Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θύελλα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: θύελλα Medium diacritics: θύελλα Low diacritics: θύελλα Capitals: ΘΥΕΛΛΑ
Transliteration A: thýella Transliteration B: thyella Transliteration C: thyella Beta Code: qu/ella

English (LSJ)

[ῠ], ἡ, (θύω, cf. ἄελλα from ἄημι) A hurricane, squall (cf. Arist.Mu.395a6), κακὴ ἀνέμοιο Il.6.346, al.; μισγομένων ἀνέμων… θ. Od.5.317; πυρός τ' ὀλοοῖο θύελλαι, prob. thunderstorms, 12.68; κούρας ἀνέλοντο θ. 20.66; τοὺς δ' αἶψ' ἁρπάξασα φέρεν πόντονδε θ. 10.48, cf. S.El.1151; ποντία θ. Id.OC1660; in similes, φλογὶ ἶσοι ἠὲ θυέλλῃ Il. 13.39; ἴκελοι πυρὶ ἠὲ θ. Hes.Sc.345: metaph., ἄτης θύελλαι (nisi leg. θυηλαί, q. v.) A.Ag.819; ὀχλικὴ θ. Phld.Rh.1.184S.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1221] ἡ (θύω), Sturm, Wirbelwind; oft bei Hom., auch ἀνέμοιο θ. u. ἀνέμων θ., Od. 5, 316. 10, 54, wie Eur. Cyel. 109; ποντία Soph. O. C. 1656; ein wegreißender, entraffender, Πανδαρέου κούρας ἀνέλοντο θύελλαι Od. 20, 66; τοὺς δ' αἶψ' ἁρπάξασα φέρεν πόντονδε θ. 10, 47; πάντα συναρπάσας θύελλ' ὅπως βέβηκας Soph. El. 1140. Übertr., ἄτης θ. Aesch. Ag. 793. Aber πυρὸς θύελλα, Od. 12, 67, scheint Sturm mit Blitzen zu sein; vgl. jedoch φλογὶ ἶσοι ἠὲ θυέλλῃ, Il. 13, 39, u. ἴκελοι πυρὶ ἠὲ θ., Hes. Sc. 345.

Greek (Liddell-Scott)

θύελλα: ἡ (θύω, ὡς ἄελλα ἐκ τοῦ ἄημι)∙ - ποιητ. λέξις, σφοδρότατη καταιγίς, ἀνεμοστρόβιλος (πρβλ. Ἅρπυιαι), κακὴ ἀνέμοιο θύελλα Ἰλ. Ζ, 346. πρβλ. Ὀδ. Κ. 54, Μ. 288∙ μισγομένων ἀνέμων... θύελλα Ὀδ. Ε. 317∙ πυρὸς δ’ ὁλοοῖο θύελλαι, πιθαν. καταιγίδες μετ’ ἀστραπῶν καὶ βροντῶν, Μ. 68∙ κούρας ἀνέλοντο θύελλαι Υ. 66∙ τοὺς αἶψ’ ἀρπάξασα φέρεν πόντονδε θ. Κ. 48, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 1150∙ ποντία θ. ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1660∙ ἐν παρομοιώσεσι, φλογὶ ἶσοι ἡὲ θυέλλῃ Ἰλ. Ν. 39∙ ἴκελοι πυρὶ ἠὲ θ. Ἡσ. Ἀσπ. Ἠρ. 345∙ - μεταφ., ἄτης θύελλαι (ἴδε ἐν λ. θυηλή) Αἰσχύλ. Ἀγ. 819.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
coup de vent, ouragan, tempête.
Étymologie: θύω.

English (Autenrieth)

(θύω): blast, gust, squall; πυρὸς ὀλοοῖο, from volcanic islands, Od. 12.68, 202, 219; figuratively assumed as the agency causing the sudden disappearance of lost persons (cf. ἅρπυια), Od. 20.63, Od. 4.515.

English (Strong)

from θύω (in the sense of blowing) a storm: tempest.

English (Thayer)

θυελλης, ἡ (θύω to boil, foam, rage, as ἄελλα from ἄω, ἄημι), a sudden storm, tempest, whirlwind: Homer, Hesiod, Tragg., others) (Cf. Schmidt, chapter 55,11; Trench, § 73at the end.)

Greek Monolingual

ἡ (ΑΜ θύελλα, Μ και θυέλλη)
1. σφοδρός άνεμος με βροχή, καταιγίδα, μπόρα (α. «κακὴ ἀνέμοιο θύελλα» β. «πυρὸς δ' ὀλοοῑο θύελλαι» — καταιγίδες με βροντές και κεραυνούς, Ομ. Ιλ.)
2. μτφ. ταραχή, σύγχυση, αναστάτωση
νεοελλ.
1. μτφ. καταστροφή, καταστρεπτικό γεγονός
2. (μετεωρ.) ισχυρή διαταραχή της ατμόσφαιρας πάνω από την ξηρά ή τη θάλασσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θύω(ΙΙ) + επίθ. -ελλα, κατά το άελλα.
ΠΑΡ. θυελλώδης
αρχ.
θυέλλειος, θυελλήεις, θυελλίζω.
ΣΥΝΘ. αρχ. θυελλόπους, θυελλοτόκος, θυελλοφορούμαι
νεοελλ.
θυελλοδύτης, θυελλοπούλι].

Greek Monotonic

θύελλα: ἡ, (θύω, όπως το ἄελλα από το ἄημι) δυνατή, σφοδρή καταιγίδα, θύελλα, σε Όμηρ.· πυρὸς θύελλαι, κεραυνοθύελλες, σε Ομήρ. Οδ.· ποντία θύελλα, σε Σοφ.· μεταφ., ἄτης θύελλαι, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

θύελλα: ἡ (тж. θ. ἀνέμοιο или ἀνέμων Hom., Eur.) буря, ураган (ποντία Soph.): πυρὸς θύελλαι Hom. огненный ураган; ἄτης θύελλαι Aesch. буря бедствий.

Middle Liddell

θύελλα, ἡ, [θύω, as ἄελλα from ἄημι
a furious storm, hurricane, Hom.; πυρὸς θύελλαι thunderstorms, Od.; ποντία θ. Soph.; metaph., ἄτης θύελλαι Aesch.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: stormwind (Il., Arist.);
Compounds: θυελλόπους (Nonn.) after ἀελλό-πο(υ)ς (Θ 409) a.o.
Derivatives: θυελλώδης (Sch. S.) like ἀελλώδης (sch. Il.).
Origin: IE [Indo-European] [261] *dʰeuh₂- storm, rage, dash
Etymology: From θύω storm, rage, dash, perhaps after ἄελλα (s. v.), where the l-suffix was inferited (Porzig Satzinhalte 350). Cf. Illyr. Δύαλος (s. v.) with Specht, Ursprung 328.

Frisk Etymology German

θύελλα: {thúellă}
Grammar: f.
Meaning: Sturmwind (poet. seit Il., Arist. usw.);
Composita : θυελλόπους (Nonn.) nach ἀελλόπο(υ)ς (Θ 409 u. a.); θυελλώδης (Sch. S.) wie ἀελλώδης (Sch. Il.).
Etymology : Bildung von θύω toben, stürmen, wahrscheinlich nach Muster von ἄελλα (s. d.), wo das l-Suffix altererbt war (Porzig Satzinhalte 350); zu bemerken jedoch illyr. Δύαλος (s. d.); dazu noch Specht Ursprung 328.
Page 1,690

Chinese

原文音譯:qÚella 替誒拉
詞類次數:名詞(1)
原文字根:感覺 旋轉
字義溯源:風暴,旋風,暴風,颶風;源自(θύω / ἐπιθύω)*=急進,吹)。參讀 (ἄνεμος)的比較
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 暴風(1) 來12:18

English (Woodhouse)

θύελλα = storm

⇢ Look up "θύελλα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)