Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιτηδειότης

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπιτηδειότης Medium diacritics: ἐπιτηδειότης Low diacritics: επιτηδειότης Capitals: ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΤΗΣ
Transliteration A: epitēdeiótēs Transliteration B: epitēdeiotēs Transliteration C: epitideiotis Beta Code: e)pithdeio/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A fitness, suitableness, convenience for a purpose, Hp.Fract.27 ; πρός τι Pl.Lg.778a, cf. Epicur.Ep.1p.9U.(pl.) : tendency, liability, Theon Gymn. ap. Gal.6.208. 2 ἐ. πρὸς πόλεμον all material, etc., for carrying on war, Plb.2.23.11. 3 requirement, ἵνα πρὸς ἑκάστην ἐ. τὸ προσῆκον γένηται Ael.Tact.35.1. II friendliness, kindness, πρὸς ἅπαντας Aristid.1.112J.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 991] ᾷτος, ἡ, die Tauglichkeit, Brauchbarkeit wozu, πρός τι, Plat. Legg. VI, 778 a; τῶν καιομένων ξύλων S. Emp. adv. phys. 1, 243, die Tauglichkeit zum Brennen. – Die erforderlichen Dinge, der Bedarf, σίτου καὶ βελῶν καὶ τῆς ἄλλης ἐπιτηδειότητος πρὸς πόλεμον ἐποιήσαντο παρασκετήν Pol. 2, 23, 11. – Bei Aristid. Freundlichkeit.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιτηδειότης: -ητος, ἡ, ἁρμοδιότης, καταλληλότης, εὐκολία πρός τι, Ἱππ. π. Ἀγμ. 769· πρός τι, Πλάτ. Νόμ. 778Α. 2) ἐπ. πρὸς πόλεμον, προετοιμασία πάντων τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, Πολύβ. 2. 23, 11. ΙΙ. φιλικὴ διάθεσις, ἀγαθότης, καλωσύνη, πρὸς ἅπαντας Ἀριστείδ. 1. 112· ἀντίθετον τῷ ἀπόστασις, Διογ. Λ. 10. 46.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
1 qualité d’être propre à ; p. ext. appareil propre à;
2 liaison d’amitié.
Étymologie: ἐπιτήδειος.

Greek Monotonic

ἐπιτηδειότης: -ητος, ἡ, αρμοδιότητα, καταλληλότητα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιτηδειότης: ητος ἡ
1) пригодность, приспособленность (πρός τι Plat.): ἐ. πρὸς πόλεμον Polyb. военное снаряжение;
2) склонность, способность (κατά τι Diog. L.).

Middle Liddell

ἐπιτηδειότης, ητος, [from ἐπιτήδειος
fitness, suitableness, Plat.

English (Woodhouse)

ἐπιτηδειότης = convenience, suitability

⇢ Look up "ἐπιτηδειότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)