Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀμφή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀμφή Medium diacritics: ὀμφή Low diacritics: ομφή Capitals: ΟΜΦΗ
Transliteration A: omphḗ Transliteration B: omphē Transliteration C: omfi Beta Code: o)mfh/

English (LSJ)

ἡ, poet. Noun,

   A voice, in Hom. always of the gods, ταῦτα θεῶν ἐκ πεύσεται ὀμφῆς Il.20.129 ; ἐπισπόμενοι θεοῦ ὀμφῇ Od.3.215,16.96 ; θείη δέ μιν ἀμφέχυτ' ὀ., of the voice of the dream sent by Zeus to Agamemnon, Il.2.41 ; oracle delivered from the inner shrine at Pytho, Thgn.808 ; τρίποδος Philostr.Im.2.19 ; κληροῦν ὀμφάν (v. κληρόω 11.2) ; signified by the flight of birds, ὀ. οἰωνοῖο A.R.3.939 : also in pl., κατ' ὀμφὰς τὰς Ἀπόλλωνος S.OC102 ; κατ' ὀμφὴν σήν on hearing thy message, ib.550, cf. 1351.    2 sweet, tuneful voice, Pi.Fr.152 ; ὀμφαὶ μελέων ib.75.19 ; ἁδεῖαι . . ὀμφαί Id.N.10.34, cf. S.Ichn.321 (lyr.).    3 generally, a voice, sound, ἰΰζειν ὀμφάν A.Supp.808(lyr.) ; μύθων αὐδαθέντων ὀ. E.Med.175 (lyr.).    II ὀμφά· ὀσμή (Lacon.), Hsch., dub. cj. in Lyr.Adesp.63 ; cf. εὔομφος 1, ποτόμφει.    III ὄμφαι, αἱ, name of the best kind of nard, τὰς ὄμφας ὀνομαζομένας βαρβάρῳ γλώττῃ κτλ. Gal.14.74. (In sense 1 cogn. with Engl. song : in sense 11 with ONorse anga 'give out a sweet scent', angi 'scent', ang 'pleasant sensation'.)

German (Pape)

[Seite 343] ἡ (von επ, ἔπος), die Stimme; bei Hom. stets ὀμφὴ θείη oder ὀμφὴ θεῶν oder θεοῦ, Götterstimme; θείη δέ μιν ἀμ φέχυτ' ὀμφή, Il. 2, 41; ταῦτα θεῶν ἐκ πεύσεται ὀμφῆς, 20, 129; ἐπισπόμενοι θεοῦ ὀμφῇ, Od. 3, 215. 16, 96; so noch κατ' ὀμ φὰς τὰς Ἀπόλλωνος Soph. O. C. 102; – allgemeiner, ἁδεῖαι Ἀθαναίων ὀμφαί νιν κώμασαν, die Stimmen, Pin. N. 10, 34; ἴϋζε δ' ὀμφάν, Aesch. Suppl. 789; οὔτ' ἄν ποτ' ὀμφῆς τῆς ἐμῆς ἐπῄσθετο, Soph. O. C. 1353; πῶς μύθων αὐδαθέντων δέξαιτ' ὀμφάν; Eur. Med. 175; einzeln noch bei sp. D.; λιγεῖα, Anacr. 41, 11; Nonn.; auch Heliod. – Nach Hesych. bei den Lacedämoniern = ὀσμή.

Greek (Liddell-Scott)

ὀμφή: ἡ, ποιητ. ὄνομα, φωνὴ θεοῦ (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ αὐδή, ἡ ἀνθρωπίνη φωνή), ταῦτα θεῶν ἐκ πεύσεται ὀμφῆς Ἰλ. Υ. 129· ἐπισπόμενοι θεοῦ ὀμφῇ Ὀδ. Γ. 215, κτλ.· θείη δέ μιν ἀμφέχυτ’ ὀμφή, ἐπὶ τῆς φωνῆς τοῦ ὀνείρου, ὃν ὁ Ζεὺς ἔπεμψεν εἰς τὸν Ἀγαμέμνονα, Ἰλ. Β. 41, πρβλ. 6· ἐπὶ χρησμοῦ διδομένου ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἱεροῦ τόπου, πίονος ἐξ ἀδύτου Θέογν. 808· τρίποδος Φιλόστρ. 842· κληροῦν ὀμφὰν (ἴδε κληρόω ΙΙ. 2)· ἐδηλοῦτο δὲ αὕτη καὶ διὰ τῆς πτήσεως πτηνῶν, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 939· - ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ., κατ’ ὀμφὰς τὰς Ἀπόλλωνος Σοφ. Ο. Κ. 102· οὕτω, κατ’ ὀμφὴν σήν, ἀκούσας τὸ σὸν ὄνομα, (διότι τὸ ὄνομα τοῦ Οἰδίποδος ἐνεῖχέ τι τὸ φοβερὸν καὶ μυστηριῶδες), αὐτόθι 550, πρβλ. 1351. 2) γλυκεῖα καὶ μελῳδικὴ φωνή, Πινδ. Ἀποσπ. 266· ὀμφὴ μελέων αὐτόθι 45. 17· γλυκεῖαι ... ὀμφαὶ ὁ αὐτ. ἐν Ν. 10. 63· - καθόλου, φωνή, ἦχος, ἰύζειν ὀμφὰν Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 808· μύθων αὐδαθέντων ὀμφ. Εὐρ. Μήδ. 175. – Καθ’ Ἡσύχιον: «ὀμφή· φήμη θεία. κλῃδὼν θεία. φωνή. δόξα. πνοή, ὀνείρου φαντάσματα». ΙΙ. Λακωνικ. ἀντὶ τοῦ ὀσμή, «ὀμφά· ὀσμή. Λάκωνες» Ἡσύχιος· ἐντεῦθεν τὸ ῥόδον ἐν Ἀρκαδίᾳ ἐκαλεῖτο εὐόμφαλον, Τίμαρχ. Παρ’ Ἀθην. 682C. (Ἐκ τῆς √ΕΠ, εἰπεῖν, ὄψ, παρεμβαλλομένου τοῦ μ, πρβλ. κόρυμβος ἐκ τοῦ κορυφή, στρόμβος ἐκ τοῦ στρέφω).

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 voix divine, voix prophétique, oracle;
2 voix en gén.
Étymologie: R. Ἐπ, parler, > ἔπος, ὄψ, avec insertion d’un μ ; cf. κόρυμβος de κορυφή, στρόμβος de στρέφω.

English (Autenrieth)

divine or prophetic voice, conveyed by a dream or through omens of birds, etc. See πανομφαῖος.

Greek Monolingual

(I)
ὀμφή, ἡ (Α)
1. φωνή θεού
2. χρησμός που δίδεται από το εσωτερικό ιερού τόπου, μαντείου («βίον κατ' ὀμφὰς τὰς Ἀπόλλωνος δότε πέρασιν», Σοφ.)
3. γλυκιά και μελωδική, αρμονική φωνή
4. φωνή, ήχος («μύθων τ' αὐδαθέντων δέξαιτ' ὀμφάν», Ευρ.)
4. (κατά τον Ησύχ.) «ὀμφή
φήμη θεία, κληδὼν θεία. φωνή, δόξα, πνοή, ὀνείρου φαντάσματα».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχ. λ., η οποία ανάγεται σε ΙΕ τ. songwhā και αποτελεί παρ. ενός ρήματος sengwh- «τραγουδώ», που μαρτυρείται στη Γερμανική (πρβλ. γερμ. singen «τραγουδώ», αγγλ. sing). Η ελλ. λ. ὀμφή αντιστοιχεί με το γοτθ. ουσ. αρσ. γένους saggws «τραγούδι, μουσική, απαγγελία» (για τη διαφορά γένους ανάμεσα στην ελλ. και γοτθ. λ. πρβλ. νόμος: νομή, τόμος: τομή). Τέλος, η λ. ὀμφή απαντά πιθ. ως α' συνθετικό στο κυπρ. ανθρωπωνύμιο ὈμφοκλέFης].
(II)
ὀμφή, λακων. τ. ὀμφὰ, ἡ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) α) «πνοή»
β) «ὀμφὰ
ὀσμή, Λάκωνες».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. συνδέεται πιθ. με την οικογένεια τών νέφος, νεφέλη (για το αρκτικό ο- της λ. πρβλ. -μφαλός). Ανάλογη θεωρείται και η προέλευση της λ. ὄμβρος].

Greek Monotonic

ὀμφή: ἡ,
1. φωνή θεού (αντίθ. προς το αὐδή, ανθρώπινη φωνή), σε Όμηρ.· θείη δέ μιν ἀμφέχυτ' ὀμφή, λέγεται για τη φωνή τη σταλμένη από τον Δία, που άκουσε στο όνειρό του ο Αγαμέμνονας, σε Ομήρ. Ιλ.· κατ' ὀμφὴν σήν, με το άκουσμα του ονόματός σου (καθώς το όνομα Οιδίποδας εμπεριείχε κάτι το τρομερό), σε Σοφ.
2. γλυκιά και μελωδική φωνή, σε Πίνδ.· φωνή, ήχος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ὀμφή: дор. ὀμφά
1) голос, глас, зов (θεῶν Hom.; κατ᾽ ὀμφὰς τὰς Ἀπόλλωνος Soph.): ὀμφὰν κληροῦν Eur. прорицать метанием жребия;
2) звук, пение (γλυκεῖαι ὀμφαί Pind.): ἰύζειν ὀμφὰν οὐρανίαν Aesch. запеть песнь небу.

Frisk Etymological English

1.
Grammatical information: f.
Meaning: voice of a god, devine revelation, oracle, emblem (Il.), voice, speech in gen. (Pi., trag.).
Compounds: Few compp., e.g. Όμφο-κλέϜης m. Cyprian in Abydos, εὔ-ομφα ὀνόματα H.; enlarged in παν-ομφ-αῖος having all ὀμφαι, saying everything, surn. of Zeus (Θ 250, Simon., Orph.), also of Ήέλιος (Q. S.) and Ἥρα (EM), after the σ-stems transformed in παν-ομφ-ής (ὄνειροι, Orac. ap. Porph.).
Derivatives: ὀμφ-αῖος, -ήεις predicting (Nonn.), Όμφαίη f. name of a goddess (Emp.), ὀμφητήρ, -ῆρος m. prognosticator (Tryph.; after νικη-τήρ : νικάω etc.). Cf. Ruijgh L'élém. ach. 134.
Origin: IE [Indo-European] [906] *sengʷʰ- sing
Etymology: Archaic, in Greek isolated inherited word (cf. Porzig Satzinhalte 322), which shows cognates only in Germanic. Beside ὀμφ-ή from IE *songʷʰ-ā́ stands e.g. Goth. saggws m. song, music, lecture' from IE *sóngʷʰ-o-s (as τομή : τόμος etc.); the basic primary verb is retained only in Germ., e.g. Goth. siggwan singen, lecture' IE *sengʷʰ-. Older lit. in Bq and WP. 2, 496; s. also Bechtel Lex. s. v. (The proposed Prakr. cognate is also explained diff. (s. Pok.); then only Germanic remains to show the IE character.
2.
Grammatical information: f.
Meaning: πνοή. ὀμφά ὀσμή. Λάκωνες H.
Compounds: As 2. member in εὔ-ομφος = εὔοσμος (Arcad. after Timachidas ap. Ath.; codd. -φαλον). Verb ποτ-όμφει προσόζει H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Cannot belong to the group of νέφος, νεφέλη as this word had no initial laryngeal. (Thus Frisk Eranos 40, 84f.) -- Diff. Lagercrantz KZ 35, 278 f. (s. Bq); to be rejected (s. Frisk l.c. w. lit.).

Middle Liddell

ὀμφη, ἡ,
1. the voice of a god (opp. to αὐδή, the human voice), Hom.; θείη δέ μιν ἀμφέχυτ' ὀμφή, of the voice of the dream sent by Zeus to Agamemnon, Il.; κατ' ὀμφὴν σήν on hearing the sound of thy name (for the name of Oedipus had something awful in it), Soph.
2. a sweet voice, Pind.:— a voice, sound, Eur.

Frisk Etymology German

ὀμφή: 1.
{omphḗ}
Grammar: f.
Meaning: Gottesstimme, göttliche Offenbarung, Orakelspruch, Wahrzeichen (ep. poet. seit Il.), Stimme, Rede im allg. (Pi., Trag.).
Composita : Einige Kompp., z.B. Ὀμφοκλέϝης m. Kyprier in Abydos, εὔομφα· ὀνόματα H.; erweitert in πανομφαῖος der alle ὀμφαί hat, allkündend, Beiw. des Zeus (Θ 250, Simon., Orph.), auch des Ἠέλιος (Q. S.) und der Ἥρα (EM), nach den σ-Stämmen umgewandelt in πανομφής (ὄνειροι, Orac. ap. Porph.).
Derivative: Davon ὀμφαῖος, -ήεις weissagend (Nonn.), Ὀμφαίη f. N. einer Göttin (Emp.), ὀμφητήρ, -ῆρος m. ‘Ver- künder’ (Tryph.; nach νικητήρ : νικάω usw.). Vgl. Ruijgh L’élém. ach. 134.
Etymology : Altertümliches, im Griech. isoliertes Erbwort (vgl. Porzig Satzinhalte 322), das sonst nur im Germanischen Verwandte aufweisen kann. Neben ὀμφή aus idg. *songʷh-ā́ steht z.B. got. saggws m. ’Sang, Musik, Vorlesung’ aus idg. *sóngʷh-o-s (wie τομή : τόμος usw.); das zugrunde liegende primäre Verb ist nur im Germ. erhalten, z.B. got. siggwansingen, vorlesen’ idg. sengʷh-. Ältere Lit. bei Bq und WP. 2, 496; s. auch Bechtel Lex. s. v.
Page 2,392-393
2.
{omphḗ}
Meaning: πνοή. — ὀμφά· ὀσμή. Λάκωνες H.
Composita : Als Hinterglied in εὔομφος = εὔοσμος (arkad. nach Timachidas ap. Ath.; codd. -φαλον). Verb ποτόμφει· προσόζει H.
Etymology : Kann zur Sippe von νέφος, νεφέλη (s. dd.) gehören mit demselben Ablautswechsel wie in ὀμφαλός: ahd. nabalo Nabel (s. d.). Frisk Eranos 40, 84f. — Anders Lagercrantz KZ 35, 278 f. (s. Bq); abzulehnen (s. Frisk a.O. m. Lit.).
Page 2,393