Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψόγος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ψόγος Medium diacritics: ψόγος Low diacritics: ψόγος Capitals: ΨΟΓΟΣ
Transliteration A: psógos Transliteration B: psogos Transliteration C: psogos Beta Code: yo/gos

English (LSJ)

ὁ, (ψέγω)

   A blamable fault, blemish, flaw, ἄνευ ψόγου τετυγμένος Simon.5.2.    II blame, censure, ὀνείδεα καὶ ψ. Xenoph.11.2; σκοτεινὸς ψ. Pi.N.7.61; μὴ τὸν ἀνθρώπειον αἰδεσθῇ ψόγον A.Ag. 937, cf. E.Ph.94: pl., ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμέ S.Ant.759; οὐ ψιλῶ ψόγους κλύειν cj. for ψόφους in E.Ion630; also in Com. and Prose, Ar.Th.146,895, etc.; τοῖς πέλας ψ. ἐπενεγκεῖν Th.1.70, cf. 2.45; ψ. φέρειν Pl.Smp.182a; ψ. ἔχειν to be blamed, Id.Lg.823b; ψ. ἀμουσίας ὑφέξοντα Id.R.403c: pl., ἐγκώμιά τε καὶ ψόγους ποιεῖν ἀλλήλοις lampoons, Id.Lg.829c, cf. Grg.483c, al., Arist.Po.1448b27; τὸ . . κάλλος καὶ ψ. πολλῶν γέμει Men.703:—c. dat., ἄλγος σοί, ψ. δὲ σῷ πατρί E.Hel.987.

German (Pape)

[Seite 1401] ὁ, eigtl. Verkleinerung, Verminderung, dah. Herabsetzung, Herabwürdigung, Tadel; Pind. N. 7, 61; Simonds. fr. 139; Aesch. Ag. 911 u. öfter; Soph. Ant. 755; oft Eur., z. B. μή μοι ἔλθοι φαῦλος ψόγος Phoen. 94, ψόγον τρέμουσα δημοτῶν El. 643; Ar. Th. 146; u. in Prosa: Thuc. 1, 70; ψόγον φέρειν Plat. Conv. 182 a; ψόγον ἀμουσίας ὑφέξοντα Rep. III, 403 c; Ggstz ἔπαινος Legg. VII, 823 b; ἐγκώμια καὶ ψόγους ποιεῖν ἀλλήλοις VIII, 829 c.

Greek (Liddell-Scott)

ψόγος: ὁ, (ψέγω) σφάλμα ἀξιόμεμπτον, ἔλλειψις, μῶμος, ἄνευ ψόγου τετυγμένος Σιμωνίδ. 8. (12). 2. ΙΙ. μομφή, κατάκρισις, ἀποδοκιμασία, ἀντίθετον τῷ ἔπαινος, σκοτεινὸς ψ. Πινδ. Ν. 7. 90· τὸν ἀνθρώπειον αἰδεσθεὶς ψόγον Αἰσχύλ. Ἀγ. 937· καὶ ἐν τῷ πληθ., ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμὲ Σοφ. Ἀντιγ. 759. οὐ φιλῶ ψόγους κλύειν Εὐρ. Ἴων 630· ― ὡσαύτως παρὰ τοῖς Ἀττ. κωμικοῖς καὶ πεζογράφοις, Ἀριστοφ. Θεσμ. 146, 895· ψόγον τινὶ ἐπενεγκεῖν Θουκ. 1. 70, πρβλ. 2. 45· ψόγον φέρειν Πλάτ. Συμπ. 182Α· ψ. ἔχω, ψέγομαι, κατακρίνομαι, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 182Β· ψ. ἀμουσίας ὑφέξονται ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 403C· ― ἐν τῷ πληθ., ψόγους ποιεῖν, στίχους ποιεῖν, σατυρίζειν, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 829C· (ἔνθ’ ἀντίκειται τῷ ἐγκώμιον), πρβλ. Γοργ. 483Β, κ. ἀλλ., Ἀριστ. Ποιητ. 4. 8· τὸ.. κάλλος καὶ ψόγων πολλῶν γέμει Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 155· ― μετὰ δοτ., ἄλγος σοί, ψ. δὲ σῷ πατρὶ Εὐρ. Ἑλ. 987.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
blâme, reproche.
Étymologie: ψέγω.

English (Slater)

ψόγος
   1 fault-finding σκοτεινὸν ἀπέχων ψόγον, ὕδατος ὥτε ῥοὰς φίλον ἐς ἄνδρ' ἄγων κλέος ἐτήτυμον αἰνέσω (N. 7.61)

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
μομφή, κατάκριση, κατηγορία
αρχ.
1. σφάλμα, ελάττωμα, ψεγάδι
2. φρ. α) «ψόγον ἔχω» και «ψόγον φέρω» — κατακρίνομαι, κατηγορούμαι (Πλάτ.)
β) «ψόγους ποιῶ» — συνθέτω σατιρικούς στίχους (Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα του ρ. ψέγω].

Greek Monotonic

ψόγος: ὁ (ψέγω
I. αξιόμεμπτο σφάλμα, ελάττωμα, ψεγάδι, σε Σιμων.
II. κατηγορία, επίκριση, μομφή, αποδοκιμασία, σε Πίνδ., Τραγ., κ.λπ.· ψόγοντινὶ ἐπενεγκεῖν, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ψόγος:ψέγω порицание, хула, укор Pind., Trag., Arst., Men.: ψόγον φέρειν, ἔχειν или ὑπέχειν Plat. подвергаться порицанию; εἰς или πρὸς ψόγον ἄγειν и ψόγους ποιεῖν Plat. порицать, корить; ψόγον ἐπενεγκεῖν τινι Thuc. порицать кого-л.

Middle Liddell

ψόγος, ὁ, ψέγω
I. a blamable fault, a blemish, flaw, Simon.
II. blame, censure, Pind., Trag., etc.; ψόγον τινὶ ἐπενεγκεῖν Thuc.