Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφυής

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἀφῠής Medium diacritics: ἀφυής Low diacritics: αφυής Capitals: ΑΦΥΗΣ
Transliteration A: aphyḗs Transliteration B: aphyēs Transliteration C: afyis Beta Code: a)fuh/s

English (LSJ)

ές, acc.

   A ἀφυῆ S.Ph.1014 codd.: (φυή):—without natural talent, not clever, dull, opp. εὐφυής, πρός τι Pl.R.455b; οὐκ ἀ. no fool, Id.Lg.832a; ἀ. πρὸς ταύτην τὴν σκέψιν wanting wit for it, Id.Phd.96c; ἐς μάθησιν Democr.85, cf. AP14.62.    2 in good sense, simple, unschooled, S. l.c.    II naturally unsuited, οὐκ ἀ. πρὸς τὸ φιλοκερδεῖν X.Cyr.1.6.32; of places, ταῖς δυνάμεσι Plb.1.30.7; πρός τι Id.4.38.1 (Sup.). Adv. ἀφυῶς, διακεῖσθαι πρός τι Id.1.88.11; ἀ. ἔχειν πρός τι Arist.IA710a5, Plu.Aem.2: Comp. -έστερον Anon.Rhythm.Oxy.9. iii 11.    III = δυσφυής (as etym. of ἀφύη), Ath.7.324d.

German (Pape)

[Seite 415] ές, ohne Naturanlagen, πρός τι, für etwas, Plat. Phaed. 96 c; οὐκ ἀφυής, talentvoll, Conv. 218 a; Xen. Cyr. 1, 6, 32; Pol. 4. 38 τόπος ἀφυέστατος, unpassend; ταῖς δυνάμεσι 1, 30; ἀφυέστατος τὴν οἰκονομίαν, in Beziehung auf, in, 16, 21; Ggstz εὐφυής Plat. Rep. V, 455 b; oft geradezu dumm, Isocr.; Soph. Phil. 1014 im guten Sinne, schlicht, Schol. ἄκακον ἀπὸ φύσεως. Auch von körperlicher Schönheit, σῶμα οὐκ ἀφυής Xen. Cyr. 2, 3, 7. – Adv. ἀφυῶς, z. B. διακεῖσθαι πρός τι, nicht geeignet sein wozu, Pol. 1, 88; ebenso ἀφυῶς ἔχειν, Philo.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφυής: ἐς, αἰτ. ἀφυῆ, Σοφ. Φ. 1014 (φυή): ― ὁ στερούμενος φυσικῆς ἱκανότητος, ἤτοι ὑπεροχῆς διανοίας, οὐχὶ ἔξυπνος, ἀδέξιος, ἀντίθετον τῷ εὐφυής, τὸν μὲν εὐφυῆ πρὸς τι εἶναι, τὸν δὲ ἀφυῆ Πλάτ. Πολ. 455Β· οὐκ ἀφ., οὐδόλως μωρός, ὁ αὐτ. Νόμ. 832Α· ἀφ. πρὸς ταύτην τὴν σκέψιν, ἀνίκανος, ὁ αὐτ. Φαίδων 96C· εἴς τι Ἀνθ. Π. 14. 62· ἐπὶ καλῆς σημασίας, ἁπλοῦς, ἀπονήρευτος, Σοφ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. φύσει ἀνεπιτήδειος πρὸς τὸ ποιεῖν τι, πρὸς τὸ φιλοκερδεῖν οὐκ ἀφυεῖς ὄντες Ξεν. Κύρ. 1. 6, 32· ἐπὶ τόπων, κτλ. Πολύβ. 1. 30, 7, κτλ. ― Ἐπίρρ., ἀφυῶς διακεῖσθαι πρός τι ὁ αὐτ. 1. 88, 11· ἀφ. ἔχειν πρός τι Πλουτ. Αἰμίλ. 6. ΙΙΙ. ὁ μὴ αὐξανόμενος, = δυσφυής, Ἀθήν. 324D.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
sans dispositions naturelles ; abs. sans talent, incapable, inhabile, sot ; en b. part incapable par nature (de faire le mal, de tromper, etc.);
Cp. ἀφυέστερος, Sp. ἀφυέστατος.
Étymologie: ἀ, φύω.

Spanish (DGE)

(ἀφῠής) -ές
I 1falto de capacidad natural, incapaz, inadecuado de pers. οὐκ ἀφυεῖς ὄντας Pl.Lg.832a, cf. R.455b, ἐν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων ... εὐφυεῖς καὶ ἀφυεῖς Arist.de An.421a25, c. ac. οἱ ... σκληρόσαρκοι ἀφυεῖς τὴν διάνοιαν Arist.de An.421a25, c. prep. y ac. ἐς μάθησιν Democr.B 85, πρὸς ... τὴν σκέψιν Pl.Phd.96c, πρὸς τὸ φυλοκερδεῖν X.Cyr.1.6.32, πρὸς τὴν ... θεραπείαν Isoc.15.131, πρὸς τὸν θάνατον Philostr.VA 7.31, de las serpientes πρὸς τὴν στροφήν Arist.PA 692a6, de un emplazamiento, sup. πρὸς ἀμφότερα ... ἀφυέστατον Plb.4.38.1, c. dat. ἀ. (λόφος) ... ταῖς ἑαυτῶν δυνάμεσιν Plb.1.30.7.
2 simple, tonto, estúpido abs. ψυχή S.Ph.1014, τί ἐστιν οὕτως ἀ. Isoc.12.66, ὦ πάντων ἀνθρώπων ἀφυέστατε Charito 7.6.10.
3 distrófico, atrófico como falsa etim. de ἀφύη: ἀφύαι δ' ὡς ἂν ἀφυεῖς οὖσαι, τουτέστιν δυσφυεῖς Ath.324d.
II adv.
1 -ῶς inadecuadamente, torpemente ἀ. ἔχειν πρὸς τὴν ... χρῆσιν Arist.IA 710a5, πρὸς οὐδέτερον ἀ. ἔχων Plu.Aem.2, ἀ. διακείμενοι ... πρὸς τὸ πάλιν ἀναλαμβάνειν Plb.1.88.11, ἀ. συνέθετο Δροσέριος Adam.Dial.152.
2 -έστερον de manera menos natural χρήσαιτο δ' ἂν καὶ ὁ ἴαμβος τῇ αὐτῇ ταύτῃ λέξει, ἀ. δὲ τοῦ βακχείου el yambo puede emplear ese mismo lenguaje, pero de manera menos natural que el baqueo Aristox.Rhyth.Ox.3.11.

Greek Monolingual

ἀφυής (-οῡς), -ές (Α) φυή
1. ο μη ευφυής, αυτός που δεν έχει φυσική ικανότητα ή διανοητική υπεροχή
2. αδέξιος, ανίκανος
3. αυτός που δεν έχει άρτια σωματική διάπλαση
4. απονήρευτος, άδολος.

Greek Monotonic

ἀφυής: -ές, αιτ. ἀφυῆ, (φυή
1. αυτός που δεν έχει φυσικό ταλέντο, αδέξιος, μη έξυπνος, κουτός, σε Πλάτ.· ἀφυὴς πρός τι, ο εκ φύσεως ακατάλληλος για ένα πράγμα, στον ίδ., Ξεν.
2. απλός, απονήρευτος, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφῠής:
1) лишенный дарований, неспособный, непригодный (πρός τι Plat., Plut. и εἴς τι Anth.): οὐκ ἀ. Xen., Plat., Plut. даровитый, одаренный;
2) тупоумный, глупый Isocr., Arst., Anth.;
3) негодный, неподходящий, неудобный (λόφος ταῖς δυνάμεσιν ἀ. Polyb.);
4) маленький (ἰχθύς Luc.);
5) простодушный, бесхитростный Soph.

Middle Liddell

[φυή]
1. without natural talent, witless, dull, Plat.; ἀφυὴς πρός τι naturally unsuited to a thing, Plat., Xen.
2. simple, unschooled, Soph.