Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄψ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὄψ Medium diacritics: ὄψ Low diacritics: οψ Capitals: ΟΨ
Transliteration A: óps Transliteration B: ops Transliteration C: ops Beta Code: o)/y

English (LSJ)

(A), ἡ, poetic Noun, used in obliq. cases of sg., ὀπός, ὀπί, ὄπα,

   A voice, whether in speaking, shouting, lamenting, Ἀτρείδεω ὀπὸς ἔκλυον Il.16.76, cf. 14.150, 18.222, 22.451, etc.; or in singing, Κίρκης . . ἀειδούσης ὀπὶ καλῇ Od.10.221, cf. 5.61; ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ Il.1.604, cf. Hes.Th.41, al., Pi.N.7.84, al., B.16.129, A.Supp.60 (lyr.), etc.; also of cicadae, ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι Il.3.152; of lambs, ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν 4.435; of flutes, αὐλῶν φθεγγομένων ἱμερόεσσαν ὄπα Thgn. 532.    II word, ὡς γὰρ ἐγὼν ὄπ' ἄκουσα θεῶν Il.7.53; ἀμείλικτον δ' ὄπ' ἄκουσαν 11.137, cf. 21.98, S.El.1068 (lyr.), etc. (Cogn. with ἔπος, εἰπεῖν.)
ὄψ (B), ἡ, gen. ὀπός, (ὄψομαι)

   A = ὄψις, the eye, face, Emp.88, Antim.63.

German (Pape)

[Seite 431] ὀπός, ἡ (ἔπος), die Stimme des Sprechenden, Singenden, Rufenden; οὐδέ πω Ἀτρείδεω ὀπὸς ἔκλυον αὐδήσαντος, Il. 16, 76; Μοῦσαι ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ, 1, 604; ἀειδούσης ὀπὶ καλῇ, Od. 10, 221; der Sirenen, 12, 52; auch von den Cicaden, ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι, Il. 3, 152; ἀρνῶν, 4, 435; Ausspruch, Rede, 7, 53. 11, 137. 21, 98; Pind. ἔβαλεν ὕμνος ὀπὶ νέων κελαδέων, N. 3, 63; ὄπα γλυκεῖαν προχεόντων ἐμάν, P. 10, 56, öfter; Aesch. Suppl. 58; Soph. El. 1057; ἤκουσαν ὑστάτην ὄπα, Eur. Hec. 555; ἐξέκλαγξ' ὄπα ἀξύνετον, Ion 1204, öfter; einzeln bei sp. D.; der plur. scheint nicht vorzukommen.

Greek (Liddell-Scott)

ὄψ: (Α), ἡ, ποιητ. ὄνομα ἐν χρήσει μόνον ἐν ταῖς πλαγίαις πτώσεσι τοῦ ἑνικοῦ, ὀπός, ὀπί, ὄπα˙ - φωνή, εἴτε ἐν ὁμιλίᾳ, Ἀτρείδεω ὀπὸς ἔκλυον Ἰλ. Π. 76˙ ξυνέηκε θεᾶς ὄπα φωνησάσης Β. 182, κτλ.˙ εἴτε ἔν ᾄσματι, Κίρκης .. ἀειδούσης ὀπὶ καλῇ Ὀδ. Κ. 221, πρβλ. Ε. 61˙ ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ Ἰλ. Α. 604˙ οὕτω παρ’ Ἡσ., Πινδ. καὶ τοῖς Τραγ., ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης φωνῆς˙ ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς φωνῆς τῶν τεττίγων, ὄπα λειριόεσσαν ἱεῖσι Ἰλ. Γ. 152˙ τῶν ἀμνῶν, ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν Δ. 435˙ τῶν αὐλῶν, αὐλῶν φθεγγομένων ἱμερόεσσαν ὄπα Θέογν. 532. ΙΙ. λόγος, ὣς γὰρ ἐγὼν ὄπ’ ἄκουσα θεῶν Ἰλ. Η. 53˙ ἀμείλικτον δ’ ὄπ’ ἄκουσαν Λ. 137., Φ. 98, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 1068, κτλ. (Ἐκ τῆς √ΕΠ, ὅθεν καὶ ἔπος, εἰπεῖν).

French (Bailly abrégé)

1ὀπός (ἡ) ; dat. ὀπί, acc. ὄπα;
1 voix (de l’homme, des dieux, des animaux);
2 parole, langage.
Étymologie: R. Ϝεπ, parler, v. ἔπος ; cf. lat. voco, vox.

English (Autenrieth)

ὀπός (ϝόψ, root ϝεπ): ϝοιξε, properly the human voice with its varied expressiveness; then applied to the cicada, lambs, Il. 3.152, Il. 4.435.

Greek Monotonic

ὄψ: ἡ (εἰπεῖν), χρησιμ. μόνον στις πλάγ. πτώσεις του ενικ. ὀπός, ὀπί, ὄπα·
I. φωνή, σε Όμηρ., Ησίοδ., Τραγ.· λέγεται για τους αυλούς, σε Θέογν.
II. λέξη, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὄψ: ὀπός ἡ [одного корня с ἔπος (только sing. в косв. падежах)
1) голос (Ἀτρείδεω, Κίρκης ἀειδούσης, sc. τεττίγων, ἀρνῶν Hom.);
2) слово, речь (θεῶν Hom.).
ὀπός ἡ [одного корня с ὄψομαι взор, зрение, видение Emped.

Frisk Etymological English

1.
Grammatical information: f.
Meaning: voice, sound, word (Il.).
Other forms: only in ὄπα, -ός, .
Compounds: On εὑρύοπα, s. v.
Derivatives: On ὄσσα f., s. v.
Origin: IE [Indo-European] [1135] *u̯ekʷ- speak.
Etymology: Suffixless noun to the athem. verb Skt. vák-ti he speaks, IE *u̯okʷ-s bzw. *u̯ekʷ-ti; with long vowel Lat. vōx. Besides an s-stem in ἔπος (s.v.). -- Cf. ἐνοπή.
2. ὀπός Grammatical information: f.
Meaning: eye, face
See also: s. ὄπωπα.

Middle Liddell

only used in obl. cases of sg. ὀπός, ὀπί, ὄπα] εἰπεῖν
I. a voice, Hom., Hes., Trag.; of flutes, Theogn.
II. a word, Il., Soph.

Frisk Etymology German

ὄψ: 1.
{*óps}
Forms: nur in ὄπα, -ός, -ί
Grammar: f.
Meaning: Stimme, Laut, Wort (ep. poet. seit Il.).
Composita : Als Hinterglied wahrscheinlich in εὐρύοπα, s. bes.
Derivative: Davon ὄσσα f., s. bes.
Etymology : Suffixloses Nomen zum athem. Verb aind. vák-ti er spricht, idg. *u̯óqʷ-s bzw. *u̯éqʷ-ti; mit Dehnstufe lat. vōx. Daneben ein s-Stamm in ἔπος (s.d.). — Vgl. ἐνοπή.
Page 2,458
2. ὀπός
{óps}
Grammar: f.
Meaning: Auge, Gesicht
See also: s. ὄπωπα.
Page 2,458