Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στοιχεῖον

Ἐὰν ᾖς φιλομαθής, ἔσει πολυμαθής -> If you are studious, you will become learned.
Isocrates, 1.18
Full diacritics: στοιχεῖον Medium diacritics: στοιχεῖον Low diacritics: στοιχείον Capitals: ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ
Transliteration A: stoicheîon Transliteration B: stoicheion Transliteration C: stoicheion Beta Code: stoixei=on

English (LSJ)

τό:    I in a form of sun-dial, the shadow of the gnomon, the length of which in feet indicated the time of day, ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ σ. when the shadow is ten feet long, Ar.Ec.652, v. Sch.; ὁπηνίκ' ἂν εἴκοσι ποδῶν . . τὸ σ. ᾖ Eub.119.7, cf. Philem.83.    II element,    1 a simple sound of speech, as the first component of the syllable, Pl.Cra.424d; τὸ ῥῶ τὸ σ. ib.426d; γραμμάτων σ. καὶ συλλαβάς Id.Tht.202e; σ. ἐστι φωνὴ ἀδιαίρετος Arist.Po.1456b22; φωνῆς σ. καὶ ἀρχαὶ δοκοῦσιν εἶναι ταῦτ' ἐξ ὧν σύγκεινται αἱ φωναὶ πρώτων Id.Metaph.998a23, cf.Gal.15.6:—στοιχεῖα therefore, strictly, were different from letters (γράμματα), Diog.Bab.Stoic.3.213, Sch.D.T.p.32, al., but are freq. not clearly distd. from them, as by Pl.Tht.l.c., Cra.426d; τὰ σ. τῶν γραμμάτων τὰ τέτταρα καὶ εἴκοσι Aen.Tact.31.21; σ. ε letter ε (in a filing-system), BGU959.2 (ii A.D.); ἀκουόμενα σ. letters which are pronounced, A.D.Adv.165.17; γράμματα and ς. are expressly identified by D.T.630.32; the ς. and its name are confused by A.D. Synt.29.1, but distd. by Hdn.Gr. ap. Choerob.in Theod.1.340, Sch.D.T. l.c.:—κατὰ στοιχεῖον in the order of the letters, alphabetically, AP11.15 (Ammian.); dub.sens.in Plu.2.422e.    2 in Physics, στοιχεῖα were the components into which matter is ultimately divisible, elements, reduced to four by Empedocles, who called them ῥιζὤματα, the word στοιχεῖα being first used (acc. to Eudem. ap. Simp.in Ph.7.13) by Pl., τὰ πρῶτα οἱονπερεὶ ς, e)c w(=n h(mei=s te sugkei/meqa kai\ ta)/lla Tht.201e; τὰ τῶν πάντων σ. Plt.278d; αὐτὰ τιθέμενοι σ. τοῦ παντός Ti.48b, cf. Arist.GC314a29, Metaph.998a28, Thphr.Sens.3, al., D.L.3.24; σ. σωματικά Arist.Mete.338a22, Thphr.Fr.46; ἄτομα σ. Epicur.Ep.2p.36U.; equivalent to ἀρχαί, Thales ap.Plu.2.875c, Anaximand. ap. D.L.2.1, Anon. ap. Arist.Ph.188b28, Metaph.1059b23, al.; but Arist. also distinguishes ς. from ἀρχή as less comprehensive, ib.1070b23; τὰ σ. ὕλη τῆς οὐσίας ib.1088b27; τρία τὰ σ. Id.Ph.189b16; distd. from ἀρχή on other grounds by Stoic.2.111; ς. used in three senses by Chrysipp., ib.136, cf. Zeno ib.1.24, al.; in Medicine, Gal.6.3, 420, al., 15.7, al.; Αἰθέρ, κόσμου σ. ἄριστον Orph.H.5.4; ἀνηλεὲς σ., of the sea, Babr.71.4; τὸ σ., of the sea, Polem.Cyn.44; ἄμφω τὰ σ., i.e. land and sea, ib.11, cf. Hdn.3.1.5, Him.Ecl.2.18.    3 the elements of proof, e.g. in general reasoning the πρῶτοι συλλογισμοί, Arist.Metaph.1014b1; in Geometry, the propositions whose proof is involved in the proof of other propositions, ib.998a26, 1014a36; title of geometrical works by Hippocrates of Chios, Leon, Theudios, and Euclid, Procl. in Euc.pp.66,67,68F.: hence applied to whatever is one, small, and capable of many uses, Arist.Metaph.1014b3; to whatever is most universal, e.g. the unit and the point, ib.6; the line and the circle, Id.Top.158b35; the τόπος (argument applicable to a variety of subjects), ib.120b13, al., Rh.1358a35, al.; στοιχεῖα τὰ γένη λέγουσί τινες Id.Metaph.1014b10; τὸ νόμισμα σ. καὶ πέρας τῆς ἀλλαγῆς coin is the unit . .of exchange, Id.Pol.1257b23; in Grammar, σ. τῆς λέξεως parts of speech, D.H.Comp.2; but also, the letters composing a word, A.D.Synt.313.7; letters of the alphabet, Diog. Bab.Stoic.3.213; σ. τοῦ λόγου the elements of speech, viz. words, or the kinds of words, parts of speech, Thphr. ap. Simp. in Cat.10.24, Chrysipp.Stoic.2.45, A.D.Synt.7.1, 313.6.    4 generally, elementary or fundamental principle, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν σ. X.Mem.2.1.1; σ. χρηστῆς πολιτείας Isoc.2.16; τὸ πολλάκις εἰρημένον μέγιστον σ. Arist.Pol.1309b16; σ. τῆς ὅλης τέχνης Nicol.Com.1.30, cf. Epicur. Ep.1p.10U., Ep.3p.59U., Phld.Rh.1.127S., Gal.6.306.    5 ἄστρων στοιχεῖα the stars, Man.4.624; σ. καυσούμενα λυθήσεται 2 Ep.Pet.3.10, cf. 12; esp. planets, στοιχείῳ Διός PLond.1.130.60 (i/ii A.D.); so perh. in Ep.Gal.4.3, Ep.Col.2.8; esp. a sign of the Zodiac, D.L.6.102; of the Great Bear, PMag.Par.1.1303.    6 σ. = ἀριθμός, as etym. of Στοιχαδεύς, Sch.D.T.p.192 H.

German (Pape)

[Seite 945] τό, eigtl. dim. von στοῖχος, eine kleine aufgerichtete Stange, bes. der Stift an der Sonnenuhr, der den Schatten wirst und dadurch die Stunden des Tages bestimmt, daher auch dieser Schatten selbst, δεκάπουν στοιχεῖον, von der Zeit des Abendessens, Ar. Eccl. 652; vgl. Eubul. bei Ath. I, 8 b u. Poll. 6, 44. – Der Buchstabe, als erster, einfachster Bestandtheil der Rede (στ. ἐστὶ φωνὴ ἀδιαίρετος, Arist. poet. 20), zunächst nur insofern er gesprochen wurde, γράμματα hießen die geschriebenen; τὸ ῥῶ τὸ στοιχεῖον, Plat. Crat. 426 d, u. öfter in diesem Gespräche; vgl. 434 b, ἔστι δὲ ἐξ ὧν συνθετέον τὰ ὀνόματα, στοιχεῖα; auch γραμμάτων στοιχεῖα, Theaet. 202 e; κατὰ στοιχεῖον, nach der Buchstabenfolge, nach dem Alphabet. – Uebh. die ersten, einfachsten Bestandtheile, πυρὸς στοιχεῖόν τε καὶ σπέρμα, Plat. Tim. 56 b; λάβωμεν τοῦτο οἷον στοιχεῖον ἐπ' ἀμφότερα σώματός τε καὶ ψυχῆς, Legg VII, 790 c; πολιτείας, Isocr. 2, 16. – Bes. die ersten Bestandtheile körperlicher Dinge, die Grundstoffe, Elemente, deren Empedokles zuerst vier annahm und sie ῥιζώματα nannte; περὶ τὰ τῶν πάντων στοιχεῖα, Plat. Polit. 278 c; ἀμφότερα, Erde und Wasser, Polemo 1, 11; σκοπῶμεν ἀρξάμενοι ἀπὸ τῆς τρο φῆς ὥςπερ ἀπὸ τῶν στοιχείων, Xen. Mem. 2, 1, 1; Arist. partt. an. 2, 1. – Bes. auch die Anfangsgründe der Wissenschaften, Elemente, Sp.; στοιχεῖα ἐνθυμημάτων, die Topik der Schlußarten, Arist. rhet. 2, 22; in der Geometrie die Punkte, Linien, Flächen. – Bei den Alexandrinern = Gestalt, Bild, bes. Bild des Thierkreises, D. L. 1, 102.

Greek (Liddell-Scott)

στοιχεῖον: τό, (στοῖχος) κυρίως, ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἀποτελούντων σειράν· ὅθεν, Ι. ἐν τῷ ἡλιακῷ ὡρολογίῳ, ἡ σκιὰ τοῦ γνώμονος ἡ χωροῦσα κανονικῶς ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν, ὅτα ᾖ δεκάπουν τὸ στ., ὅταν ἡ σκιὰ εἶναι δέκα ποδῶν τὸ μέγεθος, δηλ. ὅτανἥλιος δύῃ, ὅτε περίπου εἶναι καιρὸς δείπνου, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 652, ἴδε Σχολ.· οὕτως, ὁπηνίκ’ ἂν εἴκοσι ποδῶν .. τὸ στ. ᾖ Εὔπολ. ἐν Ἀδήλ. 1· στοιχεῖον· ἡ σκιὰ Φιλήμ. παρὰ Φωτ. ΙΙ. καθόλου, μέρος τι σειρᾶς, μέρος στοιχειῶδές τινος, στοιχεῖον (ἀδιαίρετον τῷ εἴδει Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 3, 1, πρβλ. π. Οὐρ. 3. 3, 1)· - ἐντεῦθεν, 1) ἁπλοῦς τις ἦχος τῆς φωνῆς θεωρούμενος ὡς μέρος στοιχειῶδες τῆς γλώσσης, Πλάτ. Κρατ. 424D· τὸ ῥῶ τὸ στ. αὐτόθι 426D· γραμμάτων στ. καὶ συλλαβὰς ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 202Ε· στ. ἐστι φωνὴ ἀδιαίρετος Ἀριστ. Ποιητ. 20, 2· - ὅθεν κυρίως εἰπεῖν τὰ στοιχεῖα ἦσαν διάφορα τῶν γραμμάτων, ὡς ὁ Πρισκιανὸς διακρίνει τὰ elementa (ἢ elementa litterarum) ἀπὸ τῶν litterae, στοιχειώδεις ἦχοι καὶ γράμματα· - κατὰ στοιχεῖον, κατὰ τὴν τάξιν τῶν γραμμάτων, ἀλφαβητικῶς, Ἀνθ. Π. 11. 15, Πλούτ. 2. 422Ε. 2) ἐν τῇ Φυσικῇ, στοιχεῖα ἐκαλοῦντο τὰ στοιχειώδη μέρη τὰ ἀποτελοῦντα τὰ ὑλικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἠλάττωσεν εἰς τέσσαρα καλέσας αὐτὰ ῥιζώματα, ἴδε Sturz εἰς Ἐμπεδ. σ. 255 κἑξ.· τὴν δὲ λέξιν στοιχεῖα μετεχειρίσθη πρῶτος ὁ Πλάτων, τὰ πρῶτα οἱονπερεὶ στ., ἐν ὧν ἡμεῖς τε ξυγκείμεθα καὶ τἆλλα Θεαίτ. 201Ε· τὰ τῶν πάντων στ. Πολιτ. 278C· αὐτὰ τιθέμενοι στ. τοῦ παντὸς Τίμ. 48Β, πρβλ. Ἀριστ. π. Γεν. καὶ Φθορ. 1. 8, 3, Μετὰ τὰ Φυσ. 2. 3, 2, Διογ. Λ. 3. 24, Bentl. εἰς Φάλ. σ. 523· στ. σωματικὰ Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 1, 1· ἰσοδύναμον τῷ ἀρχαί, Θαλῆς παρὰ Πλουτ. 2. 875D, Ἀναξίμ. παρὰ Διογ. Λ. 2. 1, Ἀριστ. Φυσ. 1. 5, 6, Μετὰ τὰ Φυσ. 12. 10, 5, κ. ἀλλ.· ἀλλ’ ὁ Ἀριστ. διακρίνει καὶ στοιχεῖον ἀπὸ τοῦ ἀρχὴ ὡς ἧττον περιληπτικόν, καὶ λαμβάνει τὸ στοιχεῖον ὡς σημαῖνον τὴν ὑλικὴν αἰτίαν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀρχὴν (τὴν μορφοῦσαν ἢ κινοῦσαν), Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 1, 1., 4. 3, 1., 6. 17, 12· αἰθήρ, κόσμου στ. ἄριστον Ὀρφ. Ὕμν. 4. 4· ἀνηλεὲς στ., ἐπὶ τῆς θαλάσσης, Βάβρ. 71. 4. 3) ὡσαύτως τὰ στοιχεῖα τῆς γνώσεως καὶ τῶν ἐπιστημῶν, ἐν τῇ Γεωμετρίᾳ, σημεῖα, γραμμαί, ἐπιφάνειαι, Ἀριστ. Κατηγ. 12, 3, Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 3· ἐν τῇ ἀριθμητικῇ, ἡ μονάς, αὐτόθι· ἐν τῇ γραμματικῇ, στ. τῆς λέξεως, τὰ μέρη τοῦ λόγου, ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 20, 1, Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 2· ἐν τῇ Λογικῇ, αἱ μείζονες προτάσεις τῶν συλλογισμῶν, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 3, 3· ἐν τῇ Ρητορικῇ, κοινοὶ τόποι, ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 1. 6, 1., 2. 22, 13. 4) καθόλου, ἁπλῆ ἢ στοιχειώδης ἀρχή, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν στ., ἀπὸ τῶν πρώτων ἀρχῶν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, Ξεν. Ἀπομν. 2. 1, 1· χρηστῆς πολιτείας στ. Ἰσοκρ. 18Α· τὸ πολλάκις εἰρημένον μέγιστον στ. Ἀριστ. Πολ. 5. 9, 5· τὸ νόμισμα στ. καὶ πέρας τῆς ἀλλαγῆς, πρώτη ἀρχὴ ἢ ὅρος, αὐτόθι 1. 9, 12· στ. τῆς ὅλης τέχνης Νικόλ. ἐν Ἀδήλ. 1. 30. 5) παρὰ τοῖς μεταγεν. οἱ πλανῆται ἐκαλοῦντο στοιχεῖα, Ἐκκλ., ἴδε Vales. εἰς Εὐσ. Ἐκκλ. Ἱστ. 3. 31, Μανέθων 4. 624· μάλιστα δὲ οἱ ἀστερισμοὶ τοῦ Ζῳδιακοῦ κύκλου, Διογ. Λ. 6. 102· πρβλ. στοιχείωμα. - Ἴδε πλείονα παρὰ τῷ M. Müller, Science of Lang. 2, σελ. 97 κἑξ., καὶ Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς, τ. Ζ΄ , σ. 42.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
petit trait aligné, d’où
I. aiguille qui marque l’ombre sur un cadran solaire, heure;
II. caractère d’écriture, lettre : κατὰ στοιχεῖον PLUT par ordre alphabétique;
III. élément, principe d’une chose ; particul. au pl. τὰ στοιχεῖα :
1 t. de philos. éléments de l’univers;
2 éléments d’une science : de la géométrie (les points, les lignes, etc.) ; de la logique (les idées fondamentales).
Étymologie: στοῖχος.

Spanish

principio, elemento básico

English (Strong)

neuter of a presumed derivative of the base of στοιχέω; something orderly in arrangement, i.e. (by implication) a serial (basal, fundamental, initial) constituent (literally), proposition (figuratively): element, principle, rudiment.

English (Thayer)

στοιχειου, τό (from στοῖχος a row, rank, series; hence, properly, that which belongs to any στοῖχος, that of which a στοῖχος is composed; hence), "any first thing, from which the others belonging to some series or composite whole take their rise; an element, first principle". The word denotes specifically:
1. the letters of the alphabet as the elements of speech, not however the written characters (which are called γράμματα), but the spoken sounds: στοιχεῖον φωνῆς φωνή ἀσύνθετος, Plato definition, p. 414e.; τό ῥω τό στοιχεῖον, id. Crat., p. 426d.; στοιχεῖον ἐστι φωνή ἀδιαιρετος, οὐ πᾶσα δέ, ἀλλ' ἐξ ἧς πεφυκε συνετή γίγνεσθαι φωνή, Aristotle, poet. 20, p. 1456{b}, 22.
2. the elements from which all things have come, the material causes of the universe (ἐστι δέ στοιχεῖον, ἐξ οὗ πρώτου γίνεται τά γινόμενα καί εἰς ὁ ἔσχατον ἀναλύεται ... τό πῦρ, τό ὕδωρ, ὁ ἀήρ, ἡ γῆ, (Diogenes Laërtius Zeno 137); so very often from Plato down, as in Tim., p. 48b.; in the Scriptures: the heavenly bodies, either as parts of the heavens, or (as others think) because in them the elements of man's life and destiny were supposed to reside; so in the earlier ecclesiastical writings: Ep. ad Diogn. 7,2 [ET]; Justin Martyr, dialog contra Trypho, 23; τά Οὐρανία στοιχεῖα, id. Apology 2,5; στοιχεῖα Θεοῦ, created by God, Theophilus Ant. ad Autol. 1,4; cf. Hilgenfeld, Galaterbrief, pp. 66-77. Hence, some interpreters infelicitously understand Paul's phrase τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου, the elements, rudiments, primary and fundamental principles (cf. our 'alphabet' or 'a b c') of any art, science, or discipline; e. g. of mathematics, as in the title of Euclid's well-known work; στοιχεῖα πρῶτα καί μέγιστα χρήστης πολιτείας, Isocrates, p. 18a.; τῆς ἀρετῆς, Plutarch, de puer. educ. 16,2; many examples are given in Passow, under the word, 4, ii., p. 1550b; (cf. Liddell and Scott, under the word, II:3,4). In the N. T. we have τά στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ (see ἀρχή, 1b., p. 76{b} bottom), νήπιοι, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου, the rudiments with which mankind like νήπιοι were indoctrinated before the time of Christ, i. e. the elements of religions training, or the ceremonial precepts common alike to the worship of Jews and of Gentiles, δεδουλωμένοι ὑπό τά στοιχεῖα); specifically, the ceremonial requirements especially of Jewish tradition, minutely set forth by theosophists and false teachers, and fortified by specious argument, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου is fully discussed by Schneckenburger in the Theolog. Jahrbücher for 1848, Part iv., p. 445ff; Neander in the Deutsche Zeitschrift f. Christl. Wissensehaft for 1850, p. 205ff; Kienlen in Reuss u. Cunitz's Beiträge zu d. theolog. Wissenschaften, vol. ii., p. 133ff; E. Schaubach, Comment. qua exponitur quid στοιχεῖα τοῦ κόσμου in N. T. sibi velint. (Meining. 1862).

Greek Monotonic

στοιχεῖον: τό (στοῖχος), κανονικά, ένα από αυτά που αποτελούν σειρά· απ' όπου,
I. στο ηλιακό ρολόι, η σκιά του γνώμονα που προχωρούσε από ώρα σε ώρα, σε Αριστοφ.
II. 1. γενικά, μέρος μιας σειράς, στοιχειώδες φώνημα της γλώσσας, ήχος, φθόγγος, γράμμα, σε Πλάτ.· κατὰ στοιχεῖον, κατά τη σειρά των γραμμάτων του αλφαβήτου, αλφαβητικά, σε Ανθ.
2. στον πληθ., στοιχειώδη μέρη, τμήματα, σε Πλάτ. κ.λπ.
3. στοιχεία της γνώσης και των επιστημών, βάσεις, πρώτες γνώσεις, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν στοιχείων, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

στοιχεῖον: τό
1) тень от стрелки солнечных часов: ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ σ. Arph. когда тень от стрелки достигнет десяти футов;
2) буква (с точка зрения ее звукового достоинства), звук речи: σ. ἐστιν φωνὴ ἀδιαίρετος Arst. звук речи есть звук неделимый; τὰ τῶν γραμμάτων στοιχεῖα Plat. звучания букв; κατὰ σ. Anth. по алфавиту;
3) филос. (материальное) первоначало, элемент, стихия: τὰ τῶν πάντων στοιχεῖα Plat. мировые стихии; ἀνηλεὲς σ. Babr. безжалостная стихия, т. е. море; ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ σ. Arst. начало формирующее и начало вещественное;
4) начало, основа (τὸ ἁπλοῦν καὶ ἀδιαίρετον σ. λέγεται Arst.): τὸ νόμισμα σ. τῆς ἀλλαγῆς ἐστιν Arst. деньги являются основой обмена; στοιχεῖα τῆς λέξεως Arst. части речи;
5) основная идея, основоположение, принцип (στοιχεῖα περὶ ἀγαθοῦ Arst.): στοιχεῖα τῶν ἀποδείξεων Arst. принципы доказательств, т. е. термины силлогизма;
6) астр. знак Зодиака (τὰ δώδεκα στοιχεῖα Diog. L.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στοιχεῖον -ου, τό [στοῖχος] (basis)element, (grond)beginsel, principe:. τὰ τῶν πάντων στοιχεῖα de grondbeginselen van alle dingen Plat. Plt. 278d; τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου de elementen van de wereld, d.w.z. de materiële werkelijkheid NT. gramm., letter (in de rij van het alfabet):. τὸ ῥῶ τὸ σ. de letter rho Plat. Crat. 426d; γραμμάτων στοιχεῖα de elementen in de rij van letters, de letters van het alfabet Plat. Tht. 202e; σ. ἐστι φωνὴ ἀδιαίρετος een letter is een ondeelbare klank Aristot. Poët. 1456b22. op een zonnewijzer schaduw van de pen (die de tijd aangaf):. ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ σ. wanneer de schaduw van de pen tien voet is (d.w.z. vlak voor zonsondergang) Aristoph. Eccl. 652.

Frisk Etymological English

στοῖχος See also: s. στείχω.

Middle Liddell

στοιχεῖον, ου, τό, στοῖχος
properly, one of a row: hence,
I. in the sun-dial, the shadow of the gnomon, Ar.
II. generally, one of a series, an elementary sound of the voice, a letter, Plat.:— κατὰ στοιχεῖον in the order of the letters, alphabetically, Anth.
2. in pl. the elements, Plat., etc.
3. the elements of knowledge, rudiments, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν στ. Xen.

Frisk Etymology German

στοιχεῖον: στοῖχος
{stoikheĩon}
See also: s. στείχω.
Page 2,800

Chinese

原文音譯:stoice‹on 士胎黑按
詞類次數:名詞(7)
原文字根:行列
字義溯源:原質,基本成份,基礎,初階,小學,有形質的,屬天的形體,哲學;源自(στοιχέω)=列隊行進,保持步伐),而 (στοιχέω)出自(στεῖρα)X*=排列)。有解經家將這字(特別是在加拉太與歌羅西書上這字的片語)的含意之四種解析列出來:
1)宇宙中的物理原素 2)屬天的形體 3)靈 4)宗教知識的原素。註:和合本將此編號譯為:小學;實際的字義乃是:哲學
同源字:1) (στοιχεῖον)原質 2) (στοιχέω)列隊行進 3) (συστοιχέω)同類
出現次數:總共(7);加(2);西(2);來(1);彼後(2)
譯字彙編
1) 小學(5) 加4:3; 加4:9; 西2:8; 西2:20; 來5:12;
2) 有形質的(2) 彼後3:10; 彼後3:12