Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱλαρός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἱλᾰρός Medium diacritics: ἱλαρός Low diacritics: ιλαρός Capitals: ΙΛΑΡΟΣ
Transliteration A: hilarós Transliteration B: hilaros Transliteration C: ilaros Beta Code: i(laro/s

English (LSJ)

[ῐ], ά, όν, (ἵλαος)

   A cheerful, merry, φέγγος Ar.Ra.456(lyr.); ἱλαροὶ ἀντὶ σκυθρωπῶν X.Mem.2.7.12; ἱλαρὸς ἴσθι Thphr.Char.17.9, ἱλαρὸν βλέψαι AP12.159 (Mel.), cf. Phld.Mus.p.85 K., Philostr.Im.1.16; ἱ. δότης 2 Ep.Cor.9.7, cf. LXXPr.22.8: in later Greek,= ἵλεως<*> gracious, PMag.Leid.W.14.12, etc.: τὸ ἱ.,= ἱλαρότης, Plu.Sull.34, Heraclid.Pont. ap. Ath.14.624d; -ωτέρα ἀγγελία more cheerful news, Jahresh.23 Beibl.283 (Ephesus). Adv. -ρῶς X.Ap.33, LXXJb.22.26, Phld.Mus.l.c., Plu.Ages.2.    II of blood, quick-pulsing, Philostr. Gym.48 (Comp.).    III of imitation gold, bright, PLeid.X.17 (iii/ iv A.D.). Adv. ἱλαρῶς (leg. ἱλαρῷ) ib.87.

German (Pape)

[Seite 1250] (vgl. ἵλαος), heiter, fröhlich; φέγγος, frohe Tageshelle, Ar. Ran. 455; Antiphan. Ath. VI, 238 b; ἀντὶ σκυθρωπῶν ἱλαραὶ ἦσαν Xen. Mem. 2, 7, 12; διάλεκτος D. Hal. de vi Dem. 8; ᾄσματα Ath. XV, 697 d; oft in der Anth., ἱλαροῖς ἐλέγοισι δωρεῖσθαί τινα Apollds. 8 (X, 19); ἱλαρὸν βλέπειν Mel. 44 (XII, 159). – Adv., ἱλαρῶς καὶ ῥᾳδίως φέρειν Plut. Ages. 2; ψυχὴν τέρψας Ep. ad. 699 (App. 184).

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
gai, joyeux, enjoué ; τὰ ἱλαρά gaîté, enjouement.
Étymologie: cf. ἵλαος.

English (Strong)

from the same as ἵλεως; propitious or merry ("hilarious"), i.e. prompt or willing: cheerful.

English (Thayer)

ἱλαρα, ἱλαρόν (ἴλαος propitious), cheerful, joyous, prompt to do anything: Aristophanes, Xenophon, others.

Greek Monolingual

-ή, και -ά, -ό (ΑΜ ἱλαρός, -ά, -όν)
1. χαρούμενος, εύθυμος
2. το ουδ. ως ουσ.
το ιλαρό(ν)
η ιλαρότητα
νεοελλ.
το θηλ. ως ουσ. η ιλαρά
εξανθηματικό μολυσματικό νόσημα που προκαλείται από διηθητό ιό
μσν.
καλοπροαίρετος
αρχ.
(για αίμα) αυτός που σφύζει
2. (για μέταλλο) λαμπρός.
επίρρ...
ιλαρώς (ΑΜ ἱλαρῶς)
εύθυμα, φαιδρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἱλα- του ἱλάσκομαι + επίθημα (-α)ρός (πρβλ. μι-αρός, χαλ-αρός). Από το επίθ. ἱλαρός δημιουργήθηκε κύριο όν. Ἱλαρίων. Τη λ. δανείστηκε η λατ. με τη μορφή hilarus. To θηλ. ιλαρά του επιθ. χρησιμοποιείται στη Νέα Ελληνική κατ' ευφημισμό με σημ. «εξανθηματικό μολυσματικό νόσημα».
ΠΑΡ. ιλαρότητα (-ότης), ιλαρύνω
αρχ.
ιλαρεύομαι, ιλάριος, ιλαρώ
(αρχ. -μσν.) ιλάριος
μσν.
ιλαρώνω.
ΣΥΝΘ. ιλαροτραγωδία
αρχ.
ιλαροποιός, ιλαροφυΐα, ιλαρωδός, ιλαρώπις
μσν.-νεοελλ. ιλαροπρόσωπος].

Greek Monotonic

ἱλᾰρός: [ῐ], -ά, -όν (ἵλαος), εύθυμος, χαρούμενος, ευτυχισμένος, φαιδρός, Λατ. hilaris, σε Αριστοφ., Ξεν.· τὸ ἱλαρόν = ἱλαρότης, σε Πλούτ.· επίρρ. -ρῶς, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἱλᾰρός: (ῐ) веселый, радостный (φέγγος Arph.; πράγματα Plut.): ἱλαραὶ ἀντὶ σκυθρωπῶν ἦσαν Xen. (родственницы Аристарха) из печальных стали веселыми; ἱ. δότης NT радостно, т. е. добровольно (охотно) дающий.

Middle Liddell

ἱ˘λᾰρός, ή, όν ἵλαος
cheerful, gay, merry, joyous, Lat. hilaris, Ar., Xen.:— τὸ ἱλαρόν = ἱλαρότης, Plut. adv. -ρῶς, Xen.

Chinese

原文音譯:ƒlarÒj 希拉羅士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:(有)歡樂(的) 相當於: (חֵן‎) (רָצֹון‎)
字義溯源:慈祥的,愉快的,樂意的,歡心樂意的;源自(ἵλεως)*=歡愉的)
出現次數:總共(1);林後(1)
譯字彙編
1) 歡心樂意的(1) 林後9:7