Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξαρτάω

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἐξαρτάω Medium diacritics: ἐξαρτάω Low diacritics: εξαρτάω Capitals: ΕΞΑΡΤΑΩ
Transliteration A: exartáō Transliteration B: exartaō Transliteration C: eksartao Beta Code: e)carta/w

English (LSJ)

   A hang upon, τι ἔκ τινος Plb.18.18.4; ἀπό τινος Arr.An. 2.19.2; τί τινος Longus 1.32: metaph., make dependent upon, ἐπαίνων ἐ. τὴν δόξαν Plu.Arat.1; πρᾶξιν τῆς προδοσίας Id.Fab.22; τὴν ποίησιν μέθης Ath.10.429b, cf. Plot.6.7.42:—Med., E.Tr.129, cf. Gal.Anim.Pass.1.9 (prob. l.).    2 stretch out, Ael.NA4.21.    II Pass., mostly in pf. ἐξηρτῆσθαι: fut. Med. in pass. sense, ἐξαρτήσομαι X.Cyr.5.4.20:—to be hung upon, hang upon, χειρός E.Hipp. 325; περὶ σὸν γένειον Id.IA1226: abs., Ar.Pax470; to be attached to .., ἔκ τινος Arist.HA495b33; ἐ. τινί ib.496a26.    2 depend upon, be attached to, σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα E.Supp.735, etc.; τῆς ἰσχύος X. Cyr.5.4.20; ἑνός Plu.Galb.8; ἔκ τινος Pl.Ion536a, Lg.732e, etc.; τῶν ἐλπίδων Isoc.8.7.    3 of countries, be adjacent to, πεδία τῶν λόφων ἐ. Plu.Ant.46.    4 abs., to be elevated, ἐξήρτηται τὸ χωρίον Th.6.96; ἐξήρτηται ἡ χώρα πρὸς Νότον (Casaub. ἐξῆρται) Str.7.1.3.    5 hang upon oneself, πήραν ἐξαρτήσασθαι Luc.Fug.15 (s.v.l.): esp. in pf. part. Pass., c. acc. rei, having a thing hung on one, ἐπιστολὰς . . ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων Aeschin.3.164; παιδίον ἐξηρτημένη τοῦ τραχήλου Plu. Brut.31: hence, equipped or furnished with, πώγωνας ἐξηρτημέναι Ar. Ec.494; τοιοῦτον ἐξηρτῆσθαι στρατόπεδον D.9.49.

German (Pape)

[Seite 872] daran aufhängen, anknüpfen, befestigen; τοὺς θυρεοὺς ἐκ τῶν ὤμων Pol. 18, 1, 4; a. Sp.; τί τινος, Ath. X, 429 b, wie ἀλλοτρίων ἐπαίνων τὴν δόξαν Plut. Arat. 1; τὴν πρᾶξιν τῆς προδοσίας, davon abhängig machen, Fab. Max. 22; – τὴν οὐράν, lang ausstrecken, Ael. H. A. 4, 21. – Gew. im pass. mit fut. msd., woran aufgehängt sein, Ar. Eccl. 2; χειρός Eur. Hipp. 325; ὥςπερ ἐκ τῆς λίθου ὁρμαθὸς ἐξήρτηται χορευτῶν Plat. Ion 536 a; übertr., wovon abhangen, σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα Eur. Suppl. 757; ἐξ ὧν (ἡδονῶν) ἀνάγκη τὸ θνητὸν πᾶν ζῷον οἷον ἐξηρτῆσθαι Plat. Legg. V, 732 e; ἐξαρτήσεται τῆς ἰσχύος Xen. Cyr. 5, 4, 20; αἱ ἐλπίδες ἐξήρτηνται ἐκ τῶν ἡγουμένων Pol. 10, 33; – ἐξήρτηται τὸ ἄλλο χωρίον, daran reiht sich, ist damit verbunden, Thuc. 6, 96, wie Plut. Ant. 46; ἐξηρτημένον αὐτοῦ τὸ πλῆθος ὁρῶντες, daß es sich an ihn geschlossen hatte, C. Graech. 6; Caes. 41; τῶν ποιητῶν ὁ μὲν ἐξ ἄλλης Μούσης, ὁ δὲ ἐξ ἄλλης ἐξήρτηται Plat. Ion 536 a. – Bei Aesch. Prom. 713 ist τόξοισιν ἐξηρτημένοι die sich mit dem Bogen behangen, sich den Bogen umgehängt haben; vgl. πώγωνας ἐξηρτημένας Ar. Eccl. 494; ἐπιστολὰς ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων Aesch. 3, 164, zur Schau an den Fingern hangend haben; πήραν, λεοντῆν, Luc. fug. 14 u. a. Sp.; so auch wohl Dem. 9, 49 ἐξηρτῆσθαι στρατόπεδον, mit der v. l. ἐξηρτύσθαι, das Heer an sich hängen und mit sich schleppen. – Das med., sich an Etwas hängen, Ar. Pax 470 u. A.; dah. = Anhänger sein, τῆς Ἀκαδημίας Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξαρτάω: κρεμῶ τι ἔκ τινος, τοὺς θυρεοὺς ἐκ τῶν ὤμων ἐξηρτηκότες Πολύβ. 18. 1, 4· ἀπὸ ταύτης (τῆς κεραίας) ἐξήρτησαν ἐν λέβησιν ὅσα κτλ. Ἀρρ. Ἀν. Ἀλ. 2. 19, 2· ἄτοπος δὲ ὁ Ἀνακρέων ὁ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν ποίησιν ἐξαρτήσας μέθης, ἐκ τῆς μέθης, Ἀθήν. 429Β, Λόγγ. 1. 32· μεταφ., κάμνω τι νὰ ἐξαρτᾶται ἔκ τινος, ἐπαίνων ἐξ. τὴν δόξαν Πλουτ. Ἄρατος 1, πρβλ. Φάβιον 22· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ (ἴδε ἐν λ. παιδεία), Εὐρ. Τρῳ. 129· πρβλ. ἐξάπτω. 2) ἐκτείνω τι, ὃ δὲ (τὸ μυθολογούμενον Ἰνδικὸν θηρίον μαρτιχόρας) ἀποστάδην αὐτὴν (τὴν οὐρὰν) ἐξαρτᾷ Αἰλ. π. Ζ. 4. 21. ΙΙ. Παθ., τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πρκμ. ἐξηρτῆσθαι, μέσ. μέλλ. ἐξαρτήσομαι Ξεν. Κύρ. 5. 4, 20· - τί δρᾷς; βιάζει χειρὸς ἐξαρτωμένη; ἐξαρτῶσα σεαυτὴν ἐκ τῆς χειρός μου, Εὐρ. Ἱππ. 325· περὶ τὸ γένειον ὁ αὐτ. Ι. Α. 1226, πρβλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 470· ἔκ τινος Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 16, 16, κ. ἀλλ.· περὶ τῆς καρδίας, κατὰ μὲν τὴν μεγίστην κοιλίαν ἐξήρτηται τῇ μεγίστῃ φλεβὶ αὐτόθι 17, 5. 2) ἐξαρτῶμαι ἔκ τινος, σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα Εὐρ. Ἱκ. 735, κτλ., πρβλ. Ξεν. Κύρ. 5. 4, 20· ἔκ τινος Πλάτ. Ἴων 536Α, Νόμοι 732Ε, κτλ. 3) ἐπὶ χωρῶν, συνορεύω, γειτνιάζω, τινος Πλουτ. Ἀντών. 46. 4) ἐπὶ λύχνου, κρέμαμαι ἔκ τινος μέρους ὅπως φέγγω, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 2· ὑπέρκειμαι, ἐξήρτηται τὸ χωρίον Θουκ. 6. 96· ἐξήρτηται ἡ χώρα πρὸς Νότον (Casaub. ἐξῆρται) Στράβ. 290. 5) κρεμῶ ἐπάνω μου, πήραν ἐξαρτήσασθαι Λουκ. Δραπέτ. 14· - ἰδίως ἐν τῇ μετοχ. τοῦ παθ. πρκμ. μετ’ αἰτ. πράγμ., ἔχων τι κρεμάμενον ἔκ τινος, ἐπιστολὰς ἃς ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων περιῄεις (πρβλ. τὸ τοῦ Ὁρατίου suspensi loculos), Αἰσχίν. 77. 11· παιδίον ἐξηρτημένον τοῦ τραχήλου Πλουτ. Βροῦτος 31· ἐντεῦθεν (ὡς τὸ ἐξηρτυμένος μ. δοτ. πράγμ.), ἔχων ἢ ἐφωδιασμένος μέ τι, πώγωνας ἐξηρτημένας Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 494· ἐξηρτῆσθαι στρατόπεδον Δημ. 123. 28: - περὶ τῶν ἐν Αἰσχύλ. Πέρσ. 711 καὶ Θουκ. 6. 17 χωρίων ἴδε τὸ ῥῆμα ἐξαρτύω.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
ao. ἐξήρτησα, pf. ἐξήρτηκα;
Pass. pf. ἐξήρτημαι;
1 suspendre à : τι ἔκ τινος une chose à une autre ; en parl. d’un lieu être comme suspendu à, être dominé (par une hauteur, etc.);
2 fig. faire dépendre de, rattacher à : ἀλλοτρίων ἐπαίνων τὴν δόξαν PLUT faire dépendre la gloire des louanges d’autrui;
Moy. ἐξαρτάομαι-ῶμαι (f. ἐξαρτήσομαι);
1 s’attacher à : χειρός EUR à la main de qqn ; περὶ τὸ γένειον EUR au menton de qqn en parl. de suppliants ; τῆς ἰσχύος XÉN au gros de l’armée;
2 suspendre sur soi, attacher sur soi : πήραν LUC une besace ; ἐξηρτημένος τόξοισιν ESCHL qui a son carquois solidement fixé ; avec acc. : ἐπιστολὰς ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων ESCHN tenir des lettres entre ses doigts.
Étymologie: ἐξ, ἀρτάω.

Spanish (DGE)

A tr.
I en v. act. y med.
1 suspender, colgar τῶν μεγάλων τι σταθμίων ἐξαρτῆσαι suspender alguna pesa de las grandes Hp.Fract.8, εἴδωλον ... γυναικὸς μετέωρον ἐξαρτᾶν colgar en alto una estatuilla de mujer Ael.Fr.91, τὰς ἑκατέρωθεν σπυρίδας ἐξαρτήσαντες Alciphr.1.1.4
c. gen. del lugar ‘de donde’ c. o sin prep. colgar de τοὺς μὲν θυρεοὺς ... ἐκ τῶν ὤμων ἐξηρτηκότες Plb.18.18.4, <τὴν> κάμνουσαν ἐξαρτήσαντα τῶν ποδῶν ἀπὸ κλιμακίου Sor.4.6.69, ἀπὸ ταύτης ἐξήρτησαν ἐν λέβησιν ὅσα ἐπιχυθέντα Arr.An.2.19.2, ἐξαρτῆσαι τοὺς κατατείνοντας αὐτῷ βρόχους ... ξύλου τινός Gal.18(1).758, ἐκ ... τῆς ἑτέρας (χορδῆς) μίαν ὁλκὴν ἐξαρτήσαντες suspendiendo de la otra cuerda un peso Aristid.Quint.94.13, cf. Plu.2.1021a, ταύτης (σχεδίας) τύμπανα καὶ νεβρίδας ... ἐξαρτήσαντα Socr.Rhod.2, ἐξαρτῆσαι τὸ σκάφος τῆς μεγάλης νεῶς Them.Or.1.12b, cf. Lib.Ep.281.4, ἐξαρτήσασαι δὲ τοῦ κόλπου θηλάζουσι τὰ βρέφη Ael.NA 7.12, μολίβδιον ἐξαρτᾶν τοῦ δρακοντίου Paul.Aeg.4.58.1
c. indic. del lugar ‘en donde’ colgar en αὐτὸν ... ἐξαρτῆσαι ἐπ' ὄρους ὑψηλοῦ ref. Tántalo, Asclep.Tragil.30.
2 colgar en alto en memoria de un muerto, dedicar φυτὰ ... ἐφύτευσαν καὶ ἐξήρτησαν αὐτῷ τῶν ἔργων ἀπαρχάς plantaron árboles y le dedicaron (al muerto) las primicias de los trabajos Longus 1.31.3
fig. (ἐλάται) τῆς θείας κεφαλῆς ἑαυτοὺς ἐξαρτήσαντες (son como) racimos de dátiles que se cuelgan de la divina cabeza dicho alegóricamente de los rizos del amado, Gr.Nyss.Hom.in Cant.392.1.
3 en v. med. suspender de uno mismo, colgar de sí mismo, ponerse αἱ (γυναῖκες) ἐξαρτησάμεναι αὐτάς (λίθους) como adorno, Gal.5.46, πήραν ἐξαρτήσασθαι Luc.Fug.14, ξίφος μέγα ... ἐξηρτᾶτο D.C.64.3.42
frec. en perf. llevar prendido o agarrado, tener colgado de uno ἡμᾶς ... πώγωνας ἐξηρτημένας nosotras que llevamos prendidas unas barbas Ar.Ec.494, τὰς ἐπιστολὰς ἃς ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων περιῄεις Aeschin.3.164, γυνὴ ... παιδίον δὲ νεκρὸν ἐξηρτημένη τοῦ τραχήλου una mujer que tenía colgado del cuello el cadáver de un niño Plu.Brut.31.
4 fact., fig., c. ac. de abstr. o pers. y gen. hacer depender de, supeditar, poner en manos de ἄτοπος δὲ Ἀνακρέων ὁ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν ποίησιν ἐξαρτήσας μέθης Ath.429b, ἐξαρτῶσιν ἀλλοτρίων ἐπαίνων τὴν δόξαν Plu.Arat.1, cf. Fab.22, αὕτη (ἡ τροφή) τὸ ζῆν ἐξήρτηκεν ἑαυτῆς Ph.1.169, χεὶρ ... ἧς ἐξάπτειν καὶ ἐξαρτᾶν τὰ δίκαια προστάττει Ph.2.359, τῆς σῆς κηδεμονίας τὰς ἐμὰς ἐλπίδας ἐξήρτησα Thdt.M.80.1013C, Μωυσεως ... τοῦ δημιουργοῦ τῶν ὅλων ἑαυτὸν ἐξαρτήσαντος Moisés ... poniéndose para todo en manos del creador del mundo Origenes Cels.1.19.
II estirar, extender, desplegar κατὰ δύο (ναῦς) ἓν ἱστίον ἐξαρτῆσαι cada dos naves desplegar una sola vela Polyaen.Exc.16.1, τὴν οὐράν ... ἐξαρτᾷ ref. un tigre, Ael.NA 4.21, ἐξαρτᾶν δὲ αὐτὴν δι' ἐρίου de una cataplasma, Paul.Aeg.7.3 (p.228)
en v. med. mismo sent. πλεκτὰν Αἰγύπτου παιδείαν ἐξηρτήσασθ' desplegásteis el trenzado cultivo de Egipto e.e., el papiro, ref. a unas naves, E.Tr.129.
B intr., sólo en v. med.
I 1colgarse c. suj. de pers. περὶ σὸν ἐξαρτωμένης γένειον E.IA 1226, ὥστε αὐτὰς ἐξαρτωμένας ἀποσπᾶν οἱ πολέμιοι μὴ δυνάμενοι ... de forma que los enemigos no pudiendo separarlas por estar colgadas de ellos Polyaen.8.69
gener., c. indic. del lugar en gen. o gen. c. prep. colgarse, prenderse, agarrarse βιάζῃ, χειρὸς ἐξαρτωμένη; ¿me acosas, colgándote de mi brazo? E.Hipp.325, ἀπὸ τοῦ αὐχένος αὐτῆς ἐξαρτηθέντα D.C.77.2.3
abs. colgarse de la cuerda cóm. c. el doble sent. de ahorcarse οὔκουν ἕλκω κἀξαρτῶμαι ...; ¿es que no estoy tirando y me estoy ahorcando ...? Ar.Pax 470.
2 c. suj. de cosa, en perf. estar colgado o suspendido, pender τὸ μεσεντέριον ... ἐξήρτηται δ' ἐκ τῆς μεγάλης φλεβὸς καὶ τῆς ἀορτῆς Arist.HA 495b33, καί τις κόλπος αὐτοῖς ἐξήρτηται πρὸ τῶν στέρνων y por delante del pecho les cuelga una bolsa ref. al buche de los pelícanos, D.P.Au.2.7
fig. del terreno estar suspendido en lo alto, estar elevado ἐξήρτηται γὰρ τὸ ἄλλο χωρίον Th.6.96, cf. Str.7.1.3.
II ligarse, mantenerse unido o en contacto c. suj. de pers. y gen. ἐξαρτήσεται τῆς ἰσχύος se mantendrá en contacto con su ejército X.Cyr.5.4.20
en perf., c. suj. de cosa estar abrochado o enganchado, estar unido δύο ἐπωμίδες συνέχουσαι ἔσονται αὐτῷ ἑτέρα τὴν ἑτέρα, ἐπὶ τοῖς δυσὶ μέρεσιν ἐξηρτημέναι tendrá (el efod del sacerdote judío) dos hombreras que se sujetan la una a la otra, abrochadas a ambos lados del susodicho efod, LXX Ex.28.7, ἑλκόντων κάλοις μεγάλοις ἐξηρτημένοις arrastrando (los carros) con gruesas cuerdas enganchadas (a ellos), Polyaen.7.21.3, τὰς ἄλλας (ναῦς) κάλοις ἐξηρτημένας Polyaen.8.20.
III fig., gener. perf.
1 estar supeditado o dependiente de, depender de c. gen. o prep. y gen. σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα E.Supp.735, ὥσπερ ἐκ τῆς λίθου ἐκείνης ὁρμαθὸς ... ἐξήρτηται χορευτῶν Pl.Io 536a, λῦπαι καὶ ἐπιθυμίαι, ἐξ ὧν ἀνάγκη τὸ θνητὸν ... οἷον ἐξηρτῆσθαι Pl.Lg.732e, ἐξηρτήμεθα τῶν ἐλπίδων Isoc.8.7
sent. milit. estar bajo el mando τῷ ψιλούς, ἱππέας, ..., τοιοῦτον ἐξηρτῆσθαι στρατόπεδον por estar bajo su mando tropas ligeras, jinetes, un ejército así D.9.49, c. gen. τὰ στρατεύματα ... νῦν ἑνὸς ἐξηρτημένα μόνου Plu.Galb.8
geog. estar bajo, estar dominado por τὰ μεγάλα πεδία τῶν λόφων τούτων ἐξήρτηται Plu.Ant.46.
2 medic. tener dependencia de, estar determinado por c. dat. ἐξήρτηται γὰρ τῷ αὐτέῳ τρόπῳ τὰ λοχεῖα καὶ τὰ καταμήνια τὰ φλεγματώδεα los loquios y las reglas pituitosas están determinados de la misma manera, e.e., sufren las mismas causas, Hp.Mul.1.29.

Greek Monotonic

ἐξαρτάω: μέλ. -ήσω,
I. κρεμώ πάνω σε, εξαρτώ πάνω σε, με γεν., σε Πλούτ.· επίσης στη Μέσ., σε Ευρ.
II. 1. Παθ., μέλ. σε Μέσ. τύπο -αρτήσομαι, παρακ. -ήρτημαι· είμαι κρεμασμένος πάνω σε, κρεμιέμαι, εξαρτιέμαι από, χειρός, στον ίδ.
2. είμαι εξαρτημένος από, είμαι προσηρτημένος, συνδεδεμένος, συνημμένος, σοῦ γάρ ἐξηρτήμεθα, στον ίδ.
3. λέγεται για χώρες, γειτνιάζω, συνορεύω, τινος, σε Πλούτ.
4. αναρτιέμαι, κρεμιέμαι ή εκτίθεμαι σε θέα, σε Θουκ.
5. μτχ. Παθ. παρακ., με αιτ. πράγμ., έχοντας κρεμασμένο κάτι πάνω σε κάποιον, είμαι εφοδιασμένος, εξοπλισμένος με, σε Αριστοφ., Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

ἐξαρτάω:
1) привешивать, подвешивать, прикреплять: τοὺς θυρεοὺς ἐκ τῶν ὤμων ἐξηοτηκότες Polyb. закинув на плечи щиты;
2) med.-pass. вешать на себя, надевать (πήραν Luc.): πώγωνα ἐξηρτημένος Arph. приладив себе бороду;
3) med.-pass. виснуть, ухватиться, цепляться (χειρός, sc. τινος Eur.): ἐξηρτῆσθαι περὶ γένειόν τινος Eur. прильнуть к чьему-л. подбородку, т. е. ласкаться к кому-л.;
4) med.-pass. примыкать, соприкасаться, быть смежным, граничить (τινος, τινι и ἔκ τινος Arst.; πεδίον ἐξηρτημένον πόλεως Plut.);
5) med.-pass. свисать, нависать: λαμπρὸν ὄμμα λύχνου ἐξηρτημένον Arph. падающий сверху свет лампады; ἐξήρτηται τὸ ἄλλο χωρίον Thuc. остальная часть местности представляла собой возвышенность;
6) med. держать на весу: ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων τὰς ἐπιστολάς Aeschin. держа в руках (точнее выставляя напоказ) письма;
7) med. находиться в связи, опираться: ἐ. τῆς ἰσχύος Xen. поддерживать связь с главными силами армии;
8) ставить в зависимость (τὴν δόξαν ἀλλοτρίων ἐπαίνων Plut.);
9) med. находиться в зависимости, зависеть (τινος Eur., ἔκ τινος Plat., Polyb. и τινι Arst.);
10) med. примыкать, быть приверженцем (τῆς παλαιᾶς Ἀκαδημίας Plut.);
11) влечь за собой, вести с собой (ἐξηρτῆσθαι τὸν στρατόπεδον Dem. - v. l. ἐξηρτύσθαι).

Middle Liddell

fut. ήσω
I. to hang upon, to make dependent upon, c. gen., Plut.: also in Mid., Eur.
II. Pass., fut. in mid. form -αρτήσομαι, perf. -ήρτημαι;— to be hung upon, hang upon, χειρός Eur.
2. to depend upon, be dependent upon, be attached to, σοῦ γὰρ ἐξηρτήμεθα Eur.
3. of countries, to border upon, τινος Plut.
4. to be hung up or exposed to view, Thuc.
5. perf. pass. part., c. acc. rei, having a thing hung on one, be furnished with, Ar., Aeschin.