Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐξητικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: αὐξητικός Medium diacritics: αὐξητικός Low diacritics: αυξητικός Capitals: ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: auxētikós Transliteration B: auxētikos Transliteration C: afksitikos Beta Code: au)chtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A growing, of growth, ἡ αὐ. ζωή Arist.EN1098a1; ψυχή Id.Juv.469a26; αὐ. εἰς μῆκος Thphr. HP1.9.1. Adv. -κῶς, κινεῖσθαι Ph.1.492.    II Act., promoting growth, c. gen., σπληνός Hp.Acut.62; μεγέθους S.E.M.3.24: abs., τροφή Arist.GA745a3; -κόν, τό, Id.Cael.310a29.    2 metaph., amplificatory, in Rhet., Id.Rh.1368a10, Longin.11.2, etc. Adv. -κῶς Id.38.2, Sch.Il.Oxy.221 ix 31.    III productive, Aq.Is.32.12.

Greek (Liddell-Scott)

αὐξητικός: -ή, -όν, ὁ ἔχων τὴν ἰδιότητα νὰ αὐξάνῃ, νὰ μεγαλώνῃ, ἀφοριστέον ἄρα τήν τε θρεπτικὴν καὶ τὴν αὐξητικὴν ζωὴν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 7, 12· εἰς μῆκος αὐξητικά, τὰ αὐξάνοντα εἰς μῆκος, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 1. 9, 1: ― Ἐπίρρ. -κῶς Φίλων 1. 492. ΙΙ. ἐνερ. ὁ συντελῶν εἰς τὴν αὔξησιν, τινος Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 394. 2) μεταφ. ἐν τῇ ῥητορικῇ, ὁ μεγεθύνων, ὁ μεγαλύνων, χρηστέον δὲ καὶ τῶν αὐξητικῶν πολλοῖς Ἀριστ. Ρητ. 1. 9, 38· ― Ἐπίρρ. -κῶς Λογγῖν. 38. 2.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 apte à s’accroître, à se développer;
2 propre à l’amplification.
Étymologie: αὐξάνω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I que crece, capaz de desarrollarse ζωή Arist.EN 1098a1, de ciertos árboles como la palmera ἔστι ... εἰς μῆκος αὐξητικά aumentan en altura Thphr.HP 1.9.1.
II 1que hace crecer, que favorece el crecimiento τροφή Arist.GA 745a3, Gal.18(1).180, ψυχὴ αὐ. op. αἰσθητική y θρεπτική Arist.Iuu.469a26
c. gen. obj., del agua αὐ. σπληνός Hp.Acut.62, Ἑρμῆς οὐ πολέμου αὐ. ἀλλ' εἰρήνης Duris 30, ὅ ἐστι μεγέθους αὐξητικόν lo que hace crecer una magnitud S.E.M.3.24.
2 productivo, fructífero ἄμπελος Aq.Is.32.12.
3 ret. que amplifica λόγος αὐ. Aphth.Prog.7 (p.16)
οἱ αὐξητικοί medios de amplificación Arist.Rh.1368a10, Longin.11.2.
III adv. -ῶς
1 aumentando, creciendo κινεῖσθαι Ph.1.492.
2 ret. de forma amplificada διὰ τὴν τοῦ πάντα αὐ. ἐθέλειν λέγειν φιλοτιμίαν Longin.38.2, αὐ. οὖν εἴρηκεν ὁ ποταμός Sch.Er.Il.21.229-32 (p.99).

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM αὐξητικός, -ή, -όν)
αυτός που συντελεί ή προκαλεί αύξηση, ανάπτυξη, επέκταση
αρχ.-μσν.
αυτός που έχει την τάση να αυξάνει, να μεγαλώνει
αρχ.
1. (ρητορ.) αυτός που επαυξάνει, που πλουτίζει τον λόγο
2. παραγωγικός.

Russian (Dvoretsky)

αὐξητικός:
1) способный расти, растущий, развивающийся (ζωή Arst.);
2) способствующий росту (τροφή Arst.);
3) рит. расширительный, увеличительный (τῶν αὐξητικῶν πολλοῖς χρῆσθαι Arst.).