στρατόπεδον

From LSJ
Revision as of 09:27, 8 November 2024 by Spiros (talk | contribs)

Ὥσπερ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου μὴ ὄντος καυστικοῦ, ἀλλ' οὔσης ζωτικῆς καὶ ζωοποιοῦ θέρμης ἐν αὐτῷ καὶ ἀπλήκτου, ὁ ἀὴρ παθητικῶς δέχεται τὸ ἀπ' αὐτοῦ ϕῶς καὶ καυστικῶς· οὕτως οὖν ἁρμονίας οὔσης ἐν αὐτοῖς τινὸς καὶ ἑτέρου εἴδους ϕωνῆς ἡμεῖς παθητικῶς ἀκούομεν → Just as although the Sun itself does not cause burning but has a heat in it that is life-giving, life-engendering, and mild, the air receives light from it by being affected and burned, so also although there is a certain harmony and a different kind of voice in them, we hear it by being affected.

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: στρᾰτόπεδον Medium diacritics: στρατόπεδον Low diacritics: στρατόπεδον Capitals: ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΝ
Transliteration A: stratópedon Transliteration B: stratopedon Transliteration C: stratopedon Beta Code: strato/pedon

English (LSJ)

τό,
A camp, encampment, Id.5.63, A. Th. 79 (lyr.), S.Ph.10, Gal.15.709; Στρατόπεδα, name of a part of Egypt, Hdt.2.154, cf. 112: hence, encamped army, Id.4.114, Gal.15.119, etc.; in both senses, Th.2.81.
2 at Rome, the Castra praetoriana, D.C. 60.1, al.
II generally, army, Hdt.1.77, 9.51,53; also, squadron of ships, Id.8.94, Th.1.117, Lys.21.6, IG12.105.29; στρατόπεδα ναυτικὰ καὶ πεζικά = forces on sea and on land X.HG6.3.18.
2 the Roman legion, Plb.1.16.2, BGU362 xi 15 (iii A.D.), D.C.55.23, etc.
III the court or suite of the emperor or his representative, Jul.Ep.46.

German (Pape)

[Seite 952] τό, eigtl. der Boden, auf dem die Krieger sich gelagert haben (s. Her. 2, 154 u. nom. propr.), das Heerlager; μεθεῖται στρατὸς στρατόπεδον λιπών, Aesch. Spt. 79, Soph. Phil. 10; Eur. Rhes. 593 u. öfter, Her. u. sonst in Prosa gelagertes Heer, übh. Heerschaar, στρατοπέδῳ πορεύεσθαι, Isocr. 4, 87; συνταράττειν τὸ στρ., 4, 147; τάξαι τὸ στρατόπεδον, Plat. Legg. III, 687 a, der auch gegenüberstellt εἴτε πόλει εἴτε στρατοπέδῳ, Rep. I, 351 e, auch die Flotte, Thuc. 1, 117; Lys. 21, 6; Xen. Cyr. 3, 3, 27 u. öfter; bei Pol. auch die röm. legio, 1, 16, 2. 26. 6.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 le sol sur lequel campe une armée, campement, camp;
2 troupe campée, armée dans un camp ; armée en gén. ; p. anal. flotte.
Étymologie: στρατός, πέδον.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρατόπεδον -ου, τό [στρατός, πέδον] legerkamp:; Τυρίων σ. (leger)kamp van de Tyriërs Hdt. 2.112.2; als plaatsaanduiding. τὰ Στρατόπεδα = Stratopeda, ‘Kampen’ (streek in Egypte) Hdt. 2.154.1. leger, krijgsmacht (te land en ter zee):; στρατόπεδα ναυτικὰ καὶ πεζικά = strijdmachten van de vloot en de infanterie Xen. Hell. 6.3.18; uitbr. gevolg, entourage (van een tiran). Plat. Resp. 568d.

Russian (Dvoretsky)

στρᾰτόπεδον: τό
1 месторасположение войск, лагерь, стан Her., Aesch.;
2 стоящее лагерем войско Her., Soph., Thuc.;
3 полевая армия (τὰ στρατόπεδα ἀμφότερα οὕτως ἠγωνίσατο Her.): τετραμμένου τοῦ στρατοπέδου Her. когда войско было обращено в бегство;
4 вооруженные силы (στρατόπεδα ναυτικὰ καὶ πεζικά Xen.);
5 флот Her., Thuc.: ἡ ναῦς ἄριστα παντὸς τοῦ στρατοπέδου Lys. лучший во флоте корабль;
6 отряд, свита (τὸ τοῦ τυράννου σ. Plat.);
7 (в Риме; лат. legio) легион (τέτταρα στρατόπεδα Ῥωμαϊκά Polyb.).

Greek (Liddell-Scott)

στρᾰτόπεδον: τό, τὸ ἔδαφος ἐφ’ οὗ οἱ στρατιῶται καταλύουσιν, Ἡρόδ. 5. 63, Αἰσχύλ. Θήβ. 79· οὕτως ἐν Ἡροδ. 2. 154, Στρατόπεδα καλεῖται μέρος τι τῆς Αἰγύπτου, πρβλ. 112· - ἐντεῦθεν, στρατὸς καταλύσας που, ἐστρατοπεδευμένος, ὁ αὐτ. 4. 114, Σοφ. Φιλ. 10, κτλ.· ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν σημασιῶν, Θουκ. 3. 81. 2) ἐν Ρώμῃ, τὰ Castra Praetoriana. ΙΙ. καθόλου, στρατός, στράτευμα, Ἡρόδ. 1. 76, 9. 51, 53· ὡσαύτως, στόλος πλοίων, ναυτικὴ μοῖρα, ὁ αὐτ. 8. 94, Θουκ. 1.117, Λυσ. 162. 9· στρ. ναυτικὰ καὶ πεζικὰ Ξεν. Ἑλλ. 6. 3, 18. 2) τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα τῆς παρὰ Ρωμαίοις λεγεῶνος, Πολύβ. 1. 16, 2, κτλ. ΙΙΙ. ἡ ἀκολουθία τοῦ αὐτοκράτορος ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, Βυζ.

English (Strong)

from the base of στρατιά and the same as πεδινός; a camping-ground, i.e. (by implication) a body of troops: army.

English (Thayer)

στρατοπεδονου, τό (στρατός, and πέδον a plain), from Herodotus down;
a. a military camp.
b. soldiers in camp, an army: Luke 21:20.

Greek Monotonic

στρᾰτόπεδον: τό,
I. έδαφος επί του οποίου έχουν στρατοπεδεύσει στρατιώτες, στρατιωτική κατασκήνωση, στρατόπεδο, σε Ηρόδ., Αισχύλ.· απ' όπου, στρατός, στρατοπεδευμένο στράτευμα, σε Ηρόδ., Θουκ.
II. 1. γενικά, στρατός, στράτευμα, σε Ηρόδ.· επίσης, ναυτική μοίρα, αγκυροβολημένος, στόλος, στον ίδ., Θουκ.
2. ρωμαϊκή λεγεώνα, σε Πολύβ.

Middle Liddell

στρᾰτό-πεδον, ου, τό,
I. the ground on which soldiers are encamped, a camp, encampment, Hdt., Aesch.:— hence, a camp, encamped army, Hdt., Thuc.
II. generally, an army, Hdt.; also, a squadron of ships, Hdt., Thuc.
2. the Roman legion, Polyb.

Mantoulidis Etymological

Ἀπό τό στρατός (τοῦ στρώννυμι) + πέδον (=ἔδαφος) πού παράγεται ἀπό τό πούς. Δές γιά ἄλλα παράγωγα στή λέξη πούς καί στό ρῆμα στορέννυμι. Παράγωγα ἀπό ἴδια ρίζα τοῦ στρατοπέδον: στρατοπεδεύω, στρατοπεδεία, στρατοπέδευμα, στρατοπέδευσις, στρατοπεδευτικός.

Chinese

原文音譯:stratÒpedon 士特拉拖-胚端
詞類次數:名詞(1)
原文字根:戰爭-腳
字義溯源:營地,軍隊,兵,隊伍;由(στρατιά)=類似營房)與(πεδινός)=平的)組成,其中 (στρατιά)出自(στρατόπεδον)X*=軍隊),而 (πεδινός)出自(πούς)*=足,腳)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 兵(1) 路21:20

Translations

camp

Azerbaijani: ordugah; Bulgarian: лагер; Catalan: campament; Chinese Mandarin: 營地, 营地; Czech: tábor; Finnish: leiri; French: camp, campament; German: Feldlager; Greek: στρατόπεδο; Ancient Greek: στρατόπεδον; Hebrew: מַחֲנֶה; Hungarian: tábor; Ingrian: laageri; Irish: campa; Italian: accampamento; Latin: castra; Malay: kem; Middle English: herberwe, herbergage; Old English: fierd; Ottoman Turkish: اردو; Persian: اردوگاه, کمپ; Polish: obóz; Portuguese: acampamento; Romanian: tabără; Russian: лагерь, стоянка, база, кемпинг; Scottish Gaelic: campa; Slovak: tábor; Spanish: campamento militar; Swahili: kambi; Swedish: förläggning, läger; Turkish: kamp