Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέμπτος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πέμπτος Medium diacritics: πέμπτος Low diacritics: πέμπτος Capitals: ΠΕΜΠΤΟΣ
Transliteration A: pémptos Transliteration B: pemptos Transliteration C: pemptos Beta Code: pe/mptos

English (LSJ)

η, ον, (πέντε)

   A fifth : with four others, πέμπτος μετὰ τοῖσιν Od.9.335; π. αὐτός Th.1.61,3.19; π. σπιθαμή, i.e. four cubits and a span, Hdt.2.106; ἐς π. μῆνα by the fifth month, Id.1.77; τὸ πέμπτον μέρος a fifth, Pl. Ap.36b, etc.; τὸ π., as Adv., for the fifth time, ὕπατοι, ὑπατεύων, D.S.19.77, Plu.Fab.19.    II ἡ πέμπτη (sc.ἡμέρα) the fifth day, Hes. Op.802, 803, Ar.Nu.1131.    b ἡ π. (sc. ὥρα) the fifth hour, Arr.Epict.1.1.29.    2 ἡ π. (sc. ὁδός), in the Roman camp, = via quintana, Plb.6.30.6.    3 ἡ π. tax of one-fifth, PLond.3.1107.5, al. (iii A.D.).    III τὸ π. σῶμα the fifth or celestial element, Philol.12, Placit.1.3.22; called π. στοιχεῖον ib.2.6.2; π. οὐσία ib.2.25.7, Phlp. in Ph. 9.29.

German (Pape)

[Seite 553] der, die, das Fünfte, Il. 16, 197 u. öfter, u. bei den Folgenden überall; πέμπτος μετὰ τοῖσιν, selbst als Fünfter zu diesen, selbfünfter, Od. 9, 335; ἡ πέμπτη, sc. ἡμέρα, der fünfte Tag, Hes. O. 804 u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

πέμπτος: -η, -ον, (ἴδε ἐν λ. πέντε) πέμπτος, ὁ μετὰ τεσσάρων ἄλλων, πέμπτος μετὰ τοῖσιν Ὀδ. Ι. 335· οὕτως ἐν τῷ πεζῷ Ἀττικῷ λόγῳ, πέμπτος αὐτὸς Θουκ. 1. 61., 3. 19· ἑκατέρωθι δὲ ἀνὴρ ἐγγέγλυπται, μέγεθος πέμπτης σπιθαμῆς, ἔχων μέγεθος τεσσάρων πήχεων καὶ μιᾶς σπιθαμῆς, Ἡρόδ. 2. 106 ἐς π. μῆνα, κατὰ τὸν πέμπτον μῆνα, ὁ αὐτ. 1. 77· τὸ πέμπτον μέρος, ἓν πέμπτον, Πλάτ. Ἁπολ. 36Β, κτλ.· ἀλλὰ, τὸ πέμπτον, ὡς ἐπίρρ., διὰ πέμπτην φοράν, Διόδ. 19. 77.
ΙΙ. ἡ πέμπτη (ἐξυπακ. ἡμέρα) Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμέρ. 800, 801, Ἀριστοφ. Νεφ. 1131· (παρὰ τοῖς Ἐκκλ. = Πέμπτη). 2) ἡ Πέμπτη (ἐξυπακ. ὁδός), via quintana, μία τῶν διόδων τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοπέδου, Πολύβ. 6. 30, 6.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
cinquième : πέμπτος μετὰ τοῖσιν OD moi cinquième avec ceux-là, càd avec quatre autres ; πέμπτος αὐτός THC m. sign. ; πέμπτη σπιθαμή HDT deux aunes et demie ; ἡ πέμπτη (ἡμέρα) AR le cinquième jour.
Étymologie: πέντε.

English (Autenrieth)

fifth.

English (Slater)

πέμπτος
   1 fifth πέμπτον ἐπὶ εἴκοσι τοῦτο γαρύων εὖχος ἀγώνων ἄπο (N. 6.58)

Spanish

quinto

English (Strong)

from πέντε; fifth: fifth.

English (Thayer)

πέμπτῃ, πέμπτον (from Homer down), fifth: Revelation 21:20.

Greek Monolingual

-η, -ο / πέμπτος και κρητ. τ. πέντος και αρκαδικός τ. πέμποτος, -ον, ΝΜΑ
(ως τακτικό αριθμτ.)
1. αυτός που σε μια σειρά ή τάξη φέρει τον αριθμό πέντε, που βρίσκεται μετά τον τέταρτο και πριν από τον έκτο
2. το θηλ. ως ουσ. η Πέμπτη
η πέμπτη ημέρα της ιουδαϊκής εβδομάδας, η οποία για τους Εβραίους είναι ημέρα νηστείας, ενώ στο βυζαντινό λειτουργικό τυπικό είναι αφιερωμένη στη μνήμη τών αγίων αποστόλων και του αγίου Νικολάου
3. το ουδ. ως ουσ. το πέμπτο
(ενν. μέρος) το ένα από τα πέντε ίσα μέρη στα οποία έχει διαιρεθεί ένα όλον, το πεμπτημόριο
4. φρ. α) «Μεγάλη Πέμπτη»
εκκλ. η πέμπτη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, που είναι αφιερωμένη στον εορτασμό τών γεγονότων του πάθους του Χριστού τα οποία συνέβησαν κατά την ημέρα αυτή
β) «πέμπτη ουσία»
(φιλοσ.) ονομασία του ενός από τα πέντε στοιχεία της φύσης, του αιθέρα
νεοελλ.
1. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Πέμπτη και, διαλ. τ. Πέφτη
α) η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας στο ισχύον ημερολόγιο με αφετηρία αρίθμησης την Κυριακή
β) μουσ. η πέμπτη βαθμίδα τών μουσικών, βυζαντινών ή ευρωπαϊκών κλιμάκων
2. φρ. α) «διάστημα πέμπτης»
μουσ. η απόσταση από έναν φθόγγο ώς τον πέμπτο από τη συνεχή διαδοχή τών φθόγγων μιας κλίμακας
β) «πέμπτη φάλαγγα» — δίκτυο μυστικών πρακτόρων ξένης δύναμης οι οποίοι δρουν στο έδαφος ενός κράτους με σκοπό την παροχή πληροφοριών και άλλων υπηρεσιών στους εντολοδόχους τους, καθώς και υπονόμευση της εθνικής ομοψυχίας και του ηθικού του πληθυσμού
γ) «ο πέμπτος τροχός της αμάξης»
(με υποτιμητική σημ.) λέγεται για άτομο που σε μια υπόθεση ή κατάσταση προσφέρει μηδαμινή υπηρεσία
αρχ.
1. το θηλ. ως ουσ. α) (ενν. οδός) μία από τις εισόδους του ρωμαϊκού στρατοπέδου
β) (ενν. φορολογία) φορολογία σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η καταβολή του ενός πέμπτου του εισοδήματος ή της περιουσίας γενικότερα
2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Πέμπτος
μήνας τών Φωκέων αντίστοιχος προς τον δελφικό Βύσιο
3. (το ουδ. ως επίρρ.) τὸ πέμπτον
για πέμπτη φορά
4. φρ. α) «πέμπτον σῶμα»
(φιλοσ.) το πέμπτο στοιχείο της φύσης, ο αιθέρας
β) «πέμπτος καιρός»
εκκλ. ο χρόνος της εμφάνισης του Χριστού στη γη, που αντιστοιχεί στην ενδέκατη ώρα της παραβολής της αμπέλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το τακτικό αριθμητικό πέμπτος < πέντε / πέμπε συνδέεται με τα: λατ. quintus, γοτθ. fimfta, λιθουαν. penktas, αρχ. σλαβ. petŭ. Ο αρκαδ. τ. πέμποτος έχει σχηματιστεί κατά το δέκοτος, ενώ ο κρητ. τ. πέντος εμφανίζει -ντ- αντί -μπτ-].

Greek Monotonic

πέμπτος: -η, -ον (πέντε),·
I. πέμπτος, εγώ μαζί με τέσσερις άλλους, πέμπτος μετὰ τοῖσιν, σε Ομήρ. Οδ.· πέμπτος αὐτός, σε Θουκ.· πέμπτη σπιθαμή, δηλ. τέσσερις πήχεις και μια σπιθαμή, σε Ηρόδ.· τὸπέμπτον μέρος, το πέμπτο στη σειρά, σε Πλάτ.
II. ἡ πέμπτη (ενν. ἡμέρα), η πέμπτη μέρα, σε Ησίοδ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

πέμπτος: пятый: τὸ πέμπτον μέρος Plat. пятая часть; μέγαθος πέμπτης σπιθαμῆς Her. величиною в четыре с половиной пехия (= 2.08 м.) (досл. в четыре πήχεις с пятой спитамой); π. μετὰ τοῖσιν Hom. пятый вместе с ними; π. αὐτός Thuc. сам пятый, т. е. впятером.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πέμπτος -η -ον [πέντε] vijfde; subst. ἡ πέμπτη ( sc. ἡμέρα ) de vijfde dag; n. adv. τὸ πέμπτον voor de vijfde keer.

Middle Liddell

πέμπτος, η, ον πέντε
I. the fifth, oneself with four others, πέμπτος μετὰ τοῖσιν Od.; πέμπτος αὐτός Thuc.; π. σπιθαμή, i. e. 4 cubits and a span, Hdt.; τὸ πέμπτον μέρος a fifth, Plat.
II. ἡ πέμπτη (sc. ἡμέρἀ the fifth day, Hes., Ar.