Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥῆγμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ῥῆγμα Medium diacritics: ῥῆγμα Low diacritics: ρήγμα Capitals: ΡΗΓΜΑ
Transliteration A: rhē̂gma Transliteration B: rhēgma Transliteration C: rigma Beta Code: r(h=gma

English (LSJ)

ατος, τό, (ῥήγνυμι)

   A breakage, fracture, joined with σπάσμα, Hp.Aër.4, cf. D.18.198, Dsc.3.74; with στρέμμα (a strain), D.2.21, 11.14.    2 laceration, rupture, Gal.10.160, 18(2).882, cf. Arist.HA 635a4.    3 rent, tear, in clothes, Archipp.38.    4 cleft, chasm, ῥ. τῆς γῆς Arist.HA628b29; chink, ἐν τοίχοις Plb.13.6.8; breach in a dyke, PLond.1.131r.45,60 (i A.D.).    II lesion or rupture of tissue, ὅταν ὑπὸ βίης διαστέωσιν αἱ σάρκες ἀπ' ἀλλήλων Hp.Flat.11, cf. Gal.1.238, 10.232; esp. oflung, Hp.Loc.Hom.14, Morb.1.20:hence ῥηγμᾰτίας, ου, ὁ, one who has such a rupture, Id.Aër.4, Dsc.3.146, 4.10; τοὺς ἐκ βηχὸς ῥηγματίας Hippiatr.22; but ῥηγματίας πλεύμονος perh. = pleurisy, Hp.Morb.2.53; ῥηγμᾰτώδης, ες, Id.Epid.7.26.

German (Pape)

[Seite 839] τό, Riß, Bruch, Spalte, Ritze, Kluft; καὶ στρέμμα, Dem. 2, 21; καὶ σπ άσματα, 18, 198, wie die alten Wunden aufbrechen; ῥήγματα ποιοῦντες ἐν τοῖς τοίχοις, Pol. 13, 6, 8; γῆς, Arist. H. A. 9, 41; in B. A. 300 erkl. ἡ κατὰ τὸ μῆκος τοῦ τραύματος οὐλή, u. so oft bei Medic.

Greek (Liddell-Scott)

ῥῆγμα: τό, (ῥήγνυμι) διάρρηξις, μέρος διερρωγός, κάταγμα, συνάπτεται τῷ στρέμμα (στραγγούλισμα), Δημ. 24. 6, 156. 1, 294. 21. 2) διάρρηξις, ῥάγισμα, Ἰατρ., πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 10. 2, 5. 3) σχίσμα, ἄνοιγμα ἐν τοῖς ἱματίοις, Ἄρχιππ. ἐν «Πλ.» 4. 4) μέρος γῆς διερρωγός, ὡς τὸ χάσμα, περὶ τοὺς κρημνοὺς καὶ τὰ ῥήγματα τῆς γῆς Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 41, 16· ῥωγμή, «χαραμάδα», ἐν τοίχοις Πολύβ. 13. 6, 8. 5) = ἀπόρρηγμα Francke εἰς Καλλῖνον σ. 81. ΙΙ. ἀπόστημα, Ἱππ. πρβλ. Foës Oecon.· ἐντεῦθεν ῥηγμᾰτίας, ου, ὁ, ἔχων ἀπόστημα, Λατ. vulsus, Διοσκ. 3. 163· ῥηγμᾰτώδης, ους, ὁ, Ἱππ. 1217C.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
rupture, fracture.
Étymologie: ῥήγνυμι.

English (Strong)

from ῥήγνυμι; something torn, i.e. a fragment (by implication and abstractly, a fall): ruin.

Greek Monolingual

το / ῥῆγμα, ΝΑ
1. το μέρος όπου διακόπτεται η συνέχεια ενός σώματος, ρωγμή, χάσμα
2. (σχετικά με γη) βάραθρο, χαράδρα («περὶ τοὺς κρημνοὺς καὶ τὰ ῥήγματα τῆς γῆς», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. αστρον. χαρακτηρισμός τών διαφόρων κοιλάδων ή τάφρων που παρατηρούνται στην επιφάνεια της Σελήνης
2. γεωλ. διάρρηξη στα πετρώματα του στερεού φλοιού της Γης, όπου συμπιεστικές ή εφελκυστικές δυνάμεις προκαλούν τη σχετική μετακίνηση τών τεμαχών που βρίσκονται από τη μια και από την άλλη πλευρά της διάρρηξης
3. φρ. α) «ίχνος του ρήγματος»
γεωλ. η τομή της επιφάνειας διάρρηξης με την εδαφική επιφάνεια
β) «μέτωπο του ρήγματος
γεωλ. ο κρημνός που σχηματίζεται από ένα τέμαχος ανυψωμένο κατά 1-10 μέτρα, το οποίο διευθύνεται κατά μήκος του ίχνους του ρήγματος
γ) «κανονικά ρήγματα» ή «ρήγματα βαρύτητας»
γεωλ. ρήγματα που παράγονται από κατακόρυφη συμπίεση κατά την οποία ο στερεός φλοιός της Γης επιμηκύνεται ή διευρύνεται
δ) «ρήγματα εφίππευσης»
γεωλ. ρήγματα που προκαλούνται από οριζόντιες συμπιεστικές δυνάμεις, οι οποίες οφείλονται σε σμίκρυνση ή συστολή του στερεού φλοιού της Γης
ε) «οριζόντια ρήγματα» ή «πλευρικά ρήγματα»
γεωλ. ρήγματα που οφείλονται επίσης σε οριζόντια συμπίεση, αλλά με την ευκολότερη απομάκρυνση σε οριζόντια διεύθυνση, σχεδόν παράλληλα προς τη συμπιεστική δύναμη
στ) «ρήγματα μετασχηματισμού»
γεωλ. τύπος οριζόντιων ρηγμάτων, οι μετακινήσεις τών οποίων σχημάτισαν κατά το πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν τον στερεό φλοιό τών ωκεάνιων λεκανών
4. μτφ. διχασμός, διάσπαση, ρήξη («επήλθε ρήγμα στο κόμμα»)
αρχ.
1. σχίσιμο υφάσματος
2. (σχετικά με σωματικό τραύμα) κόψιμο, σχίσιμο ή σπάσιμο, κάταγμα («ῥῆγμά ἐστι μεταγωγὴ ὀστοῡ ἢ -ὀστῶν ἐκ τοῡ βάθους εἰς τὴν ἐπιφάνειαν», Γαλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < απαθή βαθμίδα ῥηγ- του ῥήγνυμι + κατάλ. -μα (πρβλ. πλῆγ-μα)].

Greek Monotonic

ῥῆγμα: -ατος, τό (ῥήγνυμι), σπάσιμο, ράγισμα, θραύσμα, θραύση, κάταγμα, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ῥῆγμα: ατος τό
1) перелом (ῥήγματα καὶ σπάσματα Dem.);
2) разрыв Arst.;
3) трещина, расселина (τῆς γῆς Arst.; ἐν τοῖς τοίχοις Polyb.; τῆς οἰκίας NT).

Middle Liddell

ῥῆγμα, ατος, τό, ῥήγνυμι
a breakage, fracture, Dem.

Chinese

原文音譯:?Ágma 雷格馬
詞類次數:名詞(1)
原文字根:裂開(結果)
字義溯源:撕裂,破壞,壞,船隻破毀,破口,崩潰;源自(ῥάσσω / ῥήγνυμι / ῥήσσω)*=破裂)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 破壞(1) 路6:49