Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαμαίζηλος

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: χᾰμαίζηλος Medium diacritics: χαμαίζηλος Low diacritics: χαμαίζηλος Capitals: ΧΑΜΑΙΖΗΛΟΣ
Transliteration A: chamaízēlos Transliteration B: chamaizēlos Transliteration C: chamaizilos Beta Code: xamai/zhlos

English (LSJ)

ον (η, ον Hp.Art.13):—

   A seeking the ground, low-growing, dwarf, χ. φυτά, opp. δένδρα, Arist.HA559a13; κόνυζα Nic.Th.70; οἱ χ. φοίνικες dwarf-palms (cf. χαμαιριφής 11) Dsc.1.109; καρποὶ καὶ λάχανα Jul.Or.5.175d: generally, τὰ ἐγγὺς ἡμῶν καὶ χ. Them.Or.26.327d.    b sunk down, ἡ ἐπωμὶς φαίνεται χ. Hp.l.c.; τῇ ἡλικίᾳ χαμαίζηλος Luc.pro Im.13.    2 χαμαίζηλος (sc. δίφρος, which is added by Plu.2.150a), ὁ, low seat, stool, Hp.Fract.37, Pl.Phd.89b.    b χ. κρατῆρες flat bowls, Polem.Hist.83.    3 Ζεὺς χ., = χθόνιος, Orph.A.931; Ποσειδῶν χ. IG22.1367.    II metaph., of low estate, humble, ψυχή Ph. 1.91, cf. 240, al., Luc.Somn.13; τὰ χ. Them.Or.15.184d; χ. δικαστής, = judex pedaneus, Lyd.Mag.2.15. Adv. -λως Ph.1.103.    III χαμαίζηλον, τό, = γναφάλιον, Plin.HN27.88.    2 = πεντάφυλλον, ib.25.109.

Greek (Liddell-Scott)

χᾰμαίζηλος: -ον, καὶ ἐν Ἰππ. περὶ Ἄρθρ. 790, η, ον· - ὁ ἀγαπῶν τὸ ἔδαφος, μὴ αὐξανόμενος ἐπὶ πολὺ ὑπὲρ τὸ ἔδαφος, χαμηλός, χ. φυτά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ δένδρα, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 6. 1, 7· κόνυζα Νικ. Θηρ. 70· τῇ ἡλικίᾳ χαμαίζηλος Λουκ. ὑπὲρ τῶν Εἰκ. 13. 2) χαμαίζηλος (ἐξυπακ. δίφρος, ὅπερ προστίθεται ὑπὸ Πλουτ. 2. 150Α). ὁ, χαμηλὸν κάθισμα, «σκαμνί» Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 776, Πλάτ. Φαίδ. 89Β (ἔνθα ἴδε Heind. καὶ Stallb.)· ὡσαύτως ἡ χαμαιζήλη Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ., ἴδε Fοës. Oec., Λοβεκ. Παραλ. 466, Ruhuk Τίμ., Wyttenb Πλούτ. 2. 150Α. 3) Ζεὺς χ. = χθόνιος, Ὀρφ. Ἀργον. 929 Herm· Ποσειδῶν χ., Συλλ. Ἐπιγρ. 523, 18. ΙΙ. μεταφορ., ὁ ἐν ταπεινῇ καταστάσει εὑρισκόμενος, ταπεινός, Λουκ. Ἐνύπν. 13· τὸ χαμ., ὁ χαμαίζηλος τρόπος, ταπείνωσις, Ἰσοκρ. Ἐπιστ. 10. 3, Bekk.· τὰ χαμαίζηλα Θεμίστ. 327D. - Ἐπίρρ. -λως, Φίλων 1. 103. ΙΙΙ. χαμαίζηλον, τό, φυτόν τι, viburnum ἢ genista, Πλίν. 27. 61: πρβλ. γναφάλιον.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui aime ou qui recherche le sol :
I. au propre;
1 en parlant des plantes qui se plaît au ras du sol, bas, rampant, nain;
2 en parlant d’hommes très petit, nain;
3 en parlant de choses δίφρος χαμαίζηλος ou simpl.χαμαίζηλος, le siège bas;
II. fig. bas, commun, vulgaire.
Étymologie: χαμαί, ζῆλος.

Greek Monolingual

-η, -ο / χαμαίζηλος, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και χαμαιζήλη Α
1. (για φυτό) αυτός που αυξάνεται σε μικρό ύψος από το έδαφος
2. μτφ. α) αυτός που έχει ταπεινές επιθυμίες, χαμερπής
β) (κυρίως) αυτός που έχει υλικές βλέψεις, που ενδιαφέρεται κυρίως για τα υλικά αγαθά
μσν.-αρχ.
αυτός που βρίσκεται σε μικρό ύψος από το έδαφος
αρχ.
1. (γενικά) χαμηλός («ἐπὶ δίφρου τινὸς χαμαιζήλου», Πλούτ.)
2. (ως προσωνυμία θεών) χθόνιος («Ποσιδῶνι χαμαιζήλῳ», επιγρ.)
3. το αρσ. ως ουσ.χαμαίζηλος
χαμηλό κάθισμα
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ χαμαίζηλον
α) το φυτό γναφάλιο
β) το φυτό πεντάφυλλο.
επίρρ...
χαμαιζήλως ΝΜΑ
μτφ. κατά χαμαίζηλο τρόπο, ευτελώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι)- + -ζηλος (< ζῆλος), πρβλ. αρί-ζηλος, δύσ-ζηλος].

Greek Monotonic

χᾰμαίζηλος: -ον, I. αυτός που αγαπά το έδαφος, που αναπτύσσεται χαμηλά, νάνος, χαμαίζηλα φυτά, σε Αριστ.· χαμαίζηλος (ενν. δίφρος), , χαμηλό κάθισμα, σκαμνί, σε Πλάτ.
II. μεταφ., λέγεται για χαμηλό επίπεδο, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

χᾰμαίζηλος:
1) приземистый, низкий (φυτά Arst., Plut.; δίφρος Plut.): τῇ ἡλικία χ. Luc. малорослый;
2) униженный (χαμαιπετὴς καὶ χ. Luc.).
II ὁ (sc. δίφρος) низкое сиденье, скамеечка (καθήμενος ἐπὶ χαμαζήλου τινός Plat.).

Middle Liddell

χᾰμαί-ζηλος, ον,
I. seeking the ground, low-growing, dwarf, χ. φυτά Arist.:— χαμαίζηλος (sc. δίφροσ), a low seat, stool, Plat.
II. metaph. of low estate, Luc.