Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλαγιάζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πλᾰγιάζω Medium diacritics: πλαγιάζω Low diacritics: πλαγιάζω Capitals: ΠΛΑΓΙΑΖΩ
Transliteration A: plagiázō Transliteration B: plagiazō Transliteration C: plagiazo Beta Code: plagia/zw

English (LSJ)

(πλάγιος)

   A turn sideways, τὸν ἵππον Poll.1.204 ; in wrestling, throw sideways, Id.3.155 ; of ships, π. πρὸς ἀντίους τοὺς ἐτησίας sail athwart the trade-winds, Luc.Nav.9; dub. sens. in App. BC5.88.    2 hold aslant, κάτοπτρον Ach.Tat.Intr.Arat.21.    3 Pass., πλαγιαζέσθω τὰ τρήματα let the holes be made obliquely, Apollod.Poliorc.151.6; κύλινδρος ἀπὸ τῆς ὀρθότητος -ασθείς Hierocl. in CA 24p.474M.    4 lead astray, LXXEz.14.5 ; pervert, ἐπ' ἀδίκοις δίκαιον ib.Is.29.21 : abs., use tortuous methods, π. καὶ τεχνιτεύειν Ph.2.432 ; π. ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν in word or deed, Plu.Dem.13.    II strike with the flat of the sword, D.C.40.53 (Pass.).    III Gramm., inflect, decline, Sch.rec.S.El.365.    2 Pass., πεπλαγίασται ὁ λόγος, of Tragic irony, Sch.S.OT137, 1183.

German (Pape)

[Seite 623] wie πλαγιόω, in die Quere stellen, ziehen, schief machen, auf die Seite wenden; πρὸς τοὺς ἐναντίους ἀνέμους, sc. ναῦν, laviren, Luc. Navig. 9; auch übertr., ἐκτρεπομένου καὶ πλαγιάζοντος ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν, Plut. Dem. 13. – In der Fechtersprache, einen unerwarteten Seitenhieb führen, eine Finte machen, D. C. 40, 53; Schol. Il. 4, 59 u. bei LXX. geradezu täuschen. – Bei den Gramm. abbiegen, flectiren, decliniren.

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰγιάζω: μέλλ. -άσω, (πλάγιος) ὡς τὸ πλαγιόω, στρέφω πρὸς τὰ πλάγια, κάμνω τι νὰ λοξοδρομήσῃ, νὰ κάμῃ «βόλταις», πρὸς ἀντίους τοὺς ἐτησίας πλαγιάζοντας (δηλ. τὴν ναῦν) ἐς Πειραιᾶ... καθορμίσασθαι Λουκ. Πλοῖον ἢ Εὐχ. 9· πλ. τὰ σκάφη Ἀππ. Ἐμφυλ. 5. 88· τὸν ἵππον πλαγιαζέτω Πολυδ. Α΄, 204· ― μεταφ., πλ. ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν, προσαρμόζω πρὸς τὰς περιστάσεις, Πλουτ. Δημοσθ. 13· ― μεταφορ., ὡσαύτως, παροδηγῶ, παραπλανῶ, Ἑβδ. (Ἰεζεκ. ΙΔ΄, 5)· διαστρέφω, αὐτόθι (Ἡσ. ΚΘ΄, 21). ΙΙ. πλήττω διὰ τοῦ πλατέος τῆς λεπίδος τοῦ ξίφους, Δίων Κ. 40. 53, Εὐστ. Πονημάτ. 102. 64. ΙΙΙ. παρὰ τοῖς Γραμμ., κλίνω, σχηματίζω τοὺς τύπους λέξεως, Σχόλ. εἰς Σοφ. Ἠλέκτ. 365.

French (Bailly abrégé)

1 tr. placer obliquement, tourner de côté ; biaiser ; détourner, infléchir (la voix, etc.);
2 intr. (s.e. ναῦν) se placer obliquement, se tourner de côté, louvoyer.
Étymologie: πλάγιος.

Greek Monolingual

Ν ΜΑ πλάγιος
(σχετικά με πλοίο) κυβερνώ ή πλέω εγγύτατα προς την ευθεία του ανέμου, πλέω με την οξύτερη δυνατή γωνία πρόσπτωσης του ανέμου στα ιστία, κν. βαστάω όρτσα («πρὸς ἀντίους τοὺς ἐτησίας πλαγιάζοντας [τὴν ναῡν]», Λουκιαν.)
νεοελλ.
1. (ιδίως σχετικά με βρέφη ή μικρά παιδιά) ξαπλώνω κάποιον στο κρεβάτι για να κοιμηθεί, κοιμίζωείναι ώρα να πλαγιάσεις το παιδί»)
2. λυγίζω κάτι όρθιο προς τα κάτω (α. «πλαγιάζω το κλήμα» β. «ο αέρας πλάγιασε τα σπαρτά»)
3. συνεκδ. συνουσιάζομαι
4. ναυτ. τραβώ τους πλαγιαστήρες ισχυρά για να πλεύσω εγγύτατα, αλλ. μπουρινάρω
νεοελλ.-μσν.
(αμτβ.) κατακλίνομαι ιδίως για ύπνο, πέφτω να κοιμηθώ («ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα», δημ. τραγούδι)
μσν.-αρχ.
1. σύρω ή στρέφω κάτι προς τα πλάγια
2. μτφ. κάνω κάποιον να πάρει εσφαλμένη οδό, παραστρατίζω, εξαπατώ
αρχ.
1. (στην πάλη) ρίχνω κάποιον προς τα πλάγια, με το πλευρό, δίπλα
2. κρατώ πλαγίως, λοξά
3. διαστρέφω («ὅτι ἐπλαγίασαν ἐπ' ἀδίκοις δίκαιον», Ησίοδ.)
4. μεταχειρίζομαι πλάγιους τρόπους, απατηλές μεθόδους
5. προσαρμόζω κάτι στις περιστάσεις
6. γραμμ. σχηματίζω τις πλάγιες πτώσεις λέξης και, γενικά, κλίνω όνομα ή ρήμα
7. (ιδίως παθ.) πλαγιάζομαι
α) (σε αγώνα με ξίφος) πλήττομαι, δέχομαι χτύπημα από την πλάτη της λεπίδας του ξίφους του αντιπάλου
β) (κατά τον Ησύχ.) «πλαγιάσασθαι
παραλογίσασθαι».

Greek Monotonic

πλᾰγιάζω: μέλ. -άσω, (πλάγιος), γυρίζω λοξά ή πλάγια, πλαγιάζω πρὸς τοὺς ἀντίους ἀνέμους (ενν. τὴν ναῦν), λοξοδρομώ κόντρα στους αντίθετους ανέμους, σε Λουκ.· μεταφ., πλαγιάζω ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν, τις προσαρμόζω στις συνθήκες, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλαγιάζω [πλάγιος] scheef varen, laveren:; πρὸς ἀντίους τοὺς ἐτησίας πλαγιάζοντας laverend tegen de etesische winden Luc. 73.9; overdr.. π. ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν zwalken in woord of daad Plut. Demosth. 13.4.

Russian (Dvoretsky)

πλᾰγιάζω:
1) досл. ставить косо, перен. изменять, приспособлять к обстоятельствам (ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν Dem.);
2) мор. лавировать (πρὸς τοὺς ἀντίους ἀνέμους, sc. τὴν ναῦν Luc.).

Middle Liddell

πλᾰγιάζω, fut. -άσω πλάγιος
to turn sideways or aside, πλ. πρὸς τοὺς ἀντίους ἀνέμους (sc. τὴν ναῦν) to beat up against adverse winds, Luc.: metaph., πλ. ἢ φωνὴν ἢ πρᾶξιν to adapt them to circumstances, Plut.