὑπὸ ἀχέος Hdt.2.131, cf. X.Cyr.5.5.6, Plu.Cor.20, βαρύζηλα ἄχεα Nonn.D.8.281;
c) por el terror ante una situación angustiosa Ἀτρεΐδης δ' ἄχεϊ μεγάλῳ βεβολημένος ἦτορ Il.9.9, cf. Od.10.247, ἄχος οἱ χύτο μυρίον ὀφθαλμοῖσι Il.20.282, δεινὰ δειμάτων ἄχη terribles terrores dolorosos A.Ch.586, cf. ἐμοὶ δ' ἄχε' ἄχεα κατέλιπε (parod.), Ar.Ra.1353;
d) c. sent. más gener. δᾶμον ὑπὲξ ἀχέων ῥύεσθαι Alc.129.20, cf. 370, ἀνδρείων ἀχέων ἀπόκληροι Emp.B 147.2, δεινὸν ... ἄχος Philostr.VS 498 (= Antipho Soph.A 6), def. como λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα Chrysipp.Stoic.3.100.
2 sent. fís. dolor, sufrimiento de Asclepio λύσαις ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων ἔξαγεν Pi.P.3.50, ἀκοῦ δ' ἄχος S.Tr.1036, cf. ἄχη· λύπας Hp. en Erot.21.6.

• Etimología: Se rel. gener. c. gót. agis, ags. ege ‘temor’, gót. ōg, airl. ad-āgor ‘yo temo’, aunque hay dificultades semánticas. Es posible que se trate de la misma raíz *H2egh- de ἄχθος q.u.

Greek Monolingual

ο
1. ήχος, βοή
2. υπόκωφος ήχος
3. ήχος φλογέρας ή άλλου οργάνου
4. αναστεναγμόςαναστενάζω, βγαίνει αχός, και μέσα μένει ο πόνος»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αχώ < ηχώ].

Greek Monotonic

ἄχος: -εος, τό, πόνος, ενόχληση, σε Όμηρ., Πίνδ., Αττ. ποιητές.

Russian (Dvoretsky)

ἄχος: εος (ᾰ) τό
1) (физическая) боль, страдание Pind.;
2) скорбь, печаль, горе Hom., Trag., Her., Xen., Plut.

Middle Liddell


pain, distress, Hom., Pind., attic Poets.