Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἶθοψ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: αἰθοψ Medium diacritics: αἶθοψ Low diacritics: αίθοψ Capitals: ΑΙΘΟΨ
Transliteration A: aîthops Transliteration B: aithops Transliteration C: aithops Beta Code: ai)qoy

English (LSJ)

οπος, (αἰθός, ὄψ)

   A fiery-looking, in Hom. as epith. of metal, flashing, αἴθοπι χαλκῷ Il.4.495, etc.; and of wine, sparkling (or 'fiery', cf. Epigr. ap. Luc.Dips.6), αἴθοπα οἶνον 4.259, etc.; once of smoke, mixed with flame (cf. αἴθαλος), Od.10.152; αἶ. φλογμός, λαμπάς, E. Supp.1019, Ba.594 (both lyr.).    2 black, Opp.H.1.133, etc.; αἴθοπι κισσῷ App.Anth.3.166 (Procl.).    II metaph., fiery, keen, λιμός Hes.Op.363; μῶμος Tim. Pers.223; δίψη Nonn.D.15.7; βα- σκανίη AP5.217 (Agath.).

Greek (Liddell-Scott)

αἶθοψ: -οπος, (αἰθός, ὄψ) ὁ ἔχων ὄψιν πυρός. Παρ’ Ὁμ. ὡς ἐπίθ. μετάλλων = ἀστράπτων, αἴθοπι χαλκῷ, Ἰλ. Δ. 495, κτλ.· καὶ ἐπὶ οἴνου = ἀφρίζων, πομφολύζων (οὐχὶ θερμὸς ὡς πῦρ ἢ δυνατός, καθὼς ἄλλοι ἑρμηνεύουσιν)· αἴθοπα οἶνον, Δ. 259, κτλ.· ἅπαξ ἐπὶ καπνοῦ, Ὀδ. Κ. 152, ἔνθα πιθανῶς σημαίνει ἐρυθρὸν καπνόν, ὅ ε. μεμιγμένον μετὰ φλογός, ὡς τὸ αἴθαλος· κατόπιν αἶθοψ φλογμός, λαμπάς, Εὐρ. Ἱκ. 1019, Βάκχ. 594. 2) σκοτεινός, ἀμαυρός, μέλας, Ὀππ. Ἁλ. 1. 133, κτλ.· αἴθοπι κισσῷ, Ἀνθ. Π. παράρτ. 69. ΙΙ. μεταφ., πυρώδης, θερμός, ὀξύς, Λατ. ardens, λιμός, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 361· βασκανίη, Ἀνθ. Π. 5. 218: ὁρμητικός, μανιώδης, ἀνήρ, Σοφ. Αἴ. 224· ἴδε ἐν λέξ. αἴθων.

French (Bailly abrégé)

οπος (ὁ, ἡ)
1 qui est couleur de feu ; étincelant, éclatant;
2 fig. enflammé, ardent ; violent, furieux.
Étymologie: αἴθω, ὤψ.

Greek Monotonic

αἶθοψ: -οπος (αἴθω, ὄψ),
I. 1. αυτός που έχει φλογισμένη όψη, λέγεται για μέταλλο, αυτό που αστράφτει, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· επίσης λέγεται για κρασί, αυτό που αφρίζει, στο ίδ.· επίσης, για καπνό, ανακατεμένος με φλόγα, σε Ομήρ. Οδ.
2. μελανός, σκοτεινός, σε Ανθ.
II. μεταφ., φλογερός, θερμός, οξύς, Λατ. ardens, σε Ησίοδ., Σοφ.

Middle Liddell

αἴθω, ὄψ]
I. fiery-looking, of metal, flashing, Il., etc.; of wine, sparkling, Il.; of smoke, mixed with flame, Od.
2. swart, dark, Anth.
II. metaph. fiery, keen, eager, Lat. ardens, Hes., Soph.