Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεῖγμα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δεῖγμα Medium diacritics: δεῖγμα Low diacritics: δείγμα Capitals: ΔΕΙΓΜΑ
Transliteration A: deîgma Transliteration B: deigma Transliteration C: deigma Beta Code: dei=gma

English (LSJ)

ατος, τό, (δείκνυμι)

   A sample, pattern, καρπῶν Isoc.15.54, cf. POxy.113.5 (ii A.D.); τοῦ βίου Ar.Ach.988; λαβὼν δ' Ἄδραστον δεῖγμα τῶν ἐμῶν λόγων taking him as evidence of... E.Supp. 354; μὴ… αὐτοὶ καθ' ὑμῶν αὐτῶν δ. τοιοῦτον ἐξενέγκητε D.21.183; τοῦτο τὸ δ. ἐξενηνοχὼς περὶ αὐτοῦ Id.19.12, cf. Pl.Lg.788c; δείγματος εἵνεκα by way of sample, D.23.65; δείγματος χάριν S.E.M.11.40; δ. προφέρειν, ἐκτίθεσθαι, παρασχεῖν, Pl.Lg.718b, Plb.4.24.9, D.H.Rh.6.5; δ. μικροψυχίας Men. Georg.Fr.3; δ. ψυχῆς sign of life, Luc.Prom.Es2 (s.v.l.); δ. φιλοσοφίας Ἀττικῆς Id.Scyth.7; [ἀνδριάντα] δ. ἀρετᾶς θεμένα Epigr.Gr.860.6, cf. IG14.967, etc.    b plan, sketch, PGiss.15.3.    c sense-evidence, τὰ ἐπὶ τοῦ ὀργάνου δείγματα Epicur.Nat.11.7.    2 mart, bazaar, in the Piraeus, X.HG5.1.21, Lys.Fr.75.6; περιεπάτουν ἐν τῷ δ. τῷ ἡμετέρῳ D.35.29; elsewh., IPE1.16B49 (Olbia), Aen. Tact.30.2, Plb.5.88.8, D.S.19.45.    b metaph., δ. δικῶν Ar.Eq. 979.

German (Pape)

[Seite 534] τό, 1) das Vorgezeigte, Probestück, Beweis, Plat. Phaed. 110 b; τῆς φύσεως Isocr. 1, 11; vgl. Eur. Suppl. 354 El. 1174; δείγματα προφέρειν Plat. Legg. IV, 718 b; παρέχειν, eine Probe geben, Dion. Hal.; ἐκφέρειν Dem. 18, 291 u. öfter; Pol. 3, 69, 3 u. Sp.; ἐκτίθεσθαι Pol. 4, 24, 9; δείγματος ἕνεκα, zum Beispiel, Dem. 23, 65; δεῖγμα ποιεῐσθαι, muthmaßen, Pol. 2, 48, 3. – 2) in Athen u. Rhodus ein Ort, wo die Kaufleute ihre Waaren zur Schau stellten, B. A. 237; Xen. Hell. 5, 1, 21; Dem. 50, 24 u. öfter; Pol. 5, 88, 8; D. Sic. 19, 45; vgl. Böckh Staatsh. I S. 64.

Greek (Liddell-Scott)

δεῖγμα: τό, (δείκνυμι) παράδειγμα, ὑπόδειγμα , ἀπόδειξις,μέρος ὀλίγον τὸ δεικνυόμενον ,ἐξ οὗ εἰκάζεται τὸ ὅλον ,Λατ. documentum,καρπῶν Ἰσοκρ.321Α· τοῦ βίου Ἀριστοφ.Ἀχ. 988· λαβὼν δ᾿ 'Ἄδραστον δεῖγμα τῶν ἐμῶν λόγων,λαβών αὐτὸν ὡς ἀπόδειξιν…, Εὐρ. Ἱκέτ. 354· μή… αὐτοὶ καθ᾿ὑμῶν αὐτῶν δ. τοιοῦτον ἐνέγκητε Δημ.573.25· τοῦτο τό δ. ἐξενηνοχώς περὶ αὐτοῦ ὁ αὐτ. 344.20,πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 788C· δείγματος ἕνεκα ,χάριν δείγματος, Δημ. 641.21· ἤθους δ. Τύχη θνητοῖς θῆκεν, ἔδωκεν ἀπόδειξιν τῶν διαθέσεων αὐτῆς, Ἐπιγρ. Ἑλλ.257.6, πρβλ. 805a (Προσθ.)· δ. ἀρετᾶς θεμένα αὐτόθι 860.6,κτλ.· -ἐν Αἰσχύλ. Ἀγ.976,ἕν χειρόγρφ. ἔχει δεῖμα, ὅπερ ἀπεδέξαντο οἱ Blomf,Herm,Dind. 2) τόπος ἐν Πειραιεῖ, ἔνθα οἱ ἔμποροι ἐξέθετον τὰ ἐμπορεύματα αὑτῶν πρὸς πώλησιν ,εἶδος ἀγορᾶς,Ξεν. Ἑλλ.5. 1, 21, Λυσ. Ἀποσπ. 45.7· περιεπάτουν ἐν τῷ δείγματι τῷ ἡμετέρῳ Δημ.932. 21· οὕτως ἐν ἄλλαις πόλεσιν,οἷον ἐν Ρόδῳ,Πολύβ. 5, 88, Διόδ. Σικ.19.45, ἐν Ὀλβίᾳ, Συλλ. Ἐπιγρ. 2058Β. 50,κ. ἀλλαχοῦ ,Αἰλ. Τακτ. 30. β) μεταφ., δ.δικῶν Ἀριστοφ. Ἱππ. 979.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
I. ce qui se montre, manifestation : δεῖγμα ψυχής LUC manifestation ou signe de vie;
II. ce qu’on montre, d’où
1 spécimen, exemple ; preuve;
2 à Athènes, endroit du Pirée où les marchands exposaient leurs marchandises, marché, bazar.
Étymologie: δείκνυμι.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I 1indicio, señal, muestra, manifestación τοῦ βίου Ar.Ach.988, δ. μικροψυχίας indicio de mezquindad Men.Georg.fr.3, ὥσπερ δὲ τῶν καρπῶν, ἐξενεγκεῖν ἑκάστου (λόγου) δ. πειράσομαι Isoc.15.54, ἐν δὲ προλόγοις καὶ ἔπεσι δ. ἐστι τοῦ λόγου Arist.Rh.1415a12, τῆς τε πρὸς Πύθιον εὐσεβείας FD 2.102.7 (II a.C.), ξηρότητος ἅμα καὶ ψυχρότητος ref. a la vejez, Plu.2.736a, ψυχῆς Luc.Prom.Es.2, φιλοσοφίας Ἀττικῆς Luc.Scyth.7, τῆς ἀρετῆς IClaros 1.P.5.20 (II a.C.), SEG 26.1021 (Quíos II d.C.), D.C.55.7.4, ἀπονοίας IEphesos 215.17 (II d.C.), εὐχαριστίας IG 5(1).1331.9 (Laconia, rom.), τῶν χρόνων Iust.Nou.47 praef., de Sodoma y Gomorra πρόκεινται δεῖγμα Ep.Iud.7, τέλεια δείγματα τᾶς ἐν ἅπασιν ὑπερβολᾶς παρέσχετο ofreció cumplidas muestras de superioridad en todo, IAE 36.12 (I d.C.)
prueba, testimonio λαβὼν δ' Ἄδραστον δ. τῶν ἐμῶν λόγων tomando a Adrasto como testimonio de mis palabras E.Supp.354
muestra, vestigio δείγματα μικρὰ ... ἐξοσιούμενοι διαφυλάττουσιν ref. a antiguos ritos, Plu.Arat.53
ejemplo, modelo δ. προφέρειν presentar un ejemplo Pl.Lg.718b, δ. ... ἐκφέρειν D.21.183, δ. παρασχεῖν D.H.Rh.6.5, καλὸν δ. τῆς ἑαυτοῦ προαιρέσεως Plb.4.24.9, δείγματος εἵνεκα por ejemplo D.23.65, D.C.66.14.4, δείγματος χάριν S.E.M.11.40, Gr.Naz.M.35.605B, τὰ ἐπὶ τοῦ ὀργάνου δείγματα los ejemplos basados en la máquina (astronómica), Epicur.Fr.[26.39] 4.
2 muestra representativa de artículos en venta, muestrario de armas, Aen.Tact.30.2, ταινιῶν PCair.Zen.696.1 (III a.C.), δ. λευκόινον prob. de tela POxy.113.5 (II d.C.), φαρμάκων PHaun.17.13 (II d.C.), de glasto PLaur.83.4 (IV d.C., cf. BL 8.166), de vino y otras mercancías δ. λαβόντες, ἐὰν μὲν ἀρέσῃ ὑμᾶς, ὠνεῖσθε D.Chr.36.11, τοὺς ἐμπόρους ὁρῶμεν, ὅταν ἐν τρυβλίῳ δ. περιφέρωσι, δι' ὀλίγων πυρῶν τοὺς πολλοὺς πιπράσκοντας Plu.Dem.23, en pap. esp. de cereales πυρῶν PZen.Col.82.5, PLugd.Bat.20.71.4 (ambos III a.C.), [κριθῶν] PHib.98.17 (III a.C.), de arveja PZen.Zen.51.16 (III a.C.), μέτρησον ... ἐκ τοῦ καλλίστου δείγματος ... πυροῦ ... ἀρτάβην μίαν POxy.1024.9, cf. 2956.4 (ambos II d.C.), tb. ref. a muestras de grano recaudado como impuesto πυροῦ PPetaus.57.4 (II d.C.), ἡ τῶν δειγμάτων ἄρσις (cf. δειγματοάρτης) POxy.708.5, 18 (II d.C.).
II mercado, feria ref. al lugar donde se exponían las muestras de mercancía en venta, en el Pireo, X.HG 5.1.21, Lys.Fr.17.2.6, D.35.29, IG 22.1103.12 (II d.C.), en Olbia IPE 12.32B.49 (III/II a.C.), en Rodas, Plb.5.88.8, D.S.19.45
fig. δ. δικῶν Ar.Eq.979.

English (Strong)

from the base of δεικνύω; a specimen (as shown): example.

English (Thayer)

δειγματος, τό (δείκνυμι);
a. properly, thing shown.
b. a specimen of anything, example, pattern: πυρός αἰωνίου, set forth as a warning, Xenophon, Plato, Isocrates down.)

Greek Monolingual

το (AM δεῑγμα) δείκνυμι
1. μικρή ποσότητα ή μέρος που επιδεικνύεται για να σχηματιστεί αντίληψη για το όλο (α. «δείγμα υφάσματος» β. «δείγματα χρωμάτων» γ. «ὥσπερ δὲ τῶν καρπῶν ἐξενεγκεῑν ἑκάστου δεῑγμα πειράσομαι» — θα προσπαθήσω να παρουσιάσω δείγμα για την κάθε περίπτωση, όπως γίνεται με τα δείγματα τών καρπών)
2. παράδειγμα, τεκμήριο (α. «δείγμα της μεγαλοφυΐας του είναι...» β. τοῦτο τὸ δεῑγμα ἐξενηνοχὼς περὶ αὐτοῦ» — αφού παρουσίασε αυτό το τεκμήριο γι' αυτόν
γ. «δείγματος ἕνεκα» — παραδείγματος χάριν, για παράδειγμα)
νεοελλ.
φρ.
1. «δείγμα γραφής»
α) απόσπασμα γραπτού κειμένου με το οποίο αποδεικνύεται η πατρότητα ή η γνησιότητα εγγράφου ή επιστολής
β) απόσπασμα από το οποίο κρίνεται η ικανότητα ενός συγγραφέα
γ) ενέργεια ή απόφαση χαρακτηριστική για τη γενικότερη συμπεριφορά, δράση ή ιδεολογία προσώπου, ομάδας, κόμματος κ.λπ.
2. «δείγμα άνευ αξίας» — φράση που επιγράφεται σε φάκελο ή δέμα το οποίο περιέχει δείγμα εμπορικού αντικειμένου προκειμένου να μην του επιβληθεί δασμός
αρχ.
1. σχεδιάγραμμα
2. χώρος στον Πειραιά όπου οι έμποροι άπλωναν τα εμπορεύματά τους.

Greek Monotonic

δεῖγμα: -ατος, τό (δείκνυμι),
1. υπόδειγμα, πρότυπο, παράδειγμα, απόδειξη, δείγμα, Λατ. documentum, σε Ευρ., Αριστοφ. κ.λπ.· δείγματος ἕνεκα, με τη μέθοδο του δείγματος, σε Δημ.
2. τοποθεσία του Πειραιά, όπου οι έμποροι εξέθεταν τα εμπορεύματά τους για πώληση, παζάρι, σε Ξεν., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

δεῖγμα: ατος τό
1) проявление, признак (ψυχῆς δ. τι Luc.);
2) образец, образчик, пример (τινος Isocr., Plut., Luc.): δείγματος ἕνεκα Dem. для примера, в виде примера;
3) краткое изложение, очерк (προοίμιον δ. ἐστι τοῦ λόγου Arst.);
4) доказательство, свидетельство (ἐξενεγκεῖν Isocr., προφέρειν Plat., ἐκφέρειν Dem. и ἐκτίθεσθαι Polyb.): δ. τῶν ἐμῶν λόγων Eur. (в) подтверждение моих слов;
5) торговые ряды, базар Lys., Xen., Dem., Polyb., Diod.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεῖγμα -ατος, τό [δείκνυμι] voorbeeld, bewijs:. δεῖγμα προφέρειν een voorbeeld geven Plat. Lg. 718b; δεῖγμα τῆς φιλοσοφίας τῆς Ἀττικῆς een specimen van Attische filosofie Luc. 68.7. marktplaats; overdr.: ἐν τῷ δείγματι τῶν δικῶν op de markt van de processen Aristoph. Eq. 979.

Middle Liddell

δείκνυμι
1. a sample, pattern, proof, specimen, Lat. documentum, Eur., Ar., etc.; δείγματος ἕνεκα by way of sample, Dem.
2. a place in the Peiraeeus, where merchants set out their wares for sale, a bazaar, Xen., Dem.

Chinese

原文音譯:de‹gma 得格馬
詞類次數:名詞(1)
原文字根:顯示(果效)
字義溯源:樣品,警告,鑒戒,鑑戒;源自(δείκνυμι / δεικνύω)*=顯示)。
同義字:1) (δεῖγμα)樣品 2) (ὑπογραμμός)寫字摹本 3) (ὑπόδειγμα)為著模倣或警告而展示
出現次數:總共(1);猶(1)
譯字彙編
1) 鑑戒(1) 猶1:7