Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῖσος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: μῖσος Medium diacritics: μῖσος Low diacritics: μίσος Capitals: ΜΙΣΟΣ
Transliteration A: mîsos Transliteration B: misos Transliteration C: misos Beta Code: mi=sos

English (LSJ)

εος, τό,

   A hate, hatred:    I Pass., hate borne one, A.Ag. 1413, etc.; μ. ἐμποιεῖν Pl.R.351d; μ. ἔχειν πρός τινος incur a man's hatred, Id.Lg.691d; μ. φέρεσθαι And.2.9.    2 Act., hate felt against another, grudge, τὸ Τροίας μ. ἀναφέρων πατρί E.Or.432, cf. Th.4.128; μῖσος ἐντέτηκέ μοι S.El.1311, cf. Pl.Mx.245d; ἔχθρα καὶ μ. ἀλλήλων X.Mem.3.5.17; μισεῖν τινα μῖσος ἐξαίσιον Aristaenet.1.22.    II of persons, hateful object, = μίσημα, A.Ag.1411 (lyr.), S.Ant.760; esp. in addresses, ὦ μῖσος Id.Ph.991, E.Med.1323.

Greek (Liddell-Scott)

μῖσος: τό, ὡς καὶ νῦν, τὸ μισεῖν, ἀπέχθεια· ἑπομένως, Ι. Παθ., τὸ μισεῖσθαι, Τραγ.· μῖσος ἐμποιεῖν Πλάτ. Πολ. 351D· μ. ἔχειν πρός τινος, μισεῖσθαι ὑπό τινος, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 691D· μ. φέρεσθαι Ἀνδοκ. 21. 2. 2) ἐνεργ., ἡ πρός τινα ἀπέχθεια, ἀποστροφή, μ. τινός τινι, ἀπέχθεια ἣν αἰσθάνεταί τις ἐναντίον τινός, Εὐρ. Ὀρ. 432, πρβλ. Θουκ. 4. 128· μῖσος ἐντέτηκέ μοι Σοφ. Ἠλ. 1311, πρβλ. Πλάτ. Μενέξ. 245D· μ. ἀλλήλων Ξεν. Ἀπομν. 3. 5, 17. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἀντικείμενον μίσους, πρᾶγμα μισητόν, = μίσημα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1411, Σοφ. Ἀντ. 760· ἰδίως ὅταν ἀποτείνῃ τις τὸν λόγον πρός τινα, ὦ μῖσος ὁ αὐτ. ἐν Φιλ. 991, Εὐρ. Μήδ. 1323· πρβλ. ἔχθος ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 haine, aversion : μῖσος ἔχειν τινός THC éprouver de la haine pour qqn ou qch ; μῖσος ἔχειν τινός ESCHL, παρά τινος LUC être haï de qqn;
2 objet de haine.
Étymologie: DELG ?

Greek Monolingual

το (ΑΜ μῑσος)
1. έχθρα
-ή, -ό
μισός, -ή, -όν)
αυτός που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα μέρη ενός πράγματος ή ενός ποσού, ήμισυς
νεοελλ.
1. ασυμπλήρωτος, ατελής, ελλιπής, λειψός, κολοβός («μισές δουλειές έκανες πάλι»)
2. φρ. α) «μισό-μισό» ή «μισό και μισό» — ανακατωμένο ή μοιρασμένο στα δύο
β) «τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια» — λέγεται σε κάποιον που είναι προβληματισμένος με κάτι ως προτροπή για αμεριμνησία
γ) «με μισό παπούτσι» — πάμπτωχος
δ) «είναι μισό μερτικό» — είναι μικρόσωμος
ε) «είναι μισός άνθρωπος» — είναι ανάπηρος
στ) «έμεινε μισός» — αδυνάτισε πολύ
ζ) «στα μισά» — στο μέσον («έμεινε στα μισά του δρόμου»)
η) «μισή μερίδα» — λέγεται για ανθρώπους αδύναμους, μικρόσωμους ή πνευματικά ανεπαρκείς
θ) «μισά-μισά» — λέγεται στην εξ ημισείας μοιρασιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. ήμισυς].

Greek Monotonic

μῖσος: τό,
I. 1. μίσος, απέχθεια,
II. Παθ., κάτι που προκαλεί μίσος, γίνεται αντικείμενο μίσους, σε Τραγ., Πλάτ.
2. Ενεργ., το μίσος που νιώθουμε για κάποιον άλλο, έχθρα, σε Ευρ.
III. λέγεται για πρόσωπα, αντικείμενο μίσους, = μίσημα, στους Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

μῖσος: εος τό
1) ненависть, отвращение (μίση τε καὶ ἔχθραι Plat.): μ. ἔχειν τινός Thuc. ненавидеть кого(что)-л., но тж. Aesch. быть ненавидимым кем-л.; μ. ἔχειν πρὁς τινος Plat. или παρά τινος Luc. быть предметом чьей-л. ненависти; ὑπὸ μίσους Arph. из ненависти;
2) предмет ненависти или отвращения: ὦ μ.! Soph. ах ты ужасный человек!; ἄγετε τὸ μ. Soph. приведите эту преступницу (т. е. Антигону).

Middle Liddell

μῖσος, εος, τό,
hate, hatred: and so,
I. pass. hate borne one, a being hated, Trag., Plat.
2. act. hate felt against another, a grudge, Soph., etc.; μ. τινός τινι felt by one against another, Eur.
II. of persons, a hateful object, = μίσημα, Trag.