Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκτίθημι

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἐκτίθημι Medium diacritics: ἐκτίθημι Low diacritics: εκτίθημι Capitals: ΕΚΤΙΘΗΜΙ
Transliteration A: ektíthēmi Transliteration B: ektithēmi Transliteration C: ektithimi Beta Code: e)kti/qhmi

English (LSJ)

(inf.

   A -τιθεῖν IG7.235.41), fut. -θήσω: pf. -τέθεικα UPZ 62.4 (ii B.C.):—set out, place outside, πυκινὸν λέχος Od.23.179; expose on a desert island, S.Ph.5; expose a new-born child, Hdt.1.112, Ar.Nu.531, etc.; τὸν παῖδ' . . ἐξέθηκε δωμάτων E.Ion 344:—so in Pass., τέθνηκε . . θηρσὶν ἐκτεθείς ib.951; expose, ἑαυτὸν βέλεσι Polem.Cyn.7:—Med., ἐκτίθεσθαι λείαν εἰς Βιθυνούς export it thither, Plu.Alc.29.    II set up, offer for a prize, λέβητας ἐκτιθεὶς φέρειν S.Fr.378; ἆθλα Plb.15.9.4.    b fix or grant allowances, rates of pay, etc., PSI5.498 (iii B.C.), PEdgar2.4 (Pass.), etc.    2 exhibit publicly, post up, νόμους πρὸς τοὺς ἐπωνύμους Decr. ap. And.1.83, cf. Lex ap.D.24.23; ἔκθεμα PPetr.2p.44 (iii B.C.); ὀνόματα εἰς στοάν SIG577.28 (Milet., iii/ii B.C.):—Pass., ὅπως ἐκτεθῶσι [οἱ νόμοι] IG22.487.6, etc.    3 expose for sale, D.C.46.14 (Pass.).    III set forth, expound, τὴν πρόθεσιν Arist.Rh.Al.1437b35; κατὰ γένος Thphr.Char.Praef.3:—also Med., λόγους καθόλου Arist.Po.1455b1; τὴν ἑαυτῆς ἐρημίαν D.S.12.18, etc.    2 Philos., predicate separate existence of a thing, explain by means of abstraction, Arist.Metaph. 1086b10.    IV Med., set forth, select particular instances of a rule, [ποιεῖν τὴν ἀπόδειξιν] τῶ ἐκθέσθαι Id.APr.28a23:—Pass., τὸ ἐκτεθέν ib.30a11.    2 set out terms in syllogistic form, ib.48a1, al.    3 isolate in thought, Id.SE179a3.    4 pick out for separate treatment, Id.Ph.235a28.    5 ἐ. καθόλου set out in general form, Id.Po.1455b1.

German (Pape)

[Seite 781] (s. τίθημι), 1) heraussetzen, stellen; Od. 23, 179; aussetzen, ans Land setzen, Soph. Phil. 5; ein Kind, Ar. Nubb. 530 u. Folgde; Sp., wie Paus. 1, 43, 7; auch im med., Hel.; ἐκτίθεσθαι λείαν εἰς Βιθυνούς, von sich weggeben u. dorthin bringen, Plut. Alc. 29; auch ἀπόκρισιν, Pol. 24, 10, 14. – 2) aus-, zur Schau stellen; νόμον πρόσθεν τῶν ἐπωνύμων Dem. 24, 18; oft bei Pol., ὑπόδειγμα, ἔκθεμα, 15, 20, 5. 31, 10, 1; ἆθλα, Preise aussetzen, 15, 9, 4, wie λέβητας Soph. frg. 68. Auch zum Verkauf, Dio Cass. – 3) auseinandersetzen, erzählen, Pol. 10, 9, 3; auch med., D. Sic. 12, 18; übh. festsetzen, bestimmen, Sp.; herausgeben, Gedichte u. Schriften, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκτίθημι: μέλλ. -θήσω· -θέτω ἔξω, τοποθετῶ ἔξωθεν, ἔνθα οἱ ἐκθεῖσαι πυκινὸν λέχος Ὀδ. Ψ. 179· ἀποβιβάζω, ἔνθ’... τὸν Μηλιᾶ Ποίαντος υἱὸν ἐξέθηκ’ ἐγώ ποτε Σοφ. Φ. 5· ἐκθέτω νεογέννητον βρέφος, Ἡρόδ. 1. 112, Ἀριστοφ. Νεφ. 530· τὸν παῖδ’... ἐξέθηκε δωμάτων Εὐρ. Ἴων 344· οὕτως ἐν τῷ παθ., τέθνηκε... θηρσὶν ἐκτεθεὶς αὐτόθι 951: - Μέσ., τὴν λείαν πᾶσαν ἐκ τῆς χώρας συναγαγόντες εἰς Βιθυνοὺς ἐκτίθενται, μετακομίζουσιν, Πλουτ. Ἀλκ. 29. ΙΙ. προσφέρω ὡς βραβεῖον, χαλκηλάτους λέβητας ἐκτιθεὶς φέρειν Σοφ. Ἀποσπ. 68, πρβλ. Πολύβ. 15. 9. 4. 2) ἐκτίθημι δημοσίᾳ νόμους πρὸς τοὺς ἐπωνύμους Ψήφισμα παρ’ Ἀνδοκ. 11. 28, πρβλ. Δημ. 707, 13, κτλ. 3) ἐκτίθημι πρὸς πώλησιν, Δίων Κ. 46. 14. ΙΙΙ. ἐκθέτω, ἐξηγῶ, διασαφηνίζω, Λατ. exponere, τὴν πρόθεσιν, τὰς αἰτίας Ἀριστ. Ρητ. π. Ἀλέξ. 30. 21, π. Φυτ. 2. 2, 1. 2) ἐν τῇ Λογικῇ, ἐξηγῶ δι’ ἀφαιρέσεως, ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσικὰ 12. 9, 23, κ. ἀλλ.· καὶ συχνότατα ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, αὐτόθι 2. 6, ἐν τέλ., κ. ἀλλ.· ἀποδεῖξαι τῷ ἐκθέσθαι ὁ αὐτ. Ἀναλυτ. Πρ. 1. 6, 3, πρβλ. 1. 8, 3, κ. ἀλλ.· ἴδε Σχόλ. εἰς τὰ Μετὰ τὰ Φυσ. σ. 992 β. 10, καὶ πρβλ. τὴν λέξιν ἔκθεσις.

French (Bailly abrégé)

f. ἐκθήσω, ao. ἐξέθηκα, etc.
exposer :
I. abandonner au dehors : παῖδα ISOCR exposer un enfant;
II. déposer (dans une île déserte);
III. mettre au jour :
1 produire, exposer ; expliquer, acc.;
2 proposer, acc.;
Moy. ἐκτίθεμαι exporter, transporter au dehors (un butin).
Étymologie: ἐκ, τίθημι.

English (Autenrieth)

aor. 2 part. ἐκθείς: put or set out, Od. 23.179†.

Spanish (DGE)

• Morfología: inf. pres. ἐκτιθεῖν IOropos 277.41 (IV a.C.); perf. ind. 3a plu. ἐκτέθεικαν UPZ 41.16 (II a.C.)
A Iconcr.
1 colocar, poner fuera λέχος Od.23.179
del mar fig. echar, vomitar κῦμ' ἐξέθηκε ταῦρον el oleaje echó fuera un toro E.Hipp.1214.
2 c. ac. de pers. o similares:
a) gener. exponer a situaciones de peligro ἐκθεῖναι (τὴν Ἀνδρομέδαν) κήτει φορβάν E.Fr.115a, τοῖς βέλεσι τῶν ἐναντίων ἐκθεὶς ἑαυτόν Polem.Cyn.7, τοὺς ἀρρώστους εἰς τὰς τριόδους Str.16.1.20, τοὺς ὑπὲρ ἑβδομήκοντα ἔτη λιμοκτονήσαντες εἰς τὴν ἐρημίαν ἐκτιθέασιν dejando morir de hambre a los que pasan de setenta años los exponen en el desierto Str.11.11.8;
b) exponer, abandonar como expósito niños recién nacidos, Hdt.1.112, E.Io 954, ταῦτα (τὰ παιδία) D.H.2.15, de Moisés, Ph.2.82, c. gen. separat. τὸν παῖδ' ... δωμάτων E.Io 344, c. compl. prep. τὸν παῖδα ἐς τὸ ὄρος τοῦτο Paus.2.26.4, cf. 8.12.3, abs. ἐξέθηκα expuse al recién nacido Ar.Nu.531, en v. pas., de Edipo, E.Ph.36, c. dat. de provecho θηρσὶν ἐκτεθείς E.Io 951, c. compl. prep. εἰς τὴν ὁδόν Isoc.5.66, Ζεὺς ... ἐς τὴν Κρήτην Luc.Sacr.5, en una isla desierta τὸν Μηλιᾶ Ποίαντος υἱόν S.Ph.5.
3 c. ac. de pers., en v. med.-pas. quitar de enmedio para librar de un peligro, poner a salvo ἐκτιθεὶς Διόνυσον Ἥρας νεικέων E.Ba.293, τοὺς διαφυγόντας Ῥωμαίων σὺν τοῖς παισὶν εἰς Ῥοδίων ἐξέθετο πόλιν SIG 741.29, cf. 23 (Nisa I a.C.).
II ref. a la ‘exposición’ pública
1 instituir, establecer, asignar
a) premios en competiciones χαλκηλάτους λέβητας ἐκτιθεὶς φέρειν S.Fr.378, κα[τ]' ἰδίαν ἐκτιθεὶς ἆθλα ... τοῖς ἀγωνιζομένοις IG 12(3).331.25 (Tera III/II a.C.), cf. Plb.15.9.4;
b) como paga, pensión, ración, etc. ὀψώνιον ... δεκαμναῖον αὐτῷ Plb.13.2.3, c. dat. de provecho ἡμῖν ... ἐλαίου μετρητὴν ἕνα τὸν ἐνιαυτόν UPZ 17.7 (II a.C.), c. compl. prep. εἰς τὰ πλήθη ... τὴν σιτομετρίαν PSI 498.4 (III a.C.), en v. pas. τὰ χλωρὰ τὰ ἐκτιθέμενα ἐν ὑμῖν PSI 510.7 (III a.C.), τὸ ὀψώνιον PCair.Zen.2.4 (III a.C.), τὰ ἐκτιθέμενα ... βασιλικὰ κεφάλαια SB 7611.6 (I a.C.).
2 exponer al público, exhibir, publicar leyes, decretos, etc. τοὺς νόμους πρόσθεν τῶν ἐπωνύμων D.24.25, cf. Decr. en And.Myst.83, Aeschin.3.39, γράμματ' ... ψευδῆ D.25.50, τὴν πρόκλησιν D.56.18, cf. Hyp.Dem.3.17, ἔκθες ἔκθεμα PPetr.2.13.18b.10 (III a.C.), cf. Plb.31.6.1, τὰ ὀνόματα αὐτῶν εἰς τὴν Ἀντιόχε<ι>ον στοάν Milet 1(3).145.28 (III/II a.C.), cf. IOropos l.c., κηρύγματα καὶ μήνυτρα I.AI 15.265, διαγράμματα Plu.Luc.36, cf. Pomp.31, γράμματα D.C.40.66.3
en v. med. mismo sent. καλὸν δεῖγμα τῆς ἑαυτοῦ προαιρέσεως Plb.4.24.9, δόγμα LXX Da.3.96θ, ἐπίγραμμα Ammon.in Porph.4.21, en v. pas. τὸ πλῆθος τῶν ἐκτεθέντων νόμων Decr. en D.24.23, κατὰ τὸ ἐκτεθὲν πρόσταγμα PHels.11.6 (II a.C.), cf. LXX Es.8.17, ἐκτιθεμένων τῶν τοῦ βασιλέως γραμμάτων I.AI 11.285, ἀντίγραφον προγράμματος ἐκτεθέντος ἐν Μέμφει PSI 1406.1 (II d.C.) en BL 7.242, en tablones públicos, c. actas de acusación, Isoc.15.237, de rendición de cuentas o deudas ἐπ' αἰσχίστῳ ἐπιγράμματι ἐξετέθη αὐτοῦ τοὔνομα fue exhibido su nombre en la más deshonrosa inscripción (e.d. en el tablón de los defraudadores), Is.5.38, ὑπ' αὐτοῦ (τοῦ διοικητοῦ) ἐξετέθην πρὸς τοὺς λόγο[υς PCair.Zen.832.4 (III a.C.), με ... ἐκτεθεῖσθαι ἐν τῇ ... ἐκθέσει que he sido expuesto en la lista de deudores, PMich.787.8 (II d.C.).
3 editar, publicar libros y escritos ἀφ' οὗ Ὀρφεὺς ... τὴν ἑαυτοῦ πο<ί>ησιν ἐξέθηκε Marm.Par.14, cf. 15, βιβλία ἀνώνυμα D.C.43.47.6, τὴν γραφήν Eun.Hist.1.37, τὸν ὑπὲρ Ἀετίου καὶ τοῦ δόγματος τόμον Philost.HE 8.2
en v. med. mismo sent. λόγον Eus.VC 46, ἐξέθετο (ὁ Πλάτων) τήν τε Πολιτείαν καὶ τοὺς Νόμους Anon.Prol.1.19.
4 hacer público, dictar, pronunciar una sentencia o veredicto περὶ τούτου γνῶσιν ἐξέθηκαν (οἱ κριταί) PHib.203.21 (III a.C.), ἐπ' αὐτοῖς ψῆφον ἐκτίθεσθαι emitir un juicio acerca de ellos Gr.Nyss.Hom.in Cant.204.9
hacer o procurar justicia ἀξιῶ ... ἐκθεῖναί μοι τὸ δίκαιον pido que se me haga justicia, PTor.Amenothes 8.87 (II a.C.), cf. BGU 1849.21 (I a.C.).
5 exponer para la venta en público, sacar para vender, esp. a subasta ἐξεθήκαμεν (τὸν τόπον) εἰς πρᾶσιν UPZ 219.11 (II a.C.)
en v. med. mismo sent. ὅπλα ἐ. poner armas a la venta Aen.Tact.30.2, en v. pas. τὰ ... εἰς τὴν ἀγορὰν ἐκτιθέμενα ὅπλα Aen.Tact.30.1, para la subasta pública ἐς τὸ πρατήριον D.C.46.14.1, cf. 73.5.5, τὰ ἐκτεθέντα εἰς πρᾶσιν BGU 1772.33 (I a.C.).
III en cont. de lengua
1 exponer, explicar c. ac. de abstr. τὴν πρόθεσιν Anaximen.Rh.1437b36, τὰς τῶν ἑτεροφύτων δένδρων γενέσεις Arist.Fr.276, πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν Anon.Hist. en PHib.27.24, τὰς πράξεις I.AI 16.187, παράδειγμα D.Chr.7.81, cf. Plu.2.544e, ταύτην ... τὴν ὑπόληψιν Aristox.Harm.51.6, c. ac. de pers. τοὺς ἡγεμόνας καὶ πατέρας τῆς ἱστορίας Eun.Hist.1.16, c. or. complet. αὐτοῦ τοῦ Ποπλίου σαφῶς ἐκτεθεικότος ὅτι ... Plb.10.9.3
en v. med. mismo sent., c. ac. de abstr. τοὺς λόγους ... καθόλου exponer las narraciones de modo general Arist.Po.1455b1, πάντων ... τὰ δόγματα Thphr.Fr.42, τὰ συμβεβηκότα Din.Fr.Inc.3, τοιαύτας ἀποφάσεις ... ἐν τοῖς ὑπομνήμασι Plb.12.23.2, ταύτην τὴν ἀπόκρισιν Plb.23.9.14, τῆς ἑαυτῆς (τῆς συγκλήτου) γνώμην Plb.31.11.3, τὴν ἑαυτῆς ἐρημίαν D.S.12.18, ἰατρικὴν δόξαν Ph.1.55, διαφορὰς τόπων Str.1.1.14, τὴν αἰτίαν τοῦ συμποσίου Ath.186e, c. dat. de provecho ὑποθήκας τοῖς λάγνοις τοιαύτας Ath.282c, c. compl. prep. περὶ ὡροσκόπου Vett.Val.8.13, c. or. complet. ὅτι οὐκ ἦν τότε δούλων χρεία Ath.267e.
2 lóg. enunciar, formular términos de una proposición τοὺς κατὰ τὴν πρότασιν ὅρους Arist.APr.48a1, cf. 50a1
según el método de la éctesis, e.d. seleccionando los rasgos comunes a una clase de individuos (v. ἔκθεσις A III 5) τῷ ἐκθέσθαι ποιεῖν τὴν ἀπόδειξιν realizar la demostración por medio de la éctesis Arist.APr.28a23, en v. pas. τὸ ἐκτεθέν Arist.APr.30a11.
B c. valor separat., en v. act. y med.
I fil. y cien.
1 fil. predicar la existencia separada de algo ταύτας (τὰς οὐσίας) δὲ τὰς καθόλου λεγομένας ἐξέθεσαν Arist.Metaph.1086b10.
2 fil. explicar independientemente o mediante abstracción en v. pas. τὸ ἐκτιθέμενον argumento apartado o considerado aisladamente Arist.SE 179a5, cf. Ph.235a28.
3 mat. desarrollar exponencialmente en v. pas. ὅροι ἀπὸ μονάδος ἐκτιθέμενοι Theo Sm.22, de los números en una progresión (ἀναλογία), ἐν τῇ διπλασίονι ἀναλογίᾳ Euc.9.36, ἀπὸ δὲ τοῦ τρίτου Nicom.Ar.1.22.
4 geom. formular mediante un diagrama, delinear τὰς πλευρὰς τῶν πέντε σχημάτων Euc.13.18, τὰ δὲ περιφερῆ τῶν ἐπιπέδων σχημάτων Hero Metr.1.25, en v. pas. ἡ ἐκτεθεῖσα εὐθεῖα Procl.in Euc.p.208.20.
II gener.
1 escoger para sí, adoptar φιλίης ἔκθες σκοπόν escoge el objetivo de la bandera de la amistad, AP 12.156, en v. pas. ὡσανεὶ τύπων ἐκτιθεμένων como modelos escogidos para la posteridad, Plb.30.6.4
en v. med. mismo sent., c. doble ac. τινὲς δὲ τέ[λ] η τὰ πάθη τῆς ψυχῆς ἐχθέμενοι ... mas otros, habiendo escogido los afectos del alma como fines ... Phld.Elect.3.8.
2 en v. med. descargarse de, librarse de una acusación, Ar.Ra.691
náut. descargar, desembarcar de una nave Ῥωμαῖοι ... τὰ βάρη πάντα ... ἐξετίθεντο Plb.1.61.3, ἐκεῖνον (τὸν Ὀδυσσέα) ... ὥσπερ τι φορτίον ἐκθέμενοι τῆς νεώς ... Iul.Ep.188.349b, en v. pas. τὰ πεμφθέντα μὲν ... ἐν Ἀλεξανδρείᾳ δὲ ἐκτεθέντα Synes.Ep.129.

English (Strong)

from ἐκ and τίθημι; to expose; figuratively, to declare: cast out, expound.

English (Thayer)

1st aorist passive participle ἐκτεθεις; middle, imperfect ἐξετιθεμην; 2nd aorist ἐξεθέμην; to place or set out, expose;
1. properly: an infant, Herodotus 1,112); Aristophanes nub. 531; Aelian v. h. 2,7; Lucian, de sacrif. 5, and often).
2. Middle metaphorically, to set forth, declare, expound: τί, Aristotle, passim); Diodorus 12,18; Josephus, Antiquities 1,12, 2; Athen. 7, p. 278d.; others).

Greek Monolingual

ἐκτίθημι (AM)
εκθέτω.

Greek Monotonic

ἐκτίθημι: μέλ. -θήσω·
I. τοποθετώ έξω, σε Ομήρ. Οδ.· αποβιβάζω σε έρημο νησί, εκθέτω νεογέννητο βρέφος, σε Ηρόδ., Αττ. — Μέσ., εξάγω, σε Πλούτ.
II. εκθέτω δημόσια, παρουσιάζω δημόσια, δημοσιοποιώ, νόμους, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκτίθημι: (fut. ἐκθήσω, aor. ἐξέθηκα)
1) выставлять, ставить (λέχος Hom.);
2) выставлять (для всеобщего обозрения), вывешивать (τὸν καινὸν νόμον Dem.);
3) бросать на произвол судьбы, подкидывать (παῖδα Her., Eur., Arph.): θηρσὶν ἐκτηθείς Eur. брошенный на растерзание зверям;
4) высаживать (на берег) (τινά ἐπὶ τὴν γῆν Plut.);
5) выставлять, объявлять (в качестве приза) (λέβητας Soph.; ἆθλα Polyb.);
6) водружать (τὸ τῆς μάχης σύμβολον ἐν τῷ στρατοπέδῳ Plut.);
7) med. представлять, отправлять (τὴν λείαν πᾶσαν εἴς τινα Plut.);
8) (в качестве примера) выставлять, приводить (ὅρους Arst.);
9) тж. med. представлять, излагать (τὴν πρόθεσιν Arst.; τὴν ἑαυτοῦ γνώμην Polyb.).

Middle Liddell

fut. -θήσω
I. to set out, place outside, Od.: to expose on a desert island or to expose a new-born child, Hdt., attic:—Mid. to export, Plut.
II. to set up in public, exhibit publicly, νόμους Dem.

Chinese

原文音譯:™kt⋯qhmi 誒克-提帖米
詞類次數:動詞(4)
原文字根:出去-安置
字義溯源:闡述,陳列,逐出,講解,講論,丟棄;由(ἐκ / ἐκπερισσῶς / ἐκφωνέω)*=出)與(τίθημι)*=設立,安放)組成
出現次數:總共(4);徒(4)
譯字彙編
1) 講解(2) 徒11:4; 徒18:26;
2) 他⋯講論(1) 徒28:23;
3) 被丟棄(1) 徒7:21