σάρξ

From LSJ
Revision as of 17:47, 25 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (strοng)

Γέλως ἄκαιρος κλαυθμάτων παραίτιος → Grave est malum homini risus haud in tempus → Zur falschen Zeit gelacht, hat Tränen schon gebracht

Menander, Monostichoi, 88
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: σάρξ Medium diacritics: σάρξ Low diacritics: σαρξ Capitals: ΣΑΡΞ
Transliteration A: sárx Transliteration B: sarx Transliteration C: sarks Beta Code: sa/rc

English (LSJ)

gen. σαρκός, ἡ, Aeol. σύρξ EM708.31:—

   A flesh, Hom. always in pl., exc. Od.19.450, cf. Hes.Sc.364,461; κορέει κύνας . . δημῷ καὶ σάρκεσσι Il.8.380; ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα Od.9.293, cf. 11.219; σάρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν 18.77, cf. Hes.Th.538, Pi.Fr.168, etc.; τούτου σάρκας λύκοι πάσονται A.Th.1040; ὀπτὰς σάρκας Id.Ag.1097; σάρκες δ' ἀπ' ὀστέων . . ἀπέρρεον E.Med.1200; sts. to represent the whole body, μήτε γῆ δέξαιτό μου σάρκας θανόντος Id.Hipp.1031, cf. 1239,1343 (anap.): sg. later in same sense, τοῦ αἵματος . . πηγνυμένου σ. γίνεται (of the foetus) Hp.Nat.Puer.15, cf.Steril.233; κορέσαι στόμα πρὸς χάριν ἐμᾶς σαρκὸς αἰόλας S.Ph.1157 (lyr.); ἔδαπτον σάρκα E.Med. 1189, cf. Ba.1136, Cyc.344, etc.: also collectively, of the body, γέροντα τὸν νοῦν, σάρκα δ' ἡβῶσαν φέρει A.Th.622; σαρκὶ παλαιᾶ Id.Ag.72 (anap.); σαρκὸς περιβόλαια, ἐνδυτά, E.HF1269, Ba.746:—Pl. uses sg. and pl. in much the same manner, ταῖς σαρξὶ σάρκες προσγένωνται Phd.96d, cf. Smp.211e, R.556d, Grg.518c, etc.; τῆς σαρκὸς διαλυτικόν Ti.60b, cf. 61c, 62b, etc.: portions of meat, usu. in pl., σάρκας τρεῖς IG12(7).237.17 (Amorgos) (sg., ib.12(2).498.16 (Methymna, iii B.C.)); but, pieces of flesh or membrane, βήσσοντα . . ὥστε σάρκας ἐνπύους . . ἀποβάλλειν SIG 1171.5 (Lebena).    b εἰς σάρκα πημαίνειν to the quick, Phld.Herc. 1289p.60V.    2 ἡ σ. τοῦ σκύτεος the inner or flesh-side of leather, Hp.Art.33.    3 fleshy, pulpy substance of fruit, Thphr.CP6.8.5, HP1.2.6, 4.15.1, al.    II the flesh, as the seat of the affections and lusts, fleshly nature, ἐν τῇ σ. ἡ ἡδονή Epicur.Sent.18, cf. Sent.Vat. 33; ἀδούλωτον (prob. l.) τῇ σαρκὶ καὶ τοῖς ταύτης πάθεσι Plu.2.107f, cf. 101b; freq. in NT, Ep.Gal.5.19, al.    2 in NT also, the body, τῆς σαρκὸς πρόνοια Ep.Rom.13.14; οὔτε ἡ σ. αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν Act.Ap.2.31, etc.: hence (partly as a Hebraism) πᾶσα σάρξ, = every-body, LXX Ge.6.12, al., Ev.Luc.3.6, etc.; οὐ . . πᾶσα σάρξ nobody, Ev. Matt.24.22, etc.    3 the physical or natural order of things, opp. the spiritual or supernatural, σοφοὶ κατὰ σάρκα 1 Ep.Cor.1.26; ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες Ep.Phil.3.3; τὸν κύριον τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σ. SIG1181.3 (ii B.C., Jewish). (Perh. I.-E. twr[kcirc ]- 'portion', cf. Avest. θwar[schwa]s- 'cut'.)

German (Pape)

[Seite 863] σαρκός, ἡ, das Fleisch; Hom., der gew. den plur. braucht, σαρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν, Od. 18, 76; ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα, 9, 295 (wie auch die Tragg., vgl. Aesch. Ag. 1068 Ch. 278; Soph. Trach. 1043, u. oft bei Eur.); nur 19, 450 den sing., πολλὸν δὲ διήφυσε σαρκός, wo ein einzelner Fleischtheil, der dicke Muskel auf der vordern Seite des Oberschenkels gemeint ist; Tragg. oft für Körper, Leib, γέροντα τὸν νοῦν, σάρκα δ' ἡβῶσαν φέρει, Aesch. Spt. 604; ἡμεῖς δ' ἀτίτᾳ σαρκὶ παλαιᾷ, Ag. 72; σάρκα τὴν ἐμὴν κατεμπρήσας πυρί, Eur. Herc. Fur. 1151; σαρκὸς περιβόλαια ἡβῶντα, 1269; er vrbdt auch διὰ σάρκα ἐμὰν ἔλεος ἔμολε ματρός, Phoen. 1292; in Prosa, wo auch der plur. häufig ist, z. B. Plat. ἐπειδὰν ταῖς σαρξὶ σάρκες προσγένωνται ἐκ τῶν σιτίων, Phaed. 96 d; τοιαύτας σάρκας περιβεβλημένος, Luc. D. Mort. 10, 5. – Auch bei den Pflanzen, die weichern Theile, Theophr. – Aeol. σύρξ, dah. von Einigen auf σαίρω, σύρω zurückgeführt, was man abstreift.

Greek (Liddell-Scott)

σάρξ: ἡ, γεν. σαρκός, Αἰολικ. σὺρξ Ἐτυμολ. Μέγ. 708. 31· (ἐτυμολ. ἀμφίβολ.)· ― Λατιν. caro, Ὅμ., κλ.· παρ’ Ὁμήρ. ἀεὶ ἐν χρήσει τὸ πληθ., πλὴν ἐν Ὀδ. Τ. 450, ἔνθα (ὡς παρ’ Ἡσιόδ. ἐν Ἀσπ. Ἡρ. 364, 461) σημαίνει τὸν πρόσθιον μῦν τοῦ μηροῦ· διότι διὰ τοῦ πληθ. σημαίνονται πάντες οἱ μυῶνες τοῦ σώματος, κορέει κύνας... δημῷ καὶ σάρκεσσι Ἰλ. Θ. 380, Ν. 832· ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα Ὀδ. Ι. 293, πρβλ. Λ. 219· σάρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν Σ. 76· οὕτω παρ’ Ἡσ. ἐν Θεογ. 538, Πινδ. Ἀποσπ. 150, καὶ τοῖς Ἀττ.· τούτου σάρκας λύκοι πάσονται Αἰσχύλ. Θήβ. 1035· ὀπτὰς σάρκας ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1097· σάρκες δ’ ἀπ’ ὀστέων... ἀπέρρεον Εὐρ. Μήδ. 1200· ἀλλ’ ἐνίοτε σημαίνει τὸ ὅλον σῶμα, μήτε γῆ δέξαιτό μου σάρκας θανόντος ὁ αὐτ. ἐν Ἱππολ. 1031, πρβλ. 1239, 1343, κτλ.· ― τὸ ἑνικ. εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τοῖς μετέπειτα ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας, τοῦ αἵματος... πηγνυμένου σὰρξ γίνεται Ἱππ. 237. 13, κτλ.· κορέσαι στόμα πρὸς χάριν ἐμᾶς σαρκὸς αἰόλας Σοφ. Φιλ. 1157· ἔδαπτον σάρκα Εὐρ. Μήδ. 1189, πρβλ. Βάκχ. 1136, Κύκλ. 344, κτλ.· ὡσαύτως περιληπτικῶς, ἐπὶ τοῦ σώματος, γέροντα τὸν νοῦν, σάρκα δ’ ἡβῶσαν φέρει Αἰσχύλ. Θήβ. 622· σαρκὶ παλαιᾷ ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 72· σαρκὸς περιβόλαια, ἐνδυτὰ Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1269, Βάκχ. 746· ― ὁ Πλάτων χρῆται τῷ ἑνικ. καὶ πληθ. σχεδὸν ὁμοίως, ταῖς σαρξὶ σάρκες προσγίγνονται Φαίδων 96D, πρβλ. Συμπ. 211Ε, Πολ. 556D, κτλ.· τῆς σαρκὸς διαλυτικὸν Τίμ. 60Β, πρβλ. 61C, 62B, κτλ. 2) ἡ σὰρξ τοῦ σκύτεος, τὸ ἐσωτερικὸν ἢ τὸ πρὸς τὴν σάρκα μέρος τοῦ δέρματος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 799. 3) τὸ σαρκῶδες, μαλακὸν μέρος τῶν καρπῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 6. 8, 5, πρβλ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 2, 6., 4. 15, 1, κτλ. ΙΙ. ἡ σὰρξ ὡς ἕδρα τῶν αἰσθημάτων, παθῶν καὶ ἐπιθυμιῶν, ἡ σαρκικὴ φύσις, σαρκὶ δουλεύειν καὶ τοῖς πάθεσι Πλούτ. 2. 107F, πρβλ. 101Β· συχν. ἐν τῇ καινῇ Διαθ. 2) ἐν τῇ καιν. Διαθ. ὡσαύτως, ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καθόλου, ὁ ἄνθρωπος, πᾶσα σάρξ, πᾶν τὸ ἀνθρώπινον γένος ἢ εἶδος, Α΄ Ἐπιστ. Πέτρ. α΄, 24.

French (Bailly abrégé)

σαρκός (ἡ) :
1 chair de l’homme et des animaux;
2 le corps;
3 la chair considérée comme aliment ; αἱ σάρκες morceaux de chair ou de viande.
Étymologie: DELG *twrk « couper ».

English (Autenrieth)

σαρκός: flesh, Od. 19.450; elsewhere pl.

English (Slater)

σάρξ pl.
   1 flesh “καὶ τότ' ἐγὼ σαρκῶν τ ἐνοπὰν λτ;γτ; ἠδ ὀστέων στεναγμὸν βαρύν” (of Herakles, devouring an ox) fr. 168. 5. διοίγετο σάρκες fr. 246b.

English (Abbott-Smith)

σάρξ, σαρκός, ἡ [in LXX chiefly for בָּשָׂר;]
flesh;
1.as in cl. generally,
(a)prop., of the soft substance of the animal body: I Co 15:39, II Co 12:7, Ga 6:13, al.; σ. καὶ αἷμα, I Co 5:50; σ. καὶ ὀστέα, Lk 24:39; pl., of the flesh of many or parts of the flesh of one (cl.), Re 17:16 19:18; φαγεῖν, Re, ll. c. (cf. κατεσθίειν, IV Ki 9:36, al., and βιβρώσκειν, freq. in l.); metaph., Ja 5:3; mystically, φ. (τρώγειν) τὴν σ. τοῦ υἱοῦ τ. ἀνθρώπου,Jo 6:52-56;
(b)Of the whole substance of the body, = σῶμα: Ac 2:26 (LXX), 31, II Co 12:7, Ga 4:14, Eph 5:29; μία σ., Mk 10:8; εἰς σ. μίαν (Ge 2:24), Mt 19:5, Mk 10:8, I Co 6:16, Eph 5:31; hence, of the material as opp. to the immaterial part of man (cf. Lft., Notes, 88): opp. to πνεῦμα, I Co 5:5, II Co 7:1, Col 2:5, I Pe 3:18, 4:6; to ψύχη, Ac 2:31, Rec.; of the present life, ἐν (τῇ) σ., Ro 7:5, Ga 2:20, Phl 1:22, 24 I Pe 4:2; of Christ's life on earth, αἱ ἡμέραι τ. σαρκὸς αὐτοῦ, He 5:7; of things pertaining to the body, ἐν (τῇ) σ., Ga 6:12, 13 Phl 3:3, 4.
2.As in Heb. idiom,
(a)of a living creature: πᾶσα σ. (Heb. כָּל־בָּשָׂר; cf. Bl., §47, 9), Mt 24:22, Mk 13:20, I Pe 1:24; esp. of man and his mortality (Ps 55 (56):5, Si 28:5, al.), Jo 1:14; πᾶσα σ. (v. supr.), Lk 3:6, Jo 17:2, Ac 2:17, ἐν σ., I Jo 4:2, I Ti 3:16;
(b)of natural origin and relationship (Ge 2:24, Is 58:7, al.): τέκνα τῆς σ., Ro 9:8; κατὰ σάρκα, ib. 3, 5, I Co 10:18, Ga 4:23, 29; ἡ σ. μου, Ro 11:14 (cf. Jg 9:2, II Ki 5:1, al.).
3.Of the physical nature as subject to sensation and desire (Plut.),
(a)without any ethical disparagement: Ro 7:18 13:14; opp. to πνεῦμα, Mt 26:41, Mk 14:38; τ. θέλημα τῆς σ., Jo 1:13; ἡ ἐπιθυμία τῆς σ., I Jo 2:16; pl., II Pe 2:18; παθεῖν σαρκί, I Pe 4:1;
(b)in ethical sense, esp. in Pauline Epp., of the flesh as the seat and vehicle of sinful desires: opp. to νοῦς, Ro 7:25; to πνεῦμα, Ro 8:4-9, 12, 13, Ga 5:16, 17 19 6:8 (cf. DB, ii, 14f.; iv, 165f.; Cremer, 844ff.).

English (Strong)

probably from the base of σαρόω; flesh (as stripped of the skin), i.e. (strictly) the meat of an animal (as food), or (by extension) the body (as opposed to the soul (or spirit), or as the symbol of what is external, or as the means of kindred), or (by implication) human nature (with its frailties (physically or morally) and passions), or (specially), a human being (as such): carnal(-ly, + -ly minded), flesh(-ly).