Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥήγνυμι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ῥήγνῡμι Medium diacritics: ῥήγνυμι Low diacritics: ρήγνυμι Capitals: ΡΗΓΝΥΜΙ
Transliteration A: rhḗgnymi Transliteration B: rhēgnymi Transliteration C: rignymi Beta Code: r(h/gnumi

English (LSJ)

or ῥηγνύω (

   A ἀναρ- Hp.Flat.10: impf. κατ-ερρήγνυε D.21.63, etc.); later ῥήσσω, Gal.10.640, Orib.Fr.93, Gloss.; ῥήσσεσθαι PHolm.6.3, cf. 4.22; ἀπο-, δια-ρρήσσεσθαι, Hp.Int.17,42; ῥήττω, Str.11.14.8, Dsc.4.150 (v.l. ῥήσσει), (περι-) Id.2.98, 3.18 (v.l. περιρρήσσει) ; ῥήττεσθαι Bito 45.8, Str.7.3.18: Ep. impf. ῥήγνυσκε Il.7.141: fut. ῥήξω 12.262, Hdt.2.2, (ἐκ-) S.Aj.775: aor. ἔρρηξα Il.3.348, Pi.N.8.29, Ar.Nu.960; ῥῆξα Il.6.6: pf. ἔρρηχα (δι-) LXX 2 Ki.14.30, 15.32:—Med. ῥήγνῠμαι, fut. ῥήξομαι, aor. ἐρρηξάμην, all in Il. (12.257, 224,291), pres. also in Hp.VC4,12: aor. ἐρρηξάμην E.Heracl.835, (κατ-) X.Cyr.3.1.13; Ep. 3pl. ῥήξαντο Il.11.90:—Pass., subj. ῥήγνῡται Hippon.19.4: Ep. 3sg. impf. ῥηγνύατο Arat.817: fut. ῥᾰγήσομαι Plu.2.668a, (διαρ-, ἐκ-) Ar.Eq.340, A.Pr.369, etc.: aor. ἐρράγην [ᾰ] S.Fr.578, Ar.Nu.583, etc.; later ἐρρήχθην, Tryph.11; δια-ρρηχθῇ (v.l. -ρραγῇ) Hp.Int.29: pf. ἔρρηγμαι (συν-) Od.8.137; but intr. pf. ἔρρωγα is more freq., v. infr. c. 1; pf. part. fem. ἐρρηγεῖα, v. infr. c. 2; masc. pl. κατ-ερρηγότας Hsch. The word is hardly used by correct Att. Prose-writers, exc. in Pass.:—break asunder, rend, shatter, τεῖχος Il.12.198; πύλας 13.124; σάκος 21.165; θώρηκας 2.544; ἱμάντα 3.375; νευρήν 8.328; ὀστέον 20.399; χρόα 23.673; only once in Od., προτόνους ἔρρηξ' ἀνέμοιο θύελλα 12.409:—later, esp. rend garments, in sign of grief, ῥ. πέπλους A.Pers.199, 468; ῥ. ἕλκεα make grievous wounds, Pi.N.8.29; ῥ. ὀστᾶ, σάρκας, E.HF994, Ba.1130; ἀρότροις γῆς δάπεδον Ar.Pl.515: in Ion. and later Prose, ῥήγνυσι . . τὸν ἀμφὶ τὴν ὄψιν χιτῶνα Hp.VM19; ῥήττειν νευράν Str.15.1.57; τὰ δεσμά Luc.DDeor.17.1; τὰς πύλας Id.Par.46; μὴ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς Ev.Matt.7.6:—Med., break for oneself, get broken, ὄρνυσθ' . . ῥήγνυσθε δὲ τεῖχος Il.12.440, cf. 224, 257, 291:—Pass., v. infr. B.    2 break a line of battle or body of men, ῥ. φάλαγγα, ὅμιλον, στίχας ἀνδρῶν, Il.6.6, 11.538, 15.615; τὸ μέσον ῥῆξαι break through the centre, Hdt. 6.113: abs., ἐρρηξάτην ἐς κύκλα . . ὅπλων broke through, S.Fr.210.9:— Med., ῥήξασθαι φάλαγγας, στίχας, break oneself a way through the lines, Il.11.90, 13.680, cf. E.Heracl.835; ῥηξαμένῳ θέσθαι παρὰ νηυσὶ κέλευθον Il.12.411.    3 let break loose, ἔριδα ῥ. 20.55 (Med.).    4 after Hom., ῥῆξαι φωνήν let loose the voice, of children and persons who have been dumb or silent, break into speech, speak out, Hdt.1.85, 2.2, 5.93, cf. Ar.Nu.357,960; ῥῆξαι αὐδήν E.Supp.710; later ῥήξασθαι φωνήν, θρόον αὐδῆς, φθόγγον, utter, AP5.221 (Agath.), 7.597 (Jul.), 9.61: abs., ῥῆξον καὶ βόησον cry aloud, LXXIs.54.1; v. infr.c.    5 also δακρύων ῥήξασα . . νάματα having let loose, having burst into floods of tears, S.Tr.919; κλαυθμὸν ῥ. Plu.Per.36; ῥ. τὰ ὄρη εὐφροσύνην LXX Is.49.13; ῥήγνυσι πηγὰς ὁ χῶρος Plu.Mar.19; ῥ. νεφέλην ἔς τινας Philostr.Im.2.27; v. infr. B.    B Pass., break, break asunder, burst, κῦμα ῥήγνυτο Il.18.67; κῦμα . . χέρσῳ ῥηγνύμενον 4.425, Hes.Sc.377; of clouds, Ar.Nu.378; ῥαγῆναί τι τῆς γῆς, as in an earthquake, Pl.R.359d; ῥαγεῖσα Θηβαίων κόνις S.Fr.958; ἱμάτια ῥαγέντα X.Cyr.1.6.16; ὀστέον ῥήγνυται τιτρωσκόμενον Hp.VC4; ῥήττονται ὑδρίαι (by the cold) Str.7.3.18; τοῖς βασκάνοις εἶναι ῥήγνυσθαι may the envious burst, Aristid.Or.50 (26).69; τοῖς εἴ τις εὐδοκιμήσειεν ἐπί τῳ ῥηγνυμένοις Lib.Or.29.13, cf. Or.1.207.    2 burst forth, like lightning, βροντὴ δ' ἐρράγη δι' ἀστραπῆς S.Fr.578, Ar.Nu.583, cf. Plu.2.919b; so καταμηνίων ῥαγέντων Hp.Aph.5.32, cf. Nat.Mul.13, Arist.HA582b10, etc.    3 of ships, to be wrecked, D.56.21: metaph., πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων A.Ag.505.    4 of a stone, γράμματι ῥηγνύμενον scored with lettering, i.e. inscribed, Puchstein Epigr.Gr.p.76 (Memphis, i B.C.).    C intr., like Pass., break or burst forth, ἔρρηξεν ἔμετος Hp.Epid. 4.24; τὸ πνεῦμα ῥήγνυσι Id.Nat.Puer.12; εἰ ἐθελήσει ῥήξας ὑπερβῆναι ὁ ποταμός Hdt.2.99: metaph., ὁποῖα χρῄζει ῥηγνύτω S.OT1076 (in answer to the words δέδοιχ' ὅπως μὴ . . ἀναρρήξει κακά): freq. in this signf. in pf. ἔρρωγα, to have broken out, ἔρρωγε παγὰ δακρύων Id.Tr. 852 (lyr.): metaph., κακῶν πέλαγος ἔρρωγεν A.Pers.433; τάδ' ἐκ δυοῖν ἔρρωγεν . . κακά S.OT1280; σοὶ τάδ' ἔρρωγεν κακά E.Hipp.1338; ἐρρωγότες λόγοι broken, disjointed, Com.Adesp.661.    2 in lit. sense, γῆ ἐρρηγεῖα ( -υῖα) broken, arable, opp. ἄρρηκτος, Tab.Heracl.1.18,al. (ϝρηγ- (cf. Aeol. aor. Pass. εὐράγη Hdn.Gr.2.640, ϝρῆξις, αὔρηκτος), cogn. with Lith. rēžti 'cut, notch, furrow', rúožas 'stripe, streak, strip'.)

German (Pape)

[Seite 839] und ῥηγνύω, fut. ῥήξω, aor. ἔῤῥηξα, perf. I. ἔῤῥηχα, nur LXX., aber ἔῤῥωγα in intrans. Bdtg (s. unten), aor. pass. ἐῤῥάγην, ep. impf. ῥήγνυσκε, Il. 7, 141 (vgl. auch ῥήσσω, ῥάσσω), – reißen, sprengen, durchschlagen, durchreißen, von allem gewaltsamen Oeffnen u. Losmachen od. Verletzen, z. B. τεῖχος, πύλας, θύρας, χαλκόν, σάκος, θώρηκας, ἱμάντα, νευρήν, τένοντε, ὀστέον, χρόα u. dgl.; Il. oft, in der Od. nur einmal, 12, 409; ῥήξας πέπλους, Aesch. Pers. 460, wie 195 u. Eur. Hec. 559; σίδηρον θραυσθέντα καὶ ῥαγέντα πλεῖστ' ἂν εἰσίδοις, Soph. Ant. 472; ἔῤῥηξεν ὀστᾶ, Eur. Herc. F. 994, u. öfter; γῆς δάπεδον ἀρότροις, Ar. Plut. 515; bes. auch eine Schlachtreihe durchbrechen, auseinandersprengen, φάλαγγα, ὅμιλον, στίχας ἀνδρῶν, Il. 6, 6. 11, 538. 15, 615; auch im med., ῥήξασθαι φάλαγγας, sich die feindlichen Schlachtreihen brechen, um durchzudringen, 11, 90. 13, 680. 15, 409; τὸ μέσον ῥῆξαι, die Mitte, das Centrum durchbrechen, Her. 8, 113; δεσμά, Luc. D. D. 17, 1; τὰς πύλας, Paras. 46; – durch Reißen losmachen, entfesseln, ἔριδα, d. i. Streit erheben, erregen, Il. 20, 55; bes. φωνήν, die Stimme gleichsam losreißen, die gefesselte Stimme plötzlich lösen und zuerst zu reden anfangen, von Stummen u. Kindern, Her. 1, 85. 2, 2; übh. frei herausreden, 5, 93; ῥῆξαι und ῥήξασθαι αὐδήν, φωνήν, Eur. Suppl. 710 Ar. Nubb. 356. 947; οὐδεὶς ἐτόλμ ησε ῥῆξαι φωνήν, Dem. 9, 61; Agath. 10 (V, 222); θροον, φθόγγον, in der Anth. oft; eben so ῥῆξαι βροντήν, Ar. Nubb. 579; äbnlich δακρύων ῥήξασα θερμὰ νάμα τα, Soph. Tr. 915, in Thränen ausbrechen, den Thränenquell hervorbrechen lassen; auch χῶρος ῥήγνυσι πηγάς, die Gegend läßt Quellen durch-, hervorbrechen, Plut. Mar. 19. – Pass. gebrochen werden, sich brechen, ῥήγνυτο κῦμα, Il. 18, 67, vgl. 4. 425; brechen, Hes. Sc. 377; πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπ ίδων, Aesch. Ag. 491; βροντὴ ἐῤῥάγη δι' ἀστραπῆς, Soph. frg. 507, wiederholt von Ar. Nubb. 583; ἐῤῥήγνυτο τὸ τεῖχος, barst, Xen. Hell. 5, 2, 5; ῥαγῆναί τι τῆς γῆς, Plat. Rep. II, 359 d; ῥαγῆναι τήν ναῦν, Dem. 56, 21; auch ῥηγνύμενος ὑπὸ πλησμονῆς, Plut. Symp. 3, 6, 4. – So wird aber auch das act., bes. das perf. ἔῤῥωγα in intr. Bdtg gebraucht, bersten, reißen, springen, ἔῤῥωγεν παγὰ δακρύων, Soph. Tr. 849; vgl. Valck. zu Eur. Hipp. 1338 – Dah. aus-, los-, hereinbrechen; so vom Unglück, κακῶν δὴ πέλαγος ἔῤῥωγεν μέγα Πέρσαις, Aesch. Pers. 425, brach über die Perser herein; τάδ' ἐκ δυοῖν ἔῤῥωγεν κακά, Soph. O. R. 1280, vgl. 1076, wie Eur. μάλιστα νῦν σοί που τάδ' ἔῤῥωγεν κακά, Hipp. 1338.

Greek (Liddell-Scott)

ῥήγνῡμι: ἢ -ύω, (ἀναρ- Ἱππ. 299. 29· καταρ. Δημ. 535 2· κτλ)· ῥήσσω (ἴδε κατωτ. Ι. 1., ΙΙ) εἶναι ἕτερος τύπος· Ἰων. παρατατ. ῥήγνυσκε Ἰλ. Η. 141· - μέλλ. ῥήξω Ἰλ., Ἡρόδ., (ἐκ-Σοφ. Αἴ. 775· - ἀόρ. ἔρρηξα Ἰλ., Ἀττ.· - πρκμ. ἔρρηχα (δι-) μόνον παρὰ τοῖς Ἑβδ. - Μέσ., ῥήγνῠμαι, μέλλ. ῥήξομαι, ἀόρ. ἐρρηξάμην ἅπαντα ἐν τῇ Ἰλ. Ἐπικ. ἀόρ. ῥηξάμην Ἰλ. Λ. 90· σπάν. παρ’ Ἀττ., Εὐρ. Ἡρακλ. 835· - Παθ., ὑποτακτ. ῥήγνῡται Ἱππῶναξ 13· Ἐπικ. γ΄πληθ. παρατ. ῥηγνύατο Ἄρατ. 817· μέλλ. ῥᾰγήσομαι Πλούτ., (διαρ-, ἐκ-, καταρ-) Ἀριστοφ. Ἱππ. 340, Αἰσχύλ. Πρ. 367, κτλ.· - ἀόρ. ἐρράγην [ᾰ], ὁ μόνος παθ. ἀόρ. ὁ ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Ἀττ. ἐρρήχθην Τρυφ. 11· πρκμ. ἔρρηγμαι (συν-) Ὀδ. Θ. 137, (κατ-) Ἡρόδ. 2. 12· ἀλλ’ ὁ ἀμετάβ. πρκμ. ἔρρωγα εἶναι συνηθέστερος, ἴδε κατωτ. Γ. ΙΙ. Τὴν λέξιν ταύτην σχεδὸν οὐδόλως μεταχειρίζονται οἱ δόκιμοι τῶν Ἀττικῶν πεζολόγων εἰμὴ ἐν τῷ παθ. Ἐκ. τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται αἱ λέξεις ῥηκτός, ῥῆγμα, ῥηγμίν· ὡσαύτως ῥαγή, ῥαγᾶς, καὶ ῥήξ, ἀπορρώξ, διαρρώξ, ῥωγᾱλέος, ῥωγάς· πιθανῶς ὡσαύτως καὶ τὰ ῥάχις, ῥαχία, ῥηχίη· ἀλλ’οὐχὶ τὸ ῥάκος, οπερ ἴδε. - Ἡ ῥίζα αὕτη εἶναι FΡΑΓ, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ Αἰολ. Fρῆξις, (Ahr. 33) Λατ. FRAG, frang-o, freg-i, frag-men, frag-mentum, frag-ilis· Σλαυ. breg-a (ripa)· Γοτθ. brik· an (κλᾶν), ga· bruk-a (κλάσμα)· Ἀρχ. Σκανδιν. brank-a· Ἀγγλο-Σαξον. brec-an· - πρβλ. καὶ ῥαίω). Διαρρηγνύω, σπάζω, συντρίβω, σχίζω, κόπτω, κατασρέφω, τεῖχος, πύλας, σάκος, θώρηκας, ἱμάντα, νευρήν, ὀστέον, χρόα, κτλ., Ἰλ., Ἡσ.· μόνον ἅπαξ ἐν τῇ Ὀδ., προτόνους ἔρρηξε Μ. 409· - ὕστερον μάλιστα ἐπὶ ἐνδυμάτων, σχίζω τὰ ἐνδύματά μου εἰς σημεῖον πένθους, ῥ. πέπλους Αἰσχύλ. Πέρσ. 199, 468· ἀνόμοια.. ἕλκεα ῥῆξαν, οὐχ ὅμοια τραύματα κατήνγκαν, οὐ τὸν αὐτὸν ρόπον ἐπολέμησαν, Πινδ. Ν. 8. 50· ῥ. ὀστᾶ, σάρκας Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 994, Βάκχ. 1130· γῆς δάπεδον ἀρότροις Ἀριστοφ. Πλ. 515· - ἀκολούθως παρὰ μεταγενεστ. πεζογράφοις, ῥήττειν νευρὰν Στράβ. 711· τὰ δεσμὰ Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 17. 1· τὰς πύλας ὁ αὐτ. ἐν Παρασ. 46· καὶ ὅπου ἐὰν αὐτὸν καταλάβῃ (τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον) ῥήσσει, κατασπαράσσει αὐτόν, Εὐαγγ. κ. Μάρκ. θ΄, 18. - Μέσ. διαρρηγνύω, κρημνίζω, καταστρέφω πρὸς ἰδίαν ἐμοῦ ὠφέλειαν, ὄρνυσθ’... ῥήγνυσθε δὲ τεῖχος Ἰλ. Μ. 440, πρβλ. 224, 257, 291. - Παθ., ἴδε κατωτ. Β. 2) ὡς ὅρος τῆς παλαιοτάτης πολεμικῆς τέχνης, διαρρηγνύω τὰς τάξεις τῶν ἐχθρῶν, διασχίζω σῶμα σρατιωτικόν, ῥ. φάλαγγα, ὅμιλον, στίχας ἀνδρῶν Ἱλ. Ζ. 6, Λ. 538, Ο. 615· ῥήξαντες (δηλ. τὸ μέσον τοῦ στρατοπέδου) ἐδίωκον ἐς τὴν μεσόγαιαν Ἡρόδ. 6. 113· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ ῥήξασθαι φάλαγγας, στίχας Ἰλ. Λ. 90, Ν. 680, πρβλ. Εὐρ. Ἡρακλ. 835· ἀπολ., ἐρρηξάτην ἐς κύκλα... ὅπλων, διῆλθον βιαίως διὰ μέσου, Σοφ. Ἀποσπ. 731· καὶ ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, ῥηξαμένῳ θέσθαι παρὰ νηυσὶ κέλευθον Ἰλ. Μ. 411. 3) ἐγείρω, διεγείρω, ἔριδα ῥήγνυτο, ἤγειρον μάχην, Υ. 55. 4) μεθ’ Ὅμηρον, ἔρρηξε φωνήν, ἐξέβαλε φωνήν, «ξεφώνησε»· ὁ δὲ παῖς οὗτοςἄφωνος ὡς εἶδε ἐπιόντα τὸν Πέρσην ὑπὸ δέους τε καὶ κακοῦ ἔρρηξε φωνήν Ἡρόδ. 1. 85., 2. 2· ἐπεί τε δὲ Σωσικλέους ἤκουον εἴπαντος ἐλευθέρως ἅπας τις αὐτῶν φωνὴν ῥήξας αἱρέετο τοῦ Κορινθίου τὴν γνώμην Ἡρόδ. 5. 93, Ἀριστοφ. Νεφ. 356, 960· ῥῆξαι αὐδὴν Εὐρ. Ἱκέτ. 710· ῥήξασθαι φωνήν, θρόον αὐδῆς, φθόγγον Ἀνθ. Π. 5. 222., 7. 597., 9. 61· καὶ ἀπολ. ῥῆξον, κραύγασον ἠχηρῶς, Ἑβδ. (Ἠσαΐ. ΝΔ΄, 1)· ἴδε κατωτ. Γ. 5) ὡσαύτως, δακρύων, «ἐκραγεῖσα» εἰς δάκρυα, Σοφ. ΤΡ. 919· οὕτω καί, ῥ. κλαυθμὸν Πλουτ. Περικλ. 36· ῥ. εὐφροσύνην Ἑβδ. (Ἠσαΐ ΜΘ΄, 13)· καί, ὁ χῶρος ῥήγνυσι πηγάς Πλουτ. Μάρ. 19· ῥ. νεφέλην ἔς τινας Φιλόστρ. 853· ἴδε κατωτ. Β. ΙΙ. ἀπολ., ἐν τῷ τύπῳ ῥήσσω, ἐπὶ ὀρχήσεως, κτυπῶ ἐν ῥυθμῷ τὸ ἔδαφος, Λατιν. tripudiare, ὀρχοῦμαι, χορεύω, ῥήσσοντες ἁμαρτῇ μολπῇ τ’ ἰυγμῷ τε ποσὶ σκαίροντες ἕποντο Ἰλ. Σ. 571· οἱ δὲ ῥήσσοντες ἕποντο Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 516· ἀνθ’ οὗ Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 539 ἔχει τὸ πλῆρες, ὥστεπέδον ῥήσσωσι πόδεσσι· - οὕτω καί, ῥήσσειν τύμπανα, κρούειν αὐτὰ σφοδρῶς, Ἀνθ. Π. 7. 709. ΙΙΙ. ὕστερον ὡς ὄρος μαχομένων, κτυπῶ τινα καὶ ῥίπτω αὐτὸν κάτω, ὑποσκελίσαντες καὶ ῥήξαντες (συνήθ. ῥάξαντες) εἰς τὸν βόρβορον οὕτω διέθηκαν Δημ. 1259. 10· ἂν καὶ φαίνεται ὅτι τὸ ῥάσσω ἦτο εὐχρηστότερον ἐπὶ τοιαύτης ἐννοίας, Ἰακώψιος εἰς Ἀχιλλ. Τάτ. σ. 821. Β. Παθ., ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ἐν τῷ ἀορ. ἐρράγην, θραύομαι, διαρρήγνυμαι, συντρίβομαι, κῦμα θαλάσσης ῥήγνυτο Ἰλ. Σ. 67· κῦμα… χέρσῳ ῥηγνύμενον Δ. 425, Ἡσιόδ. Ἀσπ. Ἡρ. 377· ἐπὶ νεφελῶν, Ἀριστοφ. Νεφ. 377· ῥαγῆναί τι τῆς γῆς, ὡς ἐν καιρῷ σεισμοῦ, Πλάτ. Πολ. 359D· ῥαγεῖσα Θηβαίων κόνις Σοφ. Ἀποσπ. 781· ἱμάτια ῥαγέντα Ξεν. Κύρ. 1. 6, 16· ῥήττονται ὑδρίαι (ἐκ τοῦ παγετοῦ) Στράβ. 307· ῥήγνυσθαι ὑπὸ φθόνου, Λατ. rumpi invidia, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀριστείδου 2) ἐκρήγνυμαι ὡς ἡ βροντή, βροντὴ δ’ ἐρράγη δι’ ἀστραπῆς Σοφ. Ἀποσπ. 507, πρβλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 583, Πλούτ. 2. 919C· - οὕτω, τὰ καταμήνια ῥ. Ἱππ. Ἀφ. 1254, πρβλ. 567, 30, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 2, 3, κτλ. 3) ἐπὶ πλοίων, συντρίβομαι, Δημ. 1289. 14· μεταφορ., πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων Αἰσχύλ. Ἀγ. 505. Γ. ἀμεταβ., ὡς τὸ παθ., ἐκρήγνυμαι, ἔρρηξεν ἔμετος Ἱππ. εἰ ἐθελήσει ῥήξας ὑπερβῆναι ὁ ποταμὸς Ἡρόδ. 2. 99· - μεταφορ., ἐπὶ ὑετῶν, ἐπὶ ῥοῆς δακρύων, ἐπὶ χειμάρρων, ἐπὶ αἰφνιδίων δυστυχημάτων, ἐπὶ ἐκρήξεως ὀργῆς, κτλ., Σοφ. Ο. Τ. 1076, ἔνθα εἰς ἀπάντησιν τῶν λεγομένων, δέδοιχ’ ὅπως μὴ … ἀναρρήξει κακά, ὁ Οἰδίπους ἀποκρίνεται, ὁποῖα χρῄζει ῥηγνύτω (ἐξυπακ. κακά), ὅπου ὅμως ἕτεροι (οὐχὶ ὀρθῶς) λαμβάνουσιν αὐτὸ ὡς μεταβ. μετὰ ὑποκειμένου Ἰοκάστη: - ἀλλά, ΙΙ. ἐπὶ τοιαύτης ἀμεταβάτου σημασίας συνήθως κεῖται ὁ πρκμ. ἔρρωγα καὶ οὗτος ἔχει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν σημασίαν τοῦ ἔχω ἐκραγῆ, ἐν ᾧ ὁ παθητ. ἐνεστ. ῥήγνυμαι σημαίνει ἐκρήγνυμαι, ἔρρωγε παγὰ δακρύων Σοφ. Τρ. 852· μεταφορ., κακῶν πέλαγος ἔρρωγεν Αἰσχύλ. Πέρσ. 433· τάδ’ ἐκ δυοῖν ἔρρωγεν… κακὰ Σοφ. Ο. Τ. 1280· σοὶ τάδ’ ἔρρωγεν κακὰ Εὐρ. Ἱππ. 1338· ἐρρωγότες λόγοι, διερρωγότες, οὐχί συνημμένοι, Κωμ. Ἀνώνυμ. 265. ΙΙΙ. ἐν κυριολεκτικῇ σημασίᾳ, γῆ ἐρρηγεῖα (οὕτως ἀντὶ ἐρρωγυῖα) τετριμμένη, δηλ. γεωργήσιμος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἄρρηκτος, Ἡρακλεωτ. Πίνακ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 5774. 19 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

f. ῥήξω, ao. ἔρρηξα, pf. réc. ἔρρηχα, pf. au sens intr. ἔρρωγα;
Pass. ao.2 ἐρράγην, pf. inus.
I. tr. 1 briser, rompre, déchirer, acc. ; Pass. κῦμα χέρσῳ ῥηγνύμενον IL flot qui se brise contre la terre ferme ; ῥήγνυται τὸ τεῖχος XÉN le mur crève ; ῥαγέντα ἱμάτια XÉN vêtements déchirés ; fig. ῥαγεῖσαι ἐλπίδες ESCHL espérances brisées;
2 faire éclater, faire jaillir : ῥηγνύναι πηγὰς ναμάτων θερμῶν PLUT faire jaillir des sources d’eaux chaudes ; ῥηγνύναι φωνήν, déchirer, càd faire éclater la voix en parl. des muets ou des enfants qui commencent à parler ; ou simpl. rompre le silence, élever la voix (cf. lat. rumpere vocem) ; ῥηγνύναι κλαυθμόν PLUT éclater en pleurs ; ῥηγνύναι δακρύων νάματα SOPH fondre en larmes ; Pass. ῥήγνυνται πηγαί PLUT des sources jaillissent;
II. intr. (surt. au pf.2 ἔρρωγα, rar. au prés.) éclater, jaillir : ἔρρωγεν παγὰ δακρύων SOPH une source de larmes a jailli ; fig. ἔρρωγεν κακά SOPH des maux ont éclaté;
Moy. ῥήγνυμαι (f. ῥήξομαι, ao. ἐρρηξάμην);
1 briser, rompre pour se frayer un passage : τεῖχος IL un mur ; φάλαγγας IL, στίχας IL rompre les rangs ennemis;
2 faire éclater : ἔριδα IL une lutte, un combat.
Étymologie: p. *Ϝρήγνυμι, de la R. Ϝραγ briser, cf. lat. frango, fragmentum, fragilis, etc.

English (Slater)

ῥήγνυμι
   1 tear ἦ μὰν ἀνόμοιά γε δᾴοισιν ἐν θερμῷ χροὶ ἕλκεᾶ ῥῆξαν (sc. Αἴας καὶ Ὀδυσσεύς) (N. 8.29) [ῥήξεται (coni. Bergk.: ῥάξεται Wil.: ἄρξεται codd.) (O. 8.45) ]

English (Strong)

or rhesso both prolonged forms of rheko (which appears only in certain forms, and is itself probably a strengthened form of agnumi (see in κατάγνυμι)) to "break," "wreck" or "crack", i.e. (especially) to sunder (by separation of the parts; κατάγνυμι being its intensive (with the preposition in composition), and θραύω a shattering to minute fragments; but not a reduction to the constituent particles, like λύω) or disrupt, lacerate; by implication, to convulse (with spasms); figuratively, to give vent to joyful emotions: break (forth), burst, rend, tear.

Greek Monolingual

ΜΑ
βλ. ρηγνύω.

Greek Monotonic

ῥήγνῡμι: ή -ύω (εκτετ. τύπος από √ΡΑΓ)· Ιων. παρατ. ῥήγνυσκον· μέλ. ῥήξω, αόρ. αʹ ἔρρηξα — Μέσ., ῥήγνῠμαι, μέλ. ῥήξομαι, αόρ. αʹ ἐρρηξάμην, Επικ. ῥηξάμην — Παθ., μέλ. ῥᾰγήσομαι, αόρ. βʹ ἐρράγην [ᾰ], παρακ. ἔρρηγμαι, αλλά συνηθέστερος αμτβ. παρακ. ἔρρωγα· πρβλ. επίσης ῥήσσω, ῥάσσω.
Α. I. 1. σπάζω, θραύω, τεμαχίζω ή κομματιάζω, σχίζω, ξεσχίζω, θρυμματίζω, καταστρέφω, κλονίζω, γκρεμίζω, σε Όμηρ. κ.λπ.· διαρρηγνύω, σχίζω τα ρούχα μου ως ένδειξη πένθους, θλίψης, σε Αισχύλ. — Μέσ., καταστρέφω για τον εαυτό μου (για λογαριασμό μου), διαλύω για δική μου ωφέλεια, σε Ομήρ. Ιλ.
2. διασπώ τις γραμμές των εχθρών, προκαλώ ρήγμα στην παράταξη της μάχης ή το στρατιωτικό σώμα, στο ίδ., σε Ηρόδ.· στη Μέσ., ῥήξασθαι φάλαγγας, στίχας, ανοίγω δρόμο μέσα από τις γραμμές του εχθρού, σε Ομήρ. Ιλ.· απόλ., ῥήξασθαι, κάνω διάρρηξη ή εισβάλλω, μπουκάρω, στο ίδ.
3. λύνομαι, απελευθερώνομαι, αποδεσμεύομαι, στο ίδ.
4. ῥῆξαι φωνήν, βγάζω κραυγή, κραυγάζω, ξεφωνίζω, λέγεται για παιδιά και ανθρώπους άλαλους, που έχουν αποσβολωθεί, που έχουν κοκκαλώσει από φόβο λόγο εχθρικής εισβολής και ξαφνικά μιλούν, σε Ηρόδ.· μεταγεν., μιλώ ελεύθερα, μιλώ χωρίς περιστροφές, υψώνω τη φωνή (όπως το Λατ. rumpere vocem, σε Βιργ.), στον ίδ., σε Αριστοφ. κ.λπ.
5. δακρύων ῥήξασα νάματα, αφήνοντας ελεύθερα τα δάκρυα να τρέξουν, σε Σοφ.· με την ίδια σημασία, ῥήγνῡμι κλαυθμόν, σε Πλούτ.
II. απόλ., στον τύπο ῥήσσω, λέγεται για την όρχηση, κτυπώ ρυθμικά το έδαφος, ορχούμαι, χορεύω, σε Ομήρ. Ιλ.
III. μεταγεν., ως όρος πολεμιστών, ρίχνω καταγής, σωριάζω κάτω, ανατρέπω, ξαπλώνω τον αντίπαλο χάμω, καταρρίπτω, σε Δημ. Β. 1. Παθ., κυρίως στον αόρ. βʹ ἐρράγην [ᾰ], σπάζω, συντρίβομαι, λέγεται για τα κύματα, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης, λέγεται για τα σύννεφα, σε Αριστοφ.
2. σπάζω, ραγίζω σε κομμάτια, σχίζομαι, γίνομαι ρηγματώδης, λέγεται για τη γη σε καιρό σεισμού, ῥαγῆναί τι τῆς γῆς, σε Πλάτ.· επίσης, λέγεται για τα ενδύματα, ἱμάτια ῥαγέντα, σε Ξεν.
3. εκρήγνυμαι, ξεσπώ, όπως η αστραπή, η βροντή, σε Αριστοφ.
4. λέγεται ακόμη για τα πλοία, συντρίβομαι, τσακίζομαι, ναυαγώ, σε Δημ.· μεταφ., λέγεται για τις ελπίδες, πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων, σε Αισχύλ. Γ. I. αμτβ., όπως το Παθ., ξεσπώ με ορμή, εκρήγνυμαι, λέγεται για ποτάμι, υπερχειλίζω, εἰ ἐθελήσει ῥήξας ὑπερβῆναι ὁ ποταμός, σε Ηρόδ.· μεταφ., λέγεται για ξαφνικές δυστυχίες, εκρήξεις οργής κ.λπ. σε Σοφ.
II. με αυτήν την αμτβ. σημασία ο παρακ. ἔρρωγα, χρησιμ. συνήθως για να δηλώσει το ξέσπασμα σε δάκρυα, στον ίδ.· μεταφ., κακῶν πέλαγος ἔρρωγεν, σε Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ῥήγνῡμι: редко ῥηγνύω (fut. ῥήξω, aor. ἔρρηξα, pf. 2 ἔρρωγα; pass.: aor. 2 ἐρράγην с ᾰ, fut. ῥᾰγήσομαι)
1) пробивать, ломать, сокрушать (τεῖχος Hom.): τὸ τεῖχος ἐρρήγνυτο Xen. стена дала трещины;
2) взламывать (θύρας Hom.);
3) разбивать (θώρηκας, κῦμα χέρσῳ ῥηγνύμενον Hom.; перен. ῥαγεῖσαι ἐλπίδες Aesch.);
4) разрывать (χρόα Hom.; πέπλους Aesch.; τινά NT): ἱμάτια ῥαγέντα Xen. разорванные одежды;
5) тж. med. прорывать (στίχας ἀνδρῶν Hom.): ὁ χῶρος ῥήγνυσι πηγάς Plut. край изобилует источниками; ὀπίσω τοῦ ναοῦ δύο ῥήγνυνται πηγαί Plut. позади храма бьют два ключа; ῥήγνυσθαι ἔριδά τισι Hom. разжечь вражду среди кого-л.;
6) взрывать, вспахивать (γῆς δάπεδον ἀρότροις Arph.);
7) разверзать(ся), разражаться: ἔρρωγεν παγὰ δακρύων Soph. разверзся источник слез, т. е. хлынули слезы; τὰ κακὰ ἔρρωγεν Soph., Eur. обрушились несчастья; βροντὴ ἐρράγη Soph. грянул гром;
8) редко med. нарушать молчание, заговаривать, (о голосе) поднимать, возвышать: ἔρρηξε φωνὴν εἶπε δέ Her. (глухонемой) обрел вдруг дар речи и сказал; ῥῆξον φωνήν Arph. заговори, выступи с речью; ἔρρηξε αὐδήν Eur. он воскликнул; ῥῆξαι κλαυθμόν Plut. разразиться плачем;
9) (радостно) восклицать (ῥῆξον καὶ βόησον NT).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to tear (up), to break (to pieces), to burst (Il.).
Other forms: Fut. ῥήξω, aor. ῥῆξαι (all Il.), perf. midd. ἔρρηγ-μαι (θ 137), act. (intr.) ἔρρωγα (Archil., Hp., trag.), ptc. ἐρρηγεῖα (Tab. Heracl.), trans. ἔρρηχα (hell.), aor. pass. ῥαγῆναι (Il.) w. fut. ῥαγήσομαι (A. a.o.), ῥηχθῆναι (late); new pres. ῥήσσω, ῥήττω (Hp., hell.; to ῥῆξαι, ῥήξω).
Compounds: Often w. prefix, e.g. ἀπο-, δια-, ἐκ-, κατα-, περι-. As 1. member in verbal governing compp. ῥηξ(ι)-, e.g. ῥηξ-ήνωρ adjunct. of Achilles, breaking the (rows of) men (Hom.) with -ηνορίη (ξ 217); cf. Sommer Nominalkomp. 180; diff. Muller Mnem. 46, 135ff. : to Lat. regō (by Kretschmer Glotta 11,249 rightly doubted); Jernstedt (s. Idg. Jb. 14, 151): to ῥήσσω to throw (down); cf. the lit. on ἀνήρ.
Derivatives: A. With full grade: 1. ῥῆγμα (ἔκ-, σύν-) n. tore, cleft, breach (IA.) with ῥηγματίης, -τώδης (Hp.); 2. ῥηγμός id. (pap. IIIa); 3. ῥηγμίν (-μίς), -μῖνος f. breaking down of a cart, breaking of the sea (ep. Il.); ιν-deriv.; cf. Chantraine Form. 168, Schwyzer 465; after Pisani Ist. Lomb. 73 : 2, 40 influenced by θιν (θίς); 4. ῥῆξις (κατά-, περί- etc.), Aeol. Ϝρῆξις f. breaking through, breach (Alc., Hp., E., Arist.) with ῥηκτικός (κατα-) fragile, brittle (Hp., Aët.); 5. ῥήκτης m. "the disruptor", des. of a certain form of earthquake (Arist., Lyd.); 6. Ϝρηγαλέον (cod. τρ-) διερρωγότα H.; cf. below B 4 and Leumann Hom. Wörter 273; 7. αὔρηκτος = ἄ-Ϝρηκτος unbroken (Hdn. Gr.). -- B. With ω-ablaut: 1. ῥώξ f. only ῥῶγας acc.pl. (χ 143) tore = narrow passage (cf.Wace JHSt. 71, 203ff., Bérard REGr. 67, 23ff.), further in prefixcompp., e.g. ἀπορρώξ torn off, f. torn off piece, outflow (ep. poet. Il.); 2. διαρρωγή f. gap, interspace (Hp.); ῥωγαί ῥήξεις H.; 3. ῥωγάς, -άδος torn up, cleft (hell. poetry.); 4. ῥωγαλέος torn up, full of holes (Hom.); 5. ῥωγμή f. breach, tore (Hp., Arist.) with ῥωγματίης (Hp. ap. Gal.; cf. A 1); ῥωχμός m. tore, cleft, gap (Ψ 420, hell. ; < -σμο-, Schwyzer 493), -μαί pl. id. (Marc. Sid.). -- C. With zero grade: 1. ῥαγή (δια-), ῥαγάς, ῥάγδην, ῥαγδαῖος s. ῥαγή; 2. ῥάγος n. rag, shred (pap. IIp), ῥαγόεις (Nic.) after ῥάκος (s.v.), -όεις; 3. περιρραγ-ής broken around (AP; from περι-ρραγῆναι).
Origin: IE [Indo-European] [1182] *wreh₁ǵ- break
Etymology: With ῥήγνυμι < *Ϝρήγνυμι (cf. Ϝρῆξις, Ϝρηγαλέος) agrees semant. exactly primary Arm. ergic-anem, aor. ergic-i with the usu. caus. ergic-uc̣anem tear apart, break. Also phonetically they agree well except the stemvowel, as Arm. ergic-anem prop. requires an IE diphthong (u̯reiǵ-) against Gr. ῥηγ- < u̯rēg-. If the regular phonetic development was not disturbed by one or other derailment, what would hardly suprise with a verb of this meaning, the verbs must be seprated; cf. Frisk Etyma Armen. 29 (with another hypothesis on ergicanem). Phonetically doubtful but semant. less convincing is the comparison (since Meillet MSL 9, 142) with a Balto-Slav. verb for beat etc. in Lith. rė́žti cut, incise, beat, OCS rězati κόπτειν', Russ. rézatь cut, slaughter usw., to which also a.o. Russ. razítь beat; cf. on ῥάσσω w. lit.; older lit. in Bq and WP. 1, 319 a. 2, 344. The forms with ῥαγ- must be secondary (as *u̯r̥h₁ǵ- would give Ϝρηγ-).

Middle Liddell


I. to break, break asunder or in pieces, rend, shiver, shatter, Hom., etc.:—to rend garments, in sign of grief, Aesch.:—Mid. to break for oneself, get broken, Il.
2. to break a line of battle or body of men, Il., Hdt.; in Mid., ῥήξασθαι φάλαγγας, στίχας to break oneself a way through the lines, Il.; absol., ῥήξασθαι to break or force one's way, Il.
3. to let break loose, let loose, Il.
4. ῥῆξαι φωνήν to let loose the voice, of children and persons who have been dumb breaking into speech, Hdt.: then to speak freely, speak out (like rumpere vocem, Virgil), Hdt., Ar., etc.
5. δακρύων ῥήξασα νάματα having let loose floods of tears, Soph.; so, ῥ. κλαυθμόν Plut.
II. absol. in the form ῥήσσω, to beat the ground, dance, Il.
III. later, as a term of fighters, to fell, knock down, Dem.
B. Pass., mostly used in aor2 ἐρράγην [α], to break, burst, of waves, Il.; of clouds, Ar.
2. to break asunder, be rent, of the earth in an earthquake, Plat.; of garments, Xen.
3. to burst forth, like lightning, Ar.
4. of ships, to be wrecked, Dem.: metaph. of hopes, Aesch.
C. intr., like Pass., to break forth, of a river, to break its bounds, Hdt.:—metaph. of sudden misfortunes, bursts of passion, Soph.
II. in this intr. sense the perf. ἔρρωγα is commonly used of tears, Soph.; metaph., κακῶν πέλαγος ἔρρωγεν Aesch., etc.

Frisk Etymology German

ῥήγνυμι: {rhḗgnumi}
Forms: Fut. ῥήξω, Aor. ῥῆξαι (alles seit Il.), Perf. Med. ἔρρηγμαι (seit θ 137), Akt. (intr.) ἔρρωγα (Archil., Hp., Trag. u.a.), Ptz. ἐρρηγεῖα (Tab. Heracl.), trans. ἔρρηχα (hell.), Aor. Pass. ῥαγῆναι (seit Il.) m. Fut. ῥαγήσομαι (A. u.a.), ῥηχθῆναι (sp.); neugebild. Präs. ῥήσσω, ῥήττω (Hp., hell. u. sp.; zu ῥῆξαι, ῥήξω),
Grammar: v.
Meaning: ‘(zer-) reißen, (zer)brechen, zersprengen’.
Composita : oft m. Präfix, z.B. ἀπο-, δια-, ἐκ-, κατα-, περι-. Als Vorderglied in verbalen Rektionskompp. ῥηξ(ι)-, z.B. ῥηξήνωρ Beiw. des Achilles, ‘die Männer(reihen) durchbrechend’ (Hom. u.a.) mit -ηνορίη (ξ 217); vgl. Sommer Nominalkomp. 180; anders Muller Mnem. 46, 135ff. : zu lat. regō (von Kretschmer Glotta 11,249 mit Recht angezweifelt); Jernstedt (s. Idg.Jh. 14, 151) : zu ῥήσσω ‘(nieder) werfen’; vgl. noch die Lit. zu ἀνήρ.
Derivative: Davon A. Mit Hochstufe: 1. ῥῆγμα (ἔκ-, σύν-) n. Riß, Spalte Bruch (ion. att.) mit ῥηγματίης, -τώδης (Hp.); 2.ῥηγμός ib. (Pap. IIIa); 3. ῥηγμίν (-μίς), -μῖνος f. Wagenbruch, Brandung (ep. poet. seit Il.); ιν-Ableitung; vgl. Chantraine Form. 168, Schwyzer 465; nach Pisani Ist. Lomb. 73 : 2, 40 von θιν (θίς) beeinflußt; 4. ῥῆξις (κατά-, περί- usw.), äol. ϝρῆξις f. das Durchbrechen, Bruch (Alk., Hp., E., Arist. usw.) mit ῥηκτικός (κατα-) zerbrechlich, zerbrechend (Hp., Aët.); 5. ῥήκτης m. "der Zerreißer", Bez. einer gewissen Form von Erdbeben (Arist., Lyd.); 6.ϝρηγαλέον (cod. τρ-)· διερρωγότα H.; vgl. unten B 4 und Leumann Hom. Wörter 273; 7. αὔρηκτος = ἄϝρηκτος ungebrochen (Hdn. Gr.). — B. Mit ω-Abtonung: 1. ῥώξ f. nur ῥῶγας Akk.pl. (χ 143) Riß = enger Gang (vgl.WaceJHSt. 71, 203ff., Bérard REGr. 67, 23ff.), sonst zu den Präfixkompp., z.B. ἀπορρώξ abgerissen, f. abgerissenes Stück, Ausfluß (ep. poet. seit Il.); 2. διαρρωγή f. Spalte, Zwischenraum (Hp.); ῥωγαί· ῥήξεις H.; 3. ῥωγάς, -άδος zerrissen, zerklüftet (hell. Dicht.); 4. ῥωγαλέος zerrissen, durchlöchert (Horn.); 5. ῥωγμή f. Bruch, Riß (Hp., Arist.) mit ῥωγματίης (Hp. ap. Gal.; vgl. A 1); ῥωχμός m. Riß, Spalte, Kluft (Ψ 420, hell. u. sp.; aus -σμο-, Schwyzer 493), -μαί pl. ib. (Marc. Sid.). — C. Mit Schwundstufe: 1. ῥαγή (δια-), ῥαγάς, ῥάγδην, ῥαγδαῖος s. ῥαγή; 2. ῥάγος n. Lumpen, Fetzen (Pap. IIp), ῥαγόεις (Nik.) nach ῥάκος (s.d.), -όεις; 3. περιρραγής rings gebrochen (AP; von περιρραγῆναι).
Etymology : Mit ῥήγνυμι aus *ϝρήγνυμι (vgl. ϝρῆξις, ϝρηγαλέος) deckt sich semantisch genau das primäre arm. ergic-anem, Aor. ergic-i mit dem gewöhnlicheren Kaus. ergic-uc̣anem zerreißen, zerbrechen. Auch lautlich stimmen sie gut zueinander bis auf den Stammvokal, da arm. ergic-anem eigentlich einen idg. Diphthong (u̯reiĝ-) gegenüber gr. ῥηγ- aus u̯rēg- voraussetzt. Wenn die regelrechte Lautentwicklung nicht durch irgendwelche Entgleisung gestört worden ist, was bei einem Verb dieser Bed. kaum überraschen würde, müssen die Verba getrennt werden; vgl. Frisk Etyma Armen. 29 (mit einer anderen Hypothese über ergicanem). Lautlich unbedenklich aber semantisch weniger schlagend ist der Vergleich (seit Meillet MSL 9, 142) mit einem baltoslav. Verb für schlagen in lit. rė́žti schneiden, ritzen, schlagen, aksl. rězati ’κόπτειν’, russ. rézatь schneiden, schlachten usw., wozu noch u.a. russ. razítь schlagen; vgl. zu ῥάσσω m. Lit.; ält. Lit. auch bei Bq und WP. 1, 319 u. 2, 344.
Page 2,652-653

Chinese

原文音譯:?»gnumi 雷格匿米
詞類次數:動詞(7)
原文字根:裂開
字義溯源:破裂*,裂開,破毀,打破,推翻,撞倒,摔倒,高聲,咬。參讀 (διαρήγνυμι / διαρήσσω / διαρρήγνυμι) (θραύω / θραυματίζω)同義字
同源字:1) (περιρήγνυμι)剝開 2) (προσρήγνυμι / προσρήσσω)衝向前 3) (ῥῆγμα)撕裂 4) (ῥάσσω / ῥήγνυμι / ῥήσσω)破裂
出現次數:總共(7);太(2);可(2);路(2);加(1)
譯字彙編
1) 裂開(2) 太9:17; 可2:22;
2) 摔倒(2) 可9:18; 路9:42;
3) 會將⋯裂開(1) 路5:37;
4) 要高聲(1) 加4:27;
5) 咬(1) 太7:6