Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπάω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: σπάω Medium diacritics: σπάω Low diacritics: σπάω Capitals: ΣΠΑΩ
Transliteration A: spáō Transliteration B: spaō Transliteration C: spao Beta Code: spa/w

English (LSJ)

S.Ant.1003, Ar.Pax 498, etc.: fut. σπάσω [ᾰ] Lyc.484, (δια-) Hdt.7.236, (ἐπι-) S.Aj.769: aor.

   A ἔσπᾰσα Il.13.178 (tm.), Ep. σπάσα 5.859 (tm.), etc.: pf. ἔσπᾰκα Arist.Pr.930a21, (ἀν-) Hp.Superf. 22, Ar.Ach.1069:—Med., fut. σπάσομαι Hp.Vict.2.38, etc.: aor. ἐσπᾰσάμην Il.19.387, Hdt.3.29, Philostr.VA7.42, Ep. σπασάμην Od. 10.166, Ep. also σπάσσασθε, σπασσάμενος (v. infr.):—Pass., fut. σπασθήσομαι Gal.16.760, (δια-) X.An.4.8.10: aor. ἐσπάσθην Il.11.458, etc.: pf. ἔσπασμαι Hp.Morb.1.20, (δι-) Th.6.98, etc.; also in med. sense, X.An.7.4.16, Cyr.7.5.29. Mostly poet. (ἕλκω being preferred in Prose):—draw, hence,    I of a sword, draw, mostly in Med., φάσγανά τε σπάσσασθε Od.22.74; σπασσάμενος . . ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ Il.16.473; ἐκ δ' ἄρα σύριγγος . . ἐσπάσατ' ἔγχος 19.387; σπασαμένων τὰς μαχαίρας PTeb.48.19 (ii B.C.), cf. 138 (ii B.C.): in Act., ξίφος σπάσαντα E.Or.1194; φάσγανον σπάσας χερί Id.IT 322:—Pass., ἐσπασμένοι τὰ ξίφη having their swords drawn, X.An.7.4.16; ἐσπασμένον ὃν εἶχεν ἀκινάκην Id.Cyr.7.5.29; ἐσπασμένοις τοῖς ξίφεσι D.S. 4.52.    2 of other things, ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατο Od.2.321; σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε 10.166; ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον drew the lot (out of the helmet), A.Ag.333:—Pass., σπασθέντος (sc. ἔγχεος ἔξω χροός) Il.11.458.    3 abs., σπᾶτ' ἀνδρείως pull, hoist away, like men, Ar.Pax 498.    II of violent actions, pluck off or out, κόμην S.OT1243; λάχνην Id.Tr.690; cf. σπαστέος.    2 tear, rend, esp. of ravenous animals, S.Ant.258, 1003; λαιμοτόμους κεφαλάς dub. l. in E.IA776 (lyr.); σ. τοῖς ὄνυξιν [τοὺς νεοττούς], of the eagle, Arist.HA619b31:—Pass., φλέβιον, σάρκα σπασθῆναι, Hp.Morb. 1.17.    3 wrench, sprain, τὸ σκέλος ἔσπασε Plu.Arat.33:—Pass., τὸν μηρὸν σπασθῆναι Hdt.6.134; τοὺς πόδας E.Cyc.639.    4 snatch, tear or drag away, πῶλον παρὰ συννόμων Pl.Lg.666e; ὑπὸ πτερῶν E. Andr.441:—Pass., ἔλαφον ἀπ' ἐμῶν γονάτων σπασθεῖσαν Id.Hec.92 (lyr.); ἐκ βραχίονος σπασθείς ib.408.    5 metaph., carry away, draw aside, ἀλλά σ' ἔσπασεν πειθώ S.El.561; τὰ πάθη οἷον νεῦρα σ. ἡμᾶς Pl. Lg.644e.    6 Medic., cause convulsion or spasm, v.l. in Hp.Art. 67:—Pass., to be convulsed, σπασθεὶς ἀποθνῄσκει Id.Aph.5.5, Thphr. HP 4.4.13, etc.; ἐσπᾶτο γὰρ πέδονδε καὶ μετάρσιος, of Heracles in his agony, S.Tr.786, cf. σπάσμα, σπασμός: metaph., to be harassed, anxious, Arr.Epict.1.1.16.    III draw in, suck in, θρόμβον αἵματος A. Ch.533; ἔσπασεν ἄμυστιν ἑλκύσας E. Cyc.417; συνεκθανεῖν σπῶντα χρὴ τῷ πώματι ib.571; μεστὴν ἀκράτου Θηρίκλειον ἔσπασεν Alex.5, cf. 285; opp. λάπτω, κάπτω, Plu. 2.699d, cf. σπάσις 11; σ. τὸν μαστόν suck it, Arist.HA587a33; σ. ἀμυστί Ael.NA6.51; and in Med., ταυρείου σπασάμενος αἵματος Apollod.1.9.27:—Pass., of the female, to be sucked, Arist.HA576b11 (τὸ ἄγαν σπᾶσθαι prob. l.); cf. ἕλκω A. 11.4.    2 σ. τὸ πνεῦμα draw breath, Id.Resp.473a2; τὸν ἀέρα τὸν κοινόν Men.531.7; absorb, ἕκαστον τῶν τοῦ σώματος τὸ αὑτῷ οἰκεῖον ἐσπακέναι Arist.Pr.930a21.    3 metaph., derive, τροφήν, of winds, Hp.Vict.2.38; πειθώ τε καὶ εἵμερον ἔσπασε ἐκ . . drew, derived .., IG14.889 (Sinuessa); σ. ἔρωτα enjoy it, Opp.H.4.270; ὀλίγον ὕπνου σ. snatch a little sleep, Hld.5.1:—Med., Id.2.16.    IV draw tight, pull the reins, χαλινῷ τὸ στόμα τοῦ ἵππου X.Eq.9.7.1, cf. 9.5; but τὸν χαλινὸν ἐκ τῶν ὀδόντων ἵππου Pl.Phdr.254e.    2 of angling, ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν Ar. Th.928: hence prov., οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γε 'he took nothing by his motion', Id.V.175.    V derive, ἐπωνυμίαν παρά τινων Philostr.VS2.10.6, cf. Ael.NA14.15 (Med.); ἀρχὴν λυρικῆς καὶ πέρας σ. AP9.184 (s. v.l.); ῥίζαν σ. τινός derive one's origin from... Lyc.623; σ. τὴν κλῆσιν ἀπό τινος S.E.M.1.46; ἔννοιαν θεοῦ ἐκ τῶν κατὰ τοὺς ὕπνους φαντασιῶν Epicur.Fr.353.

German (Pape)

[Seite 918] fut. σπάσω, aor. ἔσπασα, σπάσαι, perf. ἔσπακα, ἔσπασμαι, 1) ziehen, herausziehen; Hom., im aor. med., für sich, zu sich, ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατο, aus der Hand zog er seine Hand, Od. 2, 321; σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε, 10, 166; bes. das Schwert, φάσγανά τε σπάσσασθε 22, 74, σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ 10, 439, u. öfter; ἐκ δ' ἄρα σύριγγος πασπασθέντος, sc. ἔγχεος ἐξ ὠτειλῆς, Il. 11, 458; Pind. σπασσάμενος ἄροτρον, P. 4, 234; ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον, wie Jeder sein Loos gezogen, Aesch. Ag. 324; κόμην σπῶσα, das Haar raufend, Soph. O. R. 1243; von wilden Thieren, zerren, zerfleischen, Ant. 258; von Raubvögeln, σπῶντας ἐν χηλαῖσιν ἀλλήλους φοναῖς ἔγνων, Ant. 990, wo der Schol. erkl. σπαράττοντες ἀλλήλο υς φοινικοῖς ὄνυξι; ξίφος σπάσαντα, Eur. Or. 1194, u. öfter; Xen. vrbdt ἐσπασμένος ἀκινάκην, mit gezücktem Schwerte, Cyr. 7, 5, 29, u. öfter so im med., u. Sp.; – τὸ σκέλος ἔσπασε φεύγων, er verrenkte sich das Bein, Plut. Arat. 33, wie bei Her. τὸν μηρὸν σπασθῆναι, 6, 134; vgl. Eur. Cycl. 693. – Bei den Medic. = Zuckungen, Krämpfe verursachen. – 2) einziehen, saugen, schlürsen, einen Zug thun (wie bei uns zechen von ziehen); ὥςτ' ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι, Aesch. Ch. 526; συνεκθανεῖν σπῶντα χρὴ τῷ πώματι, Eur. Cycl. 568; ἔσπασεν ἄμυστιν ἑλκύσας, 416; ἀμυστὶ σπῶσι, Ael. H. A. 6, 51; von λάπτειν verschieden, Plut. Symp. 7, 1, 3; – auch übertr., μικρὸν ἐσπάσαντο ὕπνου u. ὀλίγον ὕπνον σπάσωμεν, Heliod. 2, 16. 4, 1, Schlaf genießen; ἐπὶ θαλλοῖσιν ἔρωτα ἔσπασεν, Opp. Hal. 1, 269; überh. irgendwo entnehmen, sich aneignen, τὴν ἐπωνυμίαν παρ' αὐτοῦ ἔσπασεν, er nahm den Beinamen von ihm an, Philostr., u. öfter. – Sprichwörtlich wie det uns οὐκ ἔσπασε ταύτῃ γε, auf diese Weise zog es nicht, half oder wirkte es nicht, Ar. Vesp. 175, vgl. Th. 928.

Greek (Liddell-Scott)

σπάω: Ἀττ.· μέλλ. σπάσω [ᾰ], Λυκόφρ. 484, (δια-) Ἡρόδ. 7. 236, (ἐπι-) Σοφ. Αἴ. 769· - ἀόρ. ἔσπασα Ἀττ., Ἐπικ. σπάσα Ὅμ.· - πρκμ. ἔσπᾰκα Ἀριστ. Προβλ. 22. 2, (ἀν-) Ἱππ. 262. 35, Ἀριστοφ. Ἀχ. 1069· - Μέσ., μέλλ. σπάσομαι Αἰσχύλ. Θήβ. 1036, κτλ.· - ἀόρ. ἐσπᾰσάμην, Ἐπικ. σπασάμην, ὅστις εἶναι ὁ συνηθέστατος παρ’ Ὁμ. χρόνος, Ἐπικ. σπάσσασθε, σπασσάμενος (χάριν τοῦ μέτρου) Ὅμηρ. - Παθ. μέλλ. σπασθήσομαι Γαλην., (δια-) Ξεν. Ἀνάβ. 4. 8, 10· - ἀόρ. ἐσπάσθην Ἰλ. Λ. 458. Ἀττ.· - πρκμ. ἔσπασμαι Ἱππ. 455. 13, (δι-) Θουκ., κλπ.· ἀλλ’ ὡσαύτως ἐπὶ μέσ. σημασ., Ξεν. Ἀνάβ. 7. 4, 16, Κύρ. 7. 5, 29. (Παραβολὴ πρὸς τὸ ἀρχ. Γερμ. spann-an ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ √ΣΠΑ εἶναι βραχύτερος τύπος τῆς √ΣΠΑΝ· πρβλ. πένομαι). Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ποιητ. (ἀνθ’ οὗ οἱ πεζοὶ ἔχουσι τὸ ἕλκω), σύρω, «τραβῶ», ὅθεν, 1) ἐπὶ ξίφους, ἕλκω τὸ ξίφος, ἐκ τῆς θήκης ἐξάγω, φάσγανά τε σπάσσασθε Ὀδ. Χ. 74· σπασσάμενος ... ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ Ἰλ. Π. 473· ἐκ δ’ ἄρα σύριγγος ... ἐσπάσατ’ ἔγχος Τ. 387· ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατο Ὀδ. Β. 321· σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε Κ. 166· ἀλλ’ ἐν τῷ ἐνεργ., ξίφος σπάσαντα Εὐρ. Ὀρ. 1194· φάσγανον σπάσας χερὶ ὁ αὐτ. ἐν Ι. Τ. 322. - Παθ., σπασθέντος (ἐξυπαγ. ἔγχεος ἐξ ὠτειλῆς) Ἰλ. Λ. 458· ὡσαύτως, ἐσπασμένοι τὰ ξίφη, ἔχοντες τὰ ξίφη «τραβηγμένα» ἐκ τῶν θηκῶν, γυμνά, Ξεν. Ἀν. 7. 4, 16· ἐσπασμένον ὃν εἶχεν ἀκινάκην ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 7. 5, 29· ἐσπασμένοις τοῖς ξίφεσι Διόδ. 4. 52. 2) ἐπὶ ἄλλων πραγμάτων, πάλον σπᾶν, ἐξάγω τὸν κλῆρον (ἐκ τῆς περικεφαλαίας, κτλ.), Αἰσχύλ. Ἀγ. 333· - ἀπολ., σπᾶτ’ ἀνδρείως, σύρετε, σηκώνετε, «τραβᾶτε» ὡς ἄνδρες, Ἀριστοφ. Εἰρ. 498. ΙΙ. ἐπὶ βιαίων πράξεων, ἀποτίλλω, «μαδῶ», κόμην Σοφ. Ο. Τ. 1243· λάχην Τρ. 690. 2) ὡς τὸ σπαράσσω, διασπαράττω, ξεσχίζω, μάλιστα ἐπὶ ἁρπακτικῶν ζῴων, ὡς τὸ σπαράσσω, Σοφ. Ἀντ. 258, 10. 8· λαιμοτόμους κεφαλὰς Εὐρ. Ι. Α. 776· σπ. τοῖς ὄνυξιν [τοὺς νεοττούς], ἐπὶ τοῦ ἀετοῦ, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 34, 3. - Παθητ., φλέβον, σάρκα σπασθῆνοι Ἱππ. 453. 13 κἑξ. 3) σύρων συστρέφω, βιαίως τανύω, τὸ σκέλος ἔσπασε Πλουτ. Ἄρατ. 33. - τὸν μηρὸν σπασθῆναι Ἡρόδ. 6. 134· τοὺς πόδας Εὐρ. Κύκλ. 639. 4) ἁρπάζω, ἀποσπῶ, βιαίως ἀποχωρίζω, πῶλον παρὰ ξυννόμων Πλάτ. Νόμ. 666Ε· ἔλαφον ἀπ’ ἐμῶν γονάτων Εὐρ. Ἑκ. 92· - Παθ., ἐκ βραχίονος σπασθεὶς αὐτόθι 408· ὑπὸ πτερῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀνδρ. 441. 5) μεταφορ., παρασύρω, παραφέρω, ἀλλά σ’ ἔσπασε πειθὼ Σοφ. Ἠλ. 561· τὰ πάθη οἷον νεῦρα σπ. ἡμᾶς Πλάτ. Νόμ. 644Ε. 6) Ἰατρ., προξενῶ συστροφὴν ἢ σπασμόν, πιθαν. γραφὴ ἐν Ἱππ. π. Ἄρθρ. 830, ἴδε Littré· - Παθ., συστρέφομαι, συσπῶμαι, σπασμωδικῶς κινοῦμαι, σπασθεὶς ἀποθνήσκει Ἱππ. Ἀφ. 1252, πρβλ. 1255, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 22, 11, κτλ.· ἐσπᾶτο γὰρ πέδονδε καὶ μετάρσιος, ἐπὶ τοῦ Ἡρακλέους ἐν τῇ ἀγωνίᾳ του, Σοφ. Τρ. 786· πρβλ. σπάσμα, σπασμός· - μεταφορ., στενοχωροῦμαι, ὁ νοῦς μου περισπᾶται εἰς πολλά, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 1, 16. ΙΙ. μυζῶ, βυζαίνω, ῥοφῶ, θρόμβον αἵματος Αἰσχύλ. Χο. 533· ἔσπασεν ἄμυστιν ἑλκύσας Εὐρ. Κύκλ. 571· συνεκθανεῖν σπῶντα χρὴ τῷ πώματι αὐτόθι 573· μεστὴν ἀκράτου Θηρίκλειον ἔσπασεν Ἄλεξ. ἐν «Ἀγων.» 4, πρβλ. τὸν αὐτ. ἐν Ἀδήλ. 20· οὗτος εἶναιτρόπος καθ’ ὃν πίνουσι τὰ συνόδοντα καὶ τὰ πτηνά, ἐν ᾧ τὸ λάπτω δηλοῖ τὸν τρόπον καθ’ ὃν πίνουσι τὰ καρχαρόδοντα (πρβλ. σπάσις), Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 6, 1, π ρβλ. Πλούτ. 2. 699· οὕτω σπ. τὸν μαστόν, μυζῶ, θηλάζω, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 10, 5· σπᾶν ἀμυστὶ Αἰλ. π. Ζ. 6. 51· καὶ ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, ταύρου αἷμα σπασάμενος Ἀπολλόδ. 1. 9, 27· - Παθ., ἐπὶ τοῦ θήλεος, θηλάζομαι, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 22, 11· πρβλ. ἕλκω ΙΙ. 4. 2) οὕτω καὶ σπᾶν τὸ πνεῦμα ὁ αὐτ. π. Ἀναπν. 5, 6· τὸν ἀέρα τὸν κοινὸν Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 2. 7· μετὰ γεν. διαιρετ., σπ. τῆς ὀριγάνου Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 6, 7· ἕκαστον τῶν τοῦ σώματος τὸ αὐτῷ οἰκεῖον ἐσπακέναι ὁ αὐτ. ἐν Προβλ. 22. 2, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 10. 5, 7. 3) μεταφορ., πειθώ τε καὶ ἵμερον ἔσπασεν ἐκ …, ἤντλησεν, ἔλαβεν …, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 810. 5· σπ. ἔρωτα, ἀπολαύω αὐτοῦ, Ὀππ. Ἁλ. 4. 269· ὀλίγον ὕπνον σπ., «παίρνω» ὀλίγον ὕπνον, Ἡλιόδ. 5. 1· καὶ ἐν τῷ μέσῳ, ὁ αὐτ. 2. 16. IV. σύρω σφιγκτῶς, ἕλκω τὰ ἡνία, ἵππον, ἵππου στόμα Ξεν. Ἱππ. 7, 1., 9, 5· - ἀλλά, τὸν χαλινὸν ἐκ τῶν ὀδόντων ἵππου Πλάτ. Φαῖδρ. 254Ε. 2) ἐπὶ ἁλιείας, ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν Ἀριστοφ. Θεσμ. 928· ἐντεῦθεν παροιμ., οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γε, «τίποτε δὲν ἔπιασε» διὰ τῆς προτάσεώς του, ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 175. V. σπάσαι ἐπωνυμίαν, ἀναλαμβάνω, οἰκειοποιοῦμαι ἐπώνυμον, Φιλόστρ. 590, πρβλ. Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 1. 46· ἀρχὴν λυρικῆς καὶ πέρας ἐσπ. Ἀνθ. Π. 9. 184 ῥίζαν σπ. τινος, ἔχω τὴν ἀρχὴν ἐκ …, Λυκόφρ. 623· σπ. τὴν κλῆσιν ἀπό τινος Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 1. 46· ἔννοιαν θεοῦ ἐκ τῶν κατὰ τοὺς ὕπνους φαντασιῶν αὐτόθι 9. 25.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. σπάσω, ao. ἔσπασα, pf. ἔσπακα;
Pass. ao. ἐσπάσθην, pf. ἔσπασμαι;
tirer, particul.
1 tirer hors, retirer, extraire ; ἔγχος IL, ξίφος SOPH tirer une javeline, une épée;
2 attirer, tirer à soi ; ◊ prov.μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν AR cette ligne n’attira rien ; οὐκ ἔσπασε ταύτῃ γε AR cela ne prit pas, ne réussit pas ; particul. en parl. de liquides humer, boire à longs traits ; en parl. de mets dévorer, engloutir, avaler, acc. ; fig. au sens mor. attirer, diriger, conduire, séduire;
3 tirailler : κόμην SOPH arracher la chevelure ; avec un adv. de lieu : ἐσπᾶτο πέδονδε καὶ μετάρσιος SOPH il se roulait à terre, puis se relevait ; avec une prép. : σπ. ἀπό, ἔκ τινος EUR tirer violemment de, arracher de;
4 déchirer, lacérer, déchiqueter;
5 disloquer, arracher en tiraillant, déboîter : τὸ σκέλος PLUT la jambe ; Pass. se luxer (la jambe, le pied, etc.);
Moy. σπάομαι-ῶμαι (f. σπάσομαι, ao. ἐσπασάμην, pf. ἐσπασμαι) tirer à soi, particul.
1 tirer à soi hors de : φάσγανον OD tirer son épée, dégainer  ; τὰ ξίφη XÉN tirer les épées;
2 aspirer, humer, acc..
Étymologie: R. Σπα, tirer.

English (Autenrieth)

aor. ἔσπασα, σπάσε, mid. aor. (ἐ)σπα(ς)σάμην, pass. aor. part. σπασθέντος: pull up or out, draw forth or away; mid., for oneself, something of one's own, Od. 2.321, Od. 10.166, 439.

English (Slater)

σπάω med.,
   1 grasp σπασσάμενος δ' ἄροτρον (P. 4.234)

English (Strong)

a primary verb; to draw: draw (out).

English (Thayer)

σπω: 1st aorist middle ἐσπασαμην; (cognate with ἀσπάζομαι (to draw to oneself, embrace, etc.), English spasm, etc.); from Homer down; the Sept. chiefly for שָׁלַף; to draw: middle with μαχοιραν (cf. Buttmann, § 135,4), to draw one's sword, τήν ῥομφαιον, 23; ἀνασπάω, ἀποσπάω, διασπάω, ἐπισπάω, περισπάω.)

Greek Monolingual

σπῶ, -άω, ΝΜΑ
νεοελλ.
βλ. σπάζω
μσν.-αρχ.
1. ανασπώ, βγάζω από τη θήκη (α. «ξίφος σπάσαντα», Ευρ.
β. «φάσγανον σπάσας χερί», Ευρ.)
2. προκαλώ συστροφή ή σπασμό
αρχ.
1. τραβώ προς το μέρος μου και αποσπώ, κόβω («σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε», Ομ. Οδ.)
2. (για κλήρο, λαχνό) βγάζω από την περικεφαλαία
3. (για τα μαλλιά) ξερριζώνω
4. αρπάζω, αποχωρίζω βίαια
5. (για αρπακτικά ζώα και πτηνά) κομματιάζω, κατασπαράζω
6. απομυζώ, ρουφάω
7. αναπνέω, ανασαίνω
8. σφίγγω, τραβάω
9. φρ. α) «ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν» — δεν έπιασε τίποτε η πετονιά
β) «σπάσαι έπωνυμίαν» — το να οικειοποιείται κάποιος ένα επώνυμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος άγνωστης ετυμολ. Κατά την πιθανότερη άποψη, το ρ. εμφανίζει θ. σπα-, απ' το οποίο προέρχεται το θ. σπα-δ-, με οδοντική παρέκταση -δ- (πρβλ. σπα-δ-ών, σπά-δ-ιξ κ.λπ.) και η σπανιότερη μορφή σπα-τ-, με παρέκταση -τ- (πρβλ. σπά-τ-ος). Δεν αποκλείεται, όμως, η αρχική μορφή του θ. να είναι σπα-σ- (πρβλ. σπά-σ-ις, σπα-σ-μός). Το ρ. σπάω συνδέεται με τον τ. σπατίλη και πιθ. με το ρ. σφαδάζω. Οι νεοελλ. τ. σπάζω και σπάνω έχουν σχηματιστεί από τον αόρ. έσπασα κατά τα σχήματα έβρασα: βράζω, έφθασα: φθάνω, αντίστοιχα.
ΠΑΡ. σπάσμα, σπασμός, σπάδικας
αρχ.
σπάσις, σπάτος, σπάδων, σπαδών
νεοελλ.
σπάσακας, σπάσιμο. (Β' συνθετικό) ανασπώ, αντιπερισπώ, αποσπώ, διασπώ, εκσπώ, περισπώ, προπερισπώ, συσπώ
αρχ.
αμφισπώ, αντεπισπώ, αντιμετασπώ, αντισπώ, αποπερισπώ, εκπερισπώ, εναποσπώ, εξανασπώ, επικατασπώ, επισπώ, κατασπώ, μετασπώ, παρασπώ, προαποσπώ, προσανασπώ, προσεκσπώ, προσκατασπώ, προσπώ, συγκατασπώ, συνανασπώ, συναποσπώ, συνδιασπώ, συνεπισπώ, υποδιασπώ, υποσπώ
νεοελλ.
ξεσπώ].

Greek Monotonic

σπάω: μέλ. σπάσω [ᾰ], αόρ. αʹ ἔσπασα, Επικ. σπάσα· παρακ. ἔσπακα — Μέσ., μέλ. σπάσομαι, αόρ. αʹ ἐσπασάμην, Επικ. σπασάμην, Επικ. βʹ πληθ. σπάσσασθε, μτχ. σπασσάμενος — Παθ., μέλ. σπασθήσομαι, αόρ. αʹ ἐσπάσθην, παρακ. ἔσπασμαι·
I. 1. λέγεται για ξίφος, τραβώ το ξίφος από τη θήκη, εξάγω, βγάζω τραβώντας, σύρω, σε Ευρ.· κατά κανόνα στη Μέσ., σε Όμηρ. — Παθ., σύρομαι, έλκομαι, εξάγομαι, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐσπασμένοι τὰ ξίφη, έχοντας τραβήξει τα ξίφη τους, σε Ξεν.
2. πάλον σπᾶν, τραβώ κλήρο (από την περικεφαλαία), σε Αισχύλ.
3. απόλ., σύρω, σηκώνω, σπᾶτ' ἀνδρείως, σύρετε, σηκώνετε σαν άντρες.
II. 1. λέγεται για βίαιες πράξεις, μαδώ, ανασπώ, αφαιρώ, ξεριζώνω, κόμην, σε Σοφ.
2. όπως το σπαράσσω, ξεσχίζω, κατακομματιάζω, λέγεται για θηρία, σε Σοφ.
3. συστρέφω, στραμπουλίζω, τεντώνω βίαια, εξαρθρώνω — Παθ., τὸν μωρὸν σπασθῆναι, σε Ηρόδ.
4. αρπάζω, αποσχίζω με βία, αποσπώ, αφαιρώ, σε Ευρ.
5. μεταφ., παρασύρω, απομακρύνω, σε Σοφ., Πλάτ.
6. Παθ., συσπώμαι, τινάζομαι σπασμωδικά, σε Σοφ.
III. απομυζώ, θηλάζω, ρουφώ, βυζαίνω, σε Αισχύλ., Ευρ.
IV. 1. σύρω κρατώντας σφιχτά, τραβώ τα ηνία, σε Ξεν.
2. λέγεται για την αλιεία· απ' όπου, παροιμ., οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γε, δεν έπιασε τίποτε σύροντας την πετονιά, σε Αριστοφ.
V. υιοθετώ, οικειοποιούμαι, ιδιοποιούμαι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

σπάω: (fut. σπάσω с ᾰ, aor. ἔσπᾰσα - эп. σπάσα, pf. ἔσπακα; aor. med. (ἐ)σπασ(σ)άμην; adj. verb. σπαστός) тж. med.
1) вытягивать, вытаскивать, извлекать, вынимать (ἔγχος ἔξω χροός Hom.): ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον Aesch. согласно вынутому каждым жребию; ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν или οὐκ ἔσπασε ταύτῃ γε погов. Arph. удочка ничего не вытянула, т. е. сорвалось!;
2) извлекать из ножен, обнажать (φάσγανα Hom.; ἔσπασμένοις τοῖς ξίφεσι Diod.): ἐσπασμένοι τὰ ξίφη Xen. обнажив свои мечи;
3) вырывать, выдергивать (σπάσαι ῥῶπάς τε λύγους τε Hom.): σ. κόμην Soph. рвать на себе волосы;
4) отрывать, увлекать (τινα ἀπὸ γονάτων τινός Eur.): σ. πῶλον παρὰ ξυννόμων Plat. уводить прочь жеребца от его табуна;
5) разрывать, растерзывать (τινὰ τοῖς ὄνυξιν Arst.; σπῶντες ἀλλήλους ὄρνιθες Soph.);
6) выпихнуть (τὸ σκέλος Plut.): τὸν μηρὸν (acc. relat.) σπασθῆναι Her. вывихнуть себе бедро;
7) тянуть, дергать: οἷον νεῦρα σ. τινα Plat. дергать кого-л. словно веревочками, т. е. управлять кем-л. по своему произволу;
8) втягивать, всасывать, вбирать, впивать, пить (τι Aesch., Eur.): σ. τὸν μαστόν Arst. сосать грудь;
9) вдыхать (τὸ πνεῦμα Plat.);
10) стягивать судорогой: σπᾶσθαι καὶ πονεῖν Arst. страдать мучительными судорогами; ἐσπᾶτο πέδονδε Soph. (Геракл) в судорогах повалился на землю;
11) оттягивать назад (ἵππον Xen.): τὸν χαλινὸν ἐκ τῶν ὀδόντων σ. Plat. крепко затягивать удила;
12) перен. выводить, производить, образовывать: γεωμετρία ἔσπακε τὴν κλῆσιν ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν γῆν καταμετρήσεως Sext. геометрия получила свое название от обмера земельных площадей.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σπάω aor. ἔσπασα, ep. σπάσα, ep. med. 3 sing. σπάσατο en σπάσσατο, ep. imperat. 2 plur. σπάσσασθε, ep. ptc. σπασσάμενος, pass. ἐσπάσθην; perf. ἔσπακα, med. - pass. ἔσπασμαι; fut. σπάσω trekken τύχης πάλον het lot van het toeval Aeschl. Ag. 333; ξίφος zijn zwaard Eur. Or. 1194; ook med..; σπασάμενος ἄορ παρὰ μηροῦ nadat hij zijn zwaard van zijn dij getrokken had Od. 10.439; uitrukken, lostrekken:; κόμην het haar Soph. OT 1243; ook med. (aan iets) trekken:. σπᾶτ ’ ἀνδρείως trekt (aan het touw) als mannen! Aristoph. Pax 498; ὀπίσω σ. τὸν χαλινόν het bit naar achteren trekken Plat. Phaedr. 254e. omhoog trekken, ophalen, eigenl. bij het vissen, steeds overdr.: αὕτη ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν deze vislijn heeft niets opgehaald (van een truc die niets heeft opgeleverd) Aristoph. Th. 928; οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ op deze manier heeft hij (de vis) niet binnengehaald (d.w.z. had hij geen succes) Aristoph. Ve. 175. uit elkaar trekken, verscheuren, van dieren en hun prooi. wegtrekken, wegrukken, wegsleuren; met ἀπό, ἐκ of παρά + gen. van iets of iem. uitbr. opzuigen, opslurpen:; ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι een klont bloed in de (moeder)melk opslurpen Aeschl. Ch. 533; abs. diepe teugen nemen:. συνεκθανεῖν... σπῶντα χρὴ τῷ πώματι je moet diepe teugen nemen en tegelijk met je drank sterven Eur. Cycl. 571. overdr. naar zich toe trekken, overhalen:. ἀλλά σ ’ ἔσπασεν πειθὼ κακοῦ πρὸς ἀνδρός maar de overtuigingskracht van een slecht man heeft je over de streep getrokken Soph. El. 561. geneesk. verrekken, verstuiken, ontwrichten:; τὸ σκέλος zijn been Plut. Arat. 33.6; pass. met acc. v. betr.. τὸν μηρὸν σπασθῆναι dat hij zijn heup verrekte Hdt. 6.134.2. pass. ook door spasmen of krampen getroffen worden, stuiptrekken:. ἐσπᾶτο πέδονδε καὶ μετάρσιος hij werd door spasmen naar de grond en omhoog getrokken Soph. Tr. 786.

Frisk Etymological English

σπάομαι
Grammatical information: v.
Meaning: to draw, e.g. a sword, to pull out, to tug, to wince, to attract, to snatch, to pull off, to sprain, to drag or to lure somewhere, to pull in, to suck in, to slurp down (S., Ar. a. o.)
Other forms: Aor. σπάσαι, σπάσ(σ)ασθαι, pass. σπασθῆναι (Il.), fut. σπάσω, -ομαι, perf. midd. ἔσπασμαι (IA.), act. ἔσπακα (Ar., Arist. a. o.).
Compounds: Very often w. prefix in different shades of meaning, e.g. ἀνα-, ἀπο-, δια-, ἐπι-, κατα-, περι-.
Derivatives: A. From the unenlarged root: 1. σπάσις, mostly to the prefixed verbs, e.g. ἀνάσπα-σις ( : ἀνα-σπάσαι, -σπᾶν) pulling in etc. (Hp., Arist. etc.). 2. σπασμός (ἐπισπασμός etc.) m. wincing, spasm, violent movement (IA.) with σπασμ-ώδης, κατα-σπασμ-ικός. 3. σπάσμα (ἀπόσπασμα etc.) n. spasm, sprain, shred, scrap (IA); on σπάσις, -σμός, -σμα Chantraine Form. 145 a. 147. -- 4. -σπαστος in ἐπίσπασ-τος brought upon oneself, incurred (Od. etc.) a.o.; σπαστικός (κατα-, περι-) pulling in, slurping in (Arist.). -- 5. -σπα-στήρ, -ῆρος m. in ἐπισπαστήρ (Hdt., AP; -σπατήρ inscr.), ποτισπαστήρ (Epid. IV--IIIa) "attractor", thong which draws the door, bird string, net; ἐπίσπαστρον n. id. (LXX, D.S. a. o.). --B. With δ-enlargement: 1. παρα-σπάς, -άδος f. shoot torn off and planted (Thphr.), ἀπο- σπάομαι twig torn off (AP, Nonn.). 2. σπάδιξ, -ικος m. (torn off) twig, espec. palm twig (Nic., Plu. etc.); Lat. LW [loanword] spadīx date-coloured (s. W.-Hofmann s.v.). 2. σπάδιον n. race-track (Argos, H; "the lenghty one"; cf. στάδιον). 3. σπαδών, -όνος f. spasm, convulsion (Hp., Nic.) with -ονίζω, -ονισμός. 4. σπάδων, -ωνος m. eunuch (LXX, Plb. a.o.), also σπάδος (Eust.; vgl. E. Maass RhM 74, 432ff.). -- C. With τ-enlargement: σπάτος n. (removed) skin (H., sch. Ar. Pax 48 [Boeot.]) with σπάτειος in σπατείων δερματίνων H., as 1. member in Σ<πα>το-ληασταί m. pl. guild of fullers in Argos (Rom. time; Fraenkel Nom. ag. 1, 176). -- D. Derived verbs: σπάζει σκυζᾳ̃. Ἀχαιοί H.; σπαδίξας aor. ptc. of σπαδίζω to remove (Hdt. 5, 25); σπατίζει τῶν <σ>πατέων ἕλκει, τῶν δερμάτων, τῶν τιτθῶν H. -- On σπάθη s. v.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The regular inflectional system of σπάω may have developed from the aorist σπάσαι. From there first σπασθῆναι, ἔσπασμαι, σπάσω, further σπάω, lastly ἔσπακα (cf. on κλάω). The σ-forms σπασθῆναι etc. are prob. analogical beside σπα-δ-, σπα-τ- (diff. Schwyzer 761; doubting 706). -- No immediate agreement outside Greek. Semantically very tempting is the comparison with Toch. B pāss- draw off (the skin) in the preterital forms passāre-ne (3. pl. act.), passāmai (1. sg. midd.), s. v. Windekens Orbis 11, 343; 12, 191, though the absence of the "movable" s- must raise doubts (-ss- moreover from -sw- acc. to v. W.). An old verbal noun seems preserved in the Lat. relict-word spatium space etc. (: σπάδιον with alternative dental, Schwyzer 498 n. 13 w. lit.). -- The other under spē(i)- grouped words draw, stretch etc. in WP. 2, 655ff. (similar Pok. 981 ff.) after Persson Beitr. 1, 386--415, a. o. OHG spanan allure, entice (prop. *"allure"), spāti late, are because of the extensible meaning, the short size of the words and the variating phonetics not well usable for an exact, detailed etymological demonstration and do not help to undertsand σπάω. -- Cf. σπίδιος and σφαδάζω; also cf. σπατάλη and σπατίλη.

Middle Liddell


1. of a sword, to draw, Eur.;—mostly in Mid., Hom.:—Pass. to be drawn, Il.; ἐσπασμένοι τὰ ξίφη having their swords drawn, Xen.
2. πάλον σπᾶν to draw a lot (out of a helmet), Aesch.
3. absol., σπᾶτ' ἀνδρείως pull, hoist away, like men.
II. of violent actions, to pluck off or out, κόμην Soph.
2. like σπαράσσω, to tear, rend, of beasts, Soph.
3. to wrench, sprain:—Pass., τὸν μηρὸν σπασθῆναι Hdt.
4. to snatch, tear or drag away, Eur.
5. metaph. to carry away, draw aside, Soph., Plat.
6. Pass. to be convulsed, Soph.
III. to draw in, suck in, quaff, Aesch., Eur.
IV. to draw tight, pull the reins, Xen.
2. of angling: hence, proverb., οὐκ ἔσπασεν ταύτηι γε "he took nothing by his motion," Ar.
V. to adopt, appropriate, Anth.

Frisk Etymology German

σπάω: σπάομαι (S., Ar. u. a.),
{spáō}
Forms: Aor. σπάσαι, σπάσ(σ)ασθαι, Pass. σπασθῆναι (seit Il.), Fut. σπάσω, -ομαι, Perf. Med. ἔσπασμαι (ion. att.), Akt. ἔσπακα (Ar., Arist. u. a.),
Grammar: v.
Meaning: ziehen, z.B. ein Schwert, ‘herausziehen, zerren, zucken, an sich ziehen od. reißen, abreißen, verrenken, wohin ziehen od. locken, einziehen, einsaugen, hinunterschlürfen’.
Composita : sehr oft m. Präfix in verschiedenen Sinnfärbungen, z.B. ἀνα-, ἀπο-, δια-, ἐπι-, κατα-, περι-,
Derivative: Mehrere Ableitungen. A. Von der unerweiterten Wurzel: 1. σπάσις, meist zu den präfigierten Verben, z.B. ἀνάσπασις ( : ἀνασπάσαι, -σπᾶν) das Einziehen (Hp., Arist. usw.). 2. σπασμός (ἐπισπασμός usw.) m. das Zucken, Krampf, heftige Bewegung (ion. att.) mit σπασμώδης, κατασπασμικός. 3. σπάσμα (ἀπόσπασμα usw.) n. Krampf, Verrenkung, Lappen, Fetzen (ion. att.); zu σπάσις, -σμός, -σμα Chantraine Form. 145 u. 147. — 4. -σπαστος in ἐπίσπαστος zugezogen, selbstverschuldet (Od. usw.) u.a.; σπαστικόσ (κατα-, περι-) einziehend, einschlürfend (Arist.). — 5. -σπαστήρ, -ῆρος m. in ἐπισπαστήρ (Hdt., AP; -σπατήρ Inschr.), ποτισπαστήρ (Epid. IV—IIIa) "der Anzieher", ‘Türring, Vogelschnur, -netz’; ἐπίσπαστρον n. ib. (LXX, D.S. u. a.). —B. Mit δ-Erweiterung: 1. παρασπάς, -άδοςf. Pflanzenabsenker (Thphr.), ἀπο- ~ abgerissener Zweig (AP, Nonn.). 2. σπάδιξ, -ικος m. ‘(abgerissener) Zweig, bes. Palmzweig’ (Nik., Plu. usw.); lat. LW spădīx dattelfarben (s. W.-Hofmann s.v.). 2. σπάδιον n. Rennbahn (Argos, H; "das langgedehnte"; vgl. στάδιον). 3. σπαδών, -όνος f. Zucken, Krampf (Hp., Nik.) mit -ονίζω, -ονισμός. 4. σπάδων, -ωνος m. Eunuch (LXX, Plb. u.a.), auch σπάδος (Eust.; vgl. E. Maass RhM 74, 432ff.). — C. Mit τ-Erweiterung: σπάτος n. ‘(abgezogene) Haut’ (H., Sch. Ar. Pax 48 [böot.]) mit σπάτειος in σπατείων· δερματίνων H., als Vorderglied in Σ<πα>τοληασταί m. pl. Walkergilde in Argos (röm. Zeit; Fraenkel Nom. ag. 1, 176). — D. Abgeleitete Verba: σπάζει· σκυζᾷ. Ἀχαιοί H.; σπαδίξας Aor. Ptz. von σπαδίζω abziehen (Hdt. 5, 25); σπατίζει· τῶν <σ>πατέων ἕλκει, τῶν δερμάτων, τῶν τιτθῶν H. — Zu σπάθη s. bes.
Etymology : Das regelmäßige Flexionssystem von σπάω hat sich wahrscheinlich vom Aorist σπάσαι aus entwickelt. Daraus zunächst σπασθῆναι, ἔσπασμαι, σπάσω, weiterhin σπάω, zuletzt ἔσπακα (vgl. zu κλάω). Die σ-Formen σπασθῆναι usw. sind wahrscheinlich analogisch gegenüber σπαδ-, σπατ- (anders Schwyzer 761; zweifelnd 706). — Keine unmittelbare außergriech. Entsprechung. Semantisch sehr verlockend ist der Vergleich mit toch. B pāss- ‘(die Haut) abziehen’ in den präteritalen Formen passāre-ne (3. pl. Akt.), passāmai (1. sg. Med.), s. v. Windekens Orbis 11, 343; 12, 191, obgleich das Fehlen des "beweglichen" s- Bedenken erregen muß (-ss- außerdem aus -sw- nach v. W.). Ein altes Verbalnomen scheint in dem lat. Reliktwort spatium Raum (: σπάδιον mit alternativen Dentalen, Schwyzer 498 A. 13 m. Lit.) erhalten zu sein. —Die übrigen unter spē(i)- ziehen, spannen, ausdehnen bei WP. 2, 655ff. (ähnlich Pok. 981 ff.) nach Persson Beitr. 1, 386—415 gruppierten Wörter, u. a. ahd. spanan locken, reizen (eig. *"anziehen"), spāti spät, sind wegen der dehnbaren Bedd., des knappen Wortumfanges und der schwankenden Lautform zu einer genauen, ins einzelne gehenden etymologischen Beweisführung nicht besonders gut geeignet und tragen jedenfalls zum Verständnis von σπάω nichts bei. —Vgl. σπίδιος und σφαδάζω; auch σπατάλη und σπατίλη.
Page 2,759-761

Chinese

原文音譯:sp£w 士怕哦
詞類次數:動詞(2)
原文字根:拉
字義溯源:抽出*,拉緊,拔,拔出。參讀 (ἀντλέω)同義字
同源字:1) (ἀνασπάω)拉上來 2) (διασπάω)扯碎 3) (ἐπισπάομαι)廢 4) (περισπάω)四圍拉扯 5) (σπαράσσω)撕裂 6) (σπαργανόω)裹緊 7) (σπάω)抽出 8) (συνταράσσω / συσπαράσσω)徹厎的扯破
出現次數:總共(2);可(1);徒(1)
譯字彙編
1) 拔出⋯來(1) 可14:47;
2) 就拔(1) 徒16:27