Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκκρίνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐκκρίνω Medium diacritics: ἐκκρίνω Low diacritics: εκκρίνω Capitals: ΕΚΚΡΙΝΩ
Transliteration A: ekkrínō Transliteration B: ekkrinō Transliteration C: ekkrino Beta Code: e)kkri/nw

English (LSJ)

[ῑ],

   A single out, Th.6.96 :—Pass., ἀρετῆ πρῶτος ἐκκριθείς S.Ph.1425, cf. Th.6.31.    2 separate, Arist.HA578a11, 572b22 (Pass.) ; ἐκ τοῦ μείγματος ἐκκρίνουσι τἆλλα hold that the rest are separated out from.., Id.Ph.187a23.    3 exclude, expel, X.Cyr.1.2.14 (Act. and Pass.), Luc.Salt.3 (Pass.) ; reject, condemn, Gal.18(2).693.    4 secrete, of the animal functions, Arist.GA765b10, al. ; τραῦμα ἐ. ἰχῶρας Zen.6.46 :—freq. in Pass., Arist.GA738a1, al. ; ἐκ πυρὸς -κρινόμενον καπνόν given offby.., Phld.Sign.36 : metaph., ὅταν..καθαρὸς ὁ νοῦς ἐκκριθῇ X. Cyr.8.7.20.    5 Pass., also ofexcretions, Hp.Aph.4.47,76, etc.    6 of drugs, remove, λίθους Dsc.2.127.

German (Pape)

[Seite 765] (s. κρίνω), ausscheiden, aussondern; Tim. Locr. 102 e; ἐκ τῶν καμήλων ἐνιαύσιον τὸ ἔκγονον Arist. H. A. 6, 26; aus einer Zahl ausmustern, Xen. Cyr. 1, 2, 14; Plut. Ages. 13 u. Sp.; ὅσα διὰ γαστρὸς ἐκκρίνεται Arist.; im pass. = abgehen, Med.; – auswählen, auslesen, ἀρετῇ πρῶτος ἐκκριθεὶς στρατεύματος Soph. Phil. 1411; Thuc. 6, 31. S. ἔκκριτος.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκκρίνω: ῑ: μέλλ. -ῐνῶ, ἀποχωρίζω, «ξεχωρίζω», ἐκλέγω ἰδιαιτέρως, Θουκ. 6. 96, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 26, πρβλ. 6. 18, 17. - Παθ., ἀρετῇ πρῶτος ἐκκριθεὶς Σοφ. Φ. 1425, πρβλ. Θουκ. 6. 31. 2) ἀποχωρίζω, πρὸς ἀτίμωσιν, ἀποδιώκω, ὡς τὸ Λατ. tribu movere, Ξεν. Κύρ. 1. 2, 14. 3) ἀποχωρίζω, ἐκρίπτω, ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ζωικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀποχωρίζοντος καὶ ἀποβάλλοντος τὰ περιττά, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 4. 1, 27, κ. ἀλλ.· καὶ συχν. ἐν τῷ παθ. μεταφ., ὅταν... καθαρὸς ὁ νοῦς ἐκκριθῇ Ξεν. Κύρ. 8. 7, 20. 4) ἐν τῷ παθ., ὡσαύτως ἐπὶ ἐκκρίσεων, Ἱππ. Ἀφ. 1251, κλ.

French (Bailly abrégé)

1 séparer ; Pass. se séparer de, se dégager de;
2 trier, choisir ; en mauv. part exclure.
Étymologie: ἐκ, κρίνω.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ῑ-]
A tr.
I c. ac. de pers.
1 escoger, elegir c. gen. partit. ἑξακοσίους λογάδας τῶν ὁπλιτῶν Th.6.96, αὐτὸν ... μυρίων ἄλλων ἀμφισβητούντων Pl.Plt.268c, cf. Ast.Am.Hom.6.1.3, en v.pas. ἀρετῇ πρῶτος ἐκκριθεὶς στρατεύματος S.Ph.1425, cf. Th.6.31
seleccionar, asignar a los niños a uno u otro curso en la escuela en razón de su edad, en v. pas. οὗτος δε διδάξει τούς τε παῖδας οὓς ἂν καθήκῃ εἰς τοὐπιὸν ἐκκ[ρ] ίνεσθαι SIG 578.17 (Teos II a.C.).
2 excluir de un cargo τὸν Περίανδρον ... διὰ τὸ τύραννον γεγονέναι πικρόν D.S.9.7, cf. D.H.Rh.7.6, D.C.52.42.2
eliminar, rechazar a un atleta en la selección preliminar, en los juegos Istmicos SEG 32.364 (Corinto, imper.), cf. AP 12.255 (Strat.), en v. pas. Ὀλυμπίασιν ἐκινδύνευεν ἐκκριθῆναι corría peligro de ser excluido en los juegos de Olimpia Plu.Ages.13, cf. Artem.5.13
jur., extrañar, condenar al extrañamiento en v. pas. ὁ δὲ ἐκκριθεὶς ἄτιμος διατελεῖ τὸν λοιπὸν βίον X.Cyr.1.2.14, εἰ βούλει μὴ παντάπασιν ἐκκεκρίσθαι Luc.Salt.3
abs. pronunciar una condena de extrañamiento οἱ γεραίτεροι ἀκούσαντες ἐκκρίνουσιν X.Cyr.1.2.14.
II c. ac. no de pers., frec. cien.
1 separar, apartar ἐκκρίνουσι ... ἐκ τῶν καμήλων ἐνιαύσιον τὸ ἔκγονον Arist.HA 578a11
rechazar τὸ τοιοῦτον τῆς περιβολῆς εἶδος Gal.18(2).693
cien., fisiol. separar, desagregar ἐκ τοῦ μίγματος ... οὗτοι ἐκκρίνουσι τἆλλα como opinión de Anaxágoras y Empédocles, Arist.Ph.187a23, πέψις ... τὰ μέν ἐκκρίνει καὶ διατμίζει la cocción separa unas cosas y las vaporiza Thphr.CP 6.7.3, ἐκεῖνα δὲ ἃ λέγω τὰ ἐκκρίνοντα ἢ ὅμοιον εἰπεῖν ἐκπλήττοντα ref. los átomos, Epicur.Nat.14.2.2, en v. pas. ὅταν ἄκρατος καὶ καθαρὸς ὁ νοῦς ἐκκριθῇ de la separación de alma y cuerpo, X.Cyr.8.7.20, ὕλης ... κατ' ἄλλον τρόπον ἐκκεκριμένης Thphr.Lap.2, cf. CP 6.7.2, καπνὸν ἐκ πυρὸς ἐκκρινόμενον Phld.Sign.36.6, τὴν ἐκκεκριμένην θείου χοροῦ φύσιν Ph.1.135
diferenciar τὴν ὁμοιότητα Phld.Sign.32.13.
2 fisiol. secretar, segregar, emitir secreciones ἐκκρίνειν σπέρμα Arist.GA 765b10, τραῦμα ... ἰχῶρας ἐκκρίνον Zen.6.46, en v. pas. ἀπὸ τῶν νεφρῶν ἐκκρίνεται la orina, Hp.Aph.4.76, οὐχ ἅμα τοῖς πολλοῖς ἄρχεταί τε τὸ σπέρμα ἐκκρίνεσθαι καὶ γεννᾶν δύναται Arist.HA 544b14, οὐκ ἐκκρίνεται δυσῶδες μετὰ τῶν πεταλωδῶν ἐκκριμάτων Steph.in Hp.Aph.2.426.12
abs. emitir, secretar esperma τὸ δὲ δεχόμενον μὲν ἀδυνατοῦν δὲ συνιστάναι καὶ ἐκκρίνειν θῆλυ Arist.GA 765b15.
3 evacuar, expulsar, deyectar αἱ δ' αἴθυιαι ... τοὺς ἐσθιομένους ἰχθύας διὰ τῆς ἕδρας ἐκκρίνουσιν las gaviotas evacuan los peces comidos a través del ano D.P.Au.2.6, cf. 1.22, τὸ οὖρον Gal.5.248, en v. pas. ἢν ... τι τῶν συμφερόντων ἐκκρίνηται διὰ τῶν τόπων τούτων Hp.Aph.4.47, ἄνευ ταύτης τῆς βίας ἐκκρίνεται τὰ περιττώματα Arist.GA 738a1, οὐδὲν γὰρ κωλύει ... ἐκ τῆς κύστεως ἐκκρίνεσθαι διὰ τοῦ αἰδοίου τὸ οὖρον Gal.5.248, κἢν ἐκκριθῇ κόπρος Aret.CA 2.5.3, de vapores, Arist.Mete.370a30.
4 eliminar, expeler λίθους (τοῦ νεφροῦ) θρύπτει καὶ ἐκκρίνει de la menta, Dsc.2.127, en v. pas. διὰ τὸ ... ἐκκρίνεσθαι τὸ πικρὸν ὑπὸ τοῦ ἡλίου Thphr.CP 6.12.12.
B intr., en v. med. separarse, segregarse πᾶν ἐκ παντὸς ἐκκρίνεται Simp.in Ph.164.21
abs. separarse, vivir separado τὰ ἄρρενα ... ἐκκρίνονται de los toros respecto a las vacas, Arist.HA 572b22.

Greek Monolingual

(AM ἐκκρίνω)
παράγω υγρό το οποίο αποβάλλεται («εκκρίνω ιδρώτα»)
αρχ.
1. αποχωρίζω, ξεχωρίζω
2. χωρίζω
3. αποκλείω, αποβάλλω
4. καταδικάζω
5. αναδίδω, βγάζω
6. (για φάρμακο) παρασύρω, βγάζω.

Greek Monotonic

ἐκκρίνω: [ῑ], μέλ. -ῐνῶ·
1. επιλέγω ή ξεχωρίζω, διαλέγω, απομονώνω, σε Θουκ. — μτχ. Παθ. αορ. αʹ ἐκκριθείς, σε Σοφ.
2. απομονώνω ως ατίμωση, διώχνω, αποβάλλω, εκδιώκω, όπως το Λατ. tribu movere, σε Ξεν.
3. αποκρύπτω, αποχωρίζω, ὅταννοῦς ἐκκριθῇ, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκκρίνω: (ῑ)
1) выделять, отбирать, обособлять (ἑξακοσίους λογάδας τῶν ὁπλιτῶν Thuc.; ἐκεκριμένοι ἐκ παίδων Arst.);
2) выделять, отличать (ἀρετῇ πρῶτος ἐκκριθεὶς στρατεύματος Soph.);
3) исключать, изгонять, не допускать (ἐκκριθεὶς ἄτιμος Xen.; Ὀλυμπίασιν ἐκκριθῆναι Plut.);
4) физиол. выделять (τὸ σπέρμα καὶ τὸ περίττωμα Arst.).

Middle Liddell

fut. ῐνῶ
1. to choose or pick out, to single out, Thuc.:—Pass., aor1 part. ἐκκριθείς Soph.
2. to single out for disgrace, expel, like Lat. tribu movere, Xen.
3. to secrete, separate, ὅταννοῦς ἐκκριθῇ Xen.