Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαιτάω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δῐαιτάω Medium diacritics: διαιτάω Low diacritics: διαιτάω Capitals: ΔΙΑΙΤΑΩ
Transliteration A: diaitáō Transliteration B: diaitaō Transliteration C: diaitao Beta Code: diaita/w

English (LSJ)

impf.

   A διῄτων D.H.2.75, also ἐδιαίτων AB91, in compos. κατ-εδιῄτα D.49.19: fut. διαιτήσω Id.29.58: aor. 1 διῄτησα Is.2.31, Plu.Pomp.12, etc.; ἀπ-εδιῄτησα Is.12.12, D.40.17; κατεδ- Id.21.84,96; μετεδ- Luc.DMort.12.3; Dor. διαίτᾱσα Pi.P.9.68: pf. δεδιῄτηκα D.33.31: plpf. κατ-εδεδιῃτήκει Id.21.85:—Med. and Pass., impf. διῃτώμην Pl.Com.168, Lys.32.8, etc., but 2sg. ἐδιῃτῶ Lib.Or.64.93; Ion. διαιτώμην, -ᾶτο, Hdt.3.65, 4.95, part. διαιτεύμενος Hp.Ep.19 (Hermes53.64): fut. διαιτήσομαι Lys.16.4:—pass. forms, aor. διῃτήθην Th.7.87, Is.6.15; διαιτήθην Hdt.2.112 (aor. Med. only κατα-): pf. δεδιῄτημαι Th.7.77, later διῄτημαι Hdn.6.9.5, Gal.6.249: plpf. ἐξεδεδιῄτητο Th.1.132.—The double augm. and redupl. is the rule in compds., but in the simple Verb occurs only in pf. (but δεδιαίτ- in Arist.Ath.53.4 Pap.) and plpf.:—treat, τινά πως Hp.Aph.1.7; δ. τοὺς νοσοῦντας οἵκοι Plu.Cat.Ma.23; κατὰ ποτόν δ. Hp.Epid.3.9:—Pass., διαιτᾶται σκέλος Id.Art.58, cf. Porph. Abst.1.2.    2 Med. and Pass., lead one's life, live, ἐπ' ἀγροῦ Hdt. 1.120, cf. 123, Th.1.6; παρά τινι Hdt.2.112, S.OC928; τοὐν δόμοισιν ἦν διαιτᾶσθαι γλυκύ ib.769; ἄνω, κάτω, live up or down-stairs, Lys.1.9; ἐν Πειραιεῖ Id.32.8; ἐν πύργῳ Aen.Tact.11.3; πολλὰ ἐς θεοὺς νόμιμα δ. live in the observance of .., Th.7.77; ἐν ὅπλοις ἀεὶ καὶ πολεμικοῖς ἔργοις διῃτημένος Hdn.l.c.; δ. ἀκριβῶς And.4.32; ἀνειμένως Th.2.39, cf. 1.6, etc.; δίαιταν δ. μοχθηράν Pl.Ep.330c.    II to be arbiter or umpire, Is.2.29: c. inf., διῄτησαν ἡμᾶς ἀποστῆναι ib. 31; οὗτος διαιτῶν ἡμῖν D.21.84: c. acc. cogn., δ. δίαιταν Arist.Ath. 53.5; also οἱ τὴν Οἰνηΐδα διαιτῶντες the panel of arbitrators for the tribe Oeneis, D.47.12.    2 c. acc. rei, arbitrate on, παισὶ φιλήματα Theoc.12.34; νείκη D.H.7.52.    b decide, prove a thing, Pi.P. 9.68.    c investigate, discuss, τι Str.2.2.1,al.; περί τινος ib.3.8; criticize, τινάς Id.1.2.1.    3 generally, regulate, govern, πόλιν Pi. O.9.66: abs., αὐτοτελῶς Phld.D.1.22, cf. 24.    4 reconcile, τινά τινι App.BC5.93.    5 moderate, regulate, Hld.3.10,al.; administer, τὰ ἐκ τῶν διαθηκῶν Luc. Tox.23. (Perh. formed from δια-ιτάω from διά and Ιτάω (εἶμι 'ibo'); for sense 11 cf. διαβαίνω 11.4: δίαιτα is a post-verbal creation.)

German (Pape)

[Seite 580] διῃτώμην, Plat. Phaed. 61 e; Lys. 1, 9; aor. ἐδιαίτησα u. διῄτησα, in composs. auch κατεδιῄτησα; perf. δεδιῄτημαι, Thuc. 7, 77; διῃτήθην, 7, 87. – 1) zu leben geben, ernähren, Medic.; bes. bestimmtes Maaß im Essen u. Trinken vorschreiben, gewisse Speisen zu essen geben, Hippocr. u. A; u. auf diese Weise kuriren, καὶ θεραπεύειν τοὺς νοσοῦντας Plut. Cat. mai. 23; übertr., mildern, Hel. 7, 28. – Med. mit aor. pass., eine gewisse Lebensart führen, ἀνειμένως, Thuc. 2, 59; ὡς ἂν διαιτώμενοι ὑγιαίνοιεν Plat. Gorg. 449 e; sich aufhalten, wohnen, ἐν δόμοισιν Soph. O. C. 769; ἐπ' ἀγροῦ Her. 1, 120; ἐν τοῖς ἀγροῖς Thuc. 2, 14; παρ' ἡμῖν Plat. Phaed. 61 e; ἐν τῷ οἴκῳ διῃτήθη Is. 6, 15, u. sonst; auch δίαιταν δ., eine Lebensart führen, Plut. Pericl. 34; πολλὰ ἐς θεοὺς νόμιμα δεδιῄτημαι Thuc. 7, 77, ich habe durchaus gesetzlich gelebt. – 2) Schiedsrichter sein, als Schiedsrichter entscheiden, Is. 2, 29 u. sonst; τινί , Dem. 21, 84; τινά, 47, 12; νείκη, Dion. Hal. 7, 52; Strab.; παισὶ φιλήματα, Theocr. 12, 34; auch τινά τινι, versöhnen, App. B. C. 5, 93. – Allgemeiner, = leiten, regieren; λαόν Pind. Ol. 9, 66; κεῖνο κεῖν' ἆμαρ διαίτασεν, vollendete, P. 9, 68; – anordnen, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δῐαιτάω: παρατ. διῄτων Διον. Ἁλ. 2. 75, ἀλλ’ ὡσαύτς ἐδιαίτων Α. Β. 91, ἐν συνθέσ. κατεδιῄτα Δημ. 1190. 7· μέλλ. διαιτήσω ὁ αὐτ. 861. 28· - ἀόρ. α΄ διῄτησα Ἰσαῖ. Μενεκλ. § 31, Πλούτ., κλ.· ἀπεδιῄτησα Ἰσαῖ. Εὐφιλ. § 12, Δημ. 1013. 14· κατεδ- ὁ αὐτ. 541, ἐν τέλ., 545. 25, κτλ.· μετεδ- Λουκ. Νεκρ. Διαλ. 12. 3· Δωρ. διαίτᾱσα Πίνδ. Π. 9. 119· - πρκμ. δεδιῄτηκα Δημ. 902. 26· ὑπερσυντ. κατεδεδιῃτήκει ὁ αὐτ. 542. 6. - Μέσ. καὶ παθ., παρατ. διῃτώμην Πλάτ. Κωμ. Ὑπερβ. 1, Λυσ. 897. 7, κτλ., Ἰων. διαιτώμην, -ᾶτο Ἡρόδ. 3. 65., 4. 95· μέλλ. διαιτήσομαι Λυσ. 145, ἐν τέλ.· οὕτω καὶ ἐν τοῖς παθ. τύποις, ἀόρ. διῃτήθην Θουκ. 7. 87, Ἰσαῖ. 57. 40· διαιτήθην Ἡρόδ. 2. 112 (μέσ. ἀόρ. μόνον ἐν συνθέτοις κατα-)· πρκμ. δεδιῄτημαι Θουκ. 7. 77· ὑπερσ. ἐξεδεδιῄτητο ὁ αὐτ. 1. 132. - Ἡ διπλῆ αὔξησις καὶ ἀναδιπλ. εἶναι συνήθη ἐν τοῖς συνθέτοις, ἀλλ’ ἐν τῷ ἁπλῷ ῥήματι μόνον ἐν τῷ παρκμ. καὶ ὑπερσ., ἴδε Veitch Ἀνώμ. Ρήμ. ἐν λ. (δίαιτα). Τρέφω κατά τινα ὡρισμένον τρόπον, ἐπιβάλλω δίαιταν τινά πως Ἱππ. Ἀφ. 1243· δ. τοὺς νοσοῦντας Πλούτ. Κάτωνι Πρεσβ. 23. - Παθ., διαιτᾶσθαι κατὰ ποτὸν Ἱππ. Ἐπιδ. 3. 1086· διαιτᾶται σκέλος ὁ αὐτ. Ἄρθρ. 824. 2) Μέσ. καὶ παθ., διάγω κατά τινα τρόπον, ζῷ, διαμένω, ἐπ’ ἀγροῦ Ἡρόδ. 1. 120, πρβλ. 123, Θουκ. 1. 6, κτλ.· παρά τινι Ἡρόδ. 2. 112, Σοφ. Ο. Κ. 928· τοὺν δόμοισιν αὐτ. 769, κτλ.· διαιτᾶσθαι ἄνω, κάτω, κατοικῶ εἰς τὸ ἄνω ἢ τὸ κάτω πάτωμα, Λυσ. 92. 31· πολλὰ ἐς θεοὺς νόμιμα δ., διατελῶ τηρῶν…, Θουκ. 7. 77· δ. ἀκριβῶς Ἀνδοκ. 33. 19· ἀνειμένως Θουκ. 2. 39, πρβλ. 1. 6, κτλ.· δίαιτάν τινα δ. Ἐπ. Πλάτ. 330C. ΙΙ. εἶμαι κριτὴς ἢ διαιτητής, Ἰσαῖ. π. Μενεκλ. Κλ. § 38· οὗτος διαιτῶν ἡμῖν Δημ. 541. 20· μετ’ αἰτιατ. συστοίχ., δ. δίαιταν Ἀριστ. Ἀποσπ. 414. 2) μετ’ αἰτιατ. πράγμ., κρίνω περί τινος, ὁρίζω, ἀποφασίζω τι, Θεόκρ. 12. 34, Διον. Ἁλ. 7. 52· - ὡσαύτως, τακτοπιῶ, διορθώνω, κατορθώνω τι, ἐκτελῶ, Πίνδ. Π. 9. 121. 3) καθόλου, διευθύνω, κυβερνῶ, πόλιν ὁ αὐτ. Ο. 9. 100, πρβλ. Δημ. 1142. 26. 4) διαλλάσσω, συμφιλιώνω, τινά τινι Ἀππ. Ἐμφυλ. 5. 93.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. διῄτων, f. διαιτήσω, ao. διῄτησα, pf. δεδιῄτηκα;
Pass. διαιτάομαι-ῶμαι, impf. διῃτώμην, f. διαιτήσομαι, ao. διῃτήθην, pf. δεδιῄτημαι;
I. (δίαιτα, genre de vie) soumettre à un régime, acc. ; au Pass.-Moy.
1 vivre de telle ou telle façon : ἀνειμένως THC d’une vie relâchée ; πολλὰ ἐς θεοὺς νόμιμα δεδιῄτημαι THC j’ai vécu rendant aux dieux le culte qui leur est dû;
2 résider, habiter : τοὐν δόμοισιν δ. SOPH vivre à la maison ; δ. ἄνω, κάτω LYS habiter l’étage supérieur, le rez-de-chaussée;
II. (δίαιτα, arbitrage);
1 être arbitre : τινι, pour qqn ; τινί τι, décider en arbitre qch pour qqn;
2 juger comme arbitre ; concilier, apaiser, faire cesser.
Étymologie: δίαιτα.

English (Slater)

διαιτάω
   a regulate, govern πόλιν δ' ὤπασεν λαόν τε διαιτᾶν (O. 9.66)
   b decide, bring to a conclusion κεῖνο κεῖν' ἆμαρ διαίτασεν (P. 9.68)

Spanish (DGE)

• Morfología: [impf. c. doble aum. 2a sg. ἐδιῃτῶ Lib.Or.64.93, jón. v. med.- pas. impf. sin aum. διαιτώμην Hdt.3.65, διαιτᾶτο Hdt.4.95; dór. aor. ind. διαίτᾱσεν Pi.P.9.68, v. pas. sin aum. διαιτήθη Hdt.2.112; perf. inf. c. doble red. δεδιῃτηκέναι D.33.31, v. med.-pas. δεδιῄτημαι Th.7.77]
A rel. la vida y la comida
I en v. med.-pas.
1 pasar la vida, vivir de una determinada manera:
a) c. ac. int. o adv. de modo δίαιταν διαιτᾶσθαι μοχθηράν llevar un régimen de vida penoso Pl.Ep.330c, cf. Plu.Per.34, πολλὰ μὲν ἐς θεοὺς νόμιμα δεδιῄτημαι he pasado la vida realizando muchos actos piadosos en honor de los dioses Th.7.77, cf. 1.6, ἀδεῶς Hdt.3.65, ἀκριβῶς διαιτᾶσθαι vivir con austeridad And.4.32, ἀνειμένως διαιτᾶσθαι llevar una vida relajada Th.2.39, μὴ ἀκολάστως διαιτᾶσθαι no llevar una vida disipada Arist.Pr.949a25, αὐ[τοτε] λῶς Phld.D.1.22.13, ἀθρύπτως διαιτᾶσθαι vivir con austeridad Plu.2.180e;
b) c. giro prep. compl. de lugar o adv. de lugar vivir en, habitar en ἐπ' ἀγροῦ Hdt.1.120, ἐν δόμοισιν S.OC 769, ἐν τοῖς ἀγροῖς Th.2.14, ἐν Πειραιεῖ Lys.32.8, ἐν ᾧ (πύργῳ) Aen.Tact.11.3, ὑπὸ φρύγανα ἄγρια LXX Ib.30.7, ὑπὸ γῆς Lib.l.c., διαιτήθη Ἑλένη παρὰ Πρωτέϊ Helena vivió en casa de Proteo Hdt.2.112, cf. S.OC 928, Pl.Phd.61e
c. adv. de lugar δ. ἄνω, κάτω vivir en el piso superior, en el inferior ἐγὼ μὲν ἄνω διῃτώμην, αἱ δὲ γυναῖκες κάτω Lys.1.9, cf. Hdt.4.95
fig. ἐν ὅπλοις ἀεὶ καὶ πολεμικοῖς ἔργοις διαιτᾶσθαι vivir siempre en las armas y en trabajos guerreros, e.d. vivir dedicado a ... Hdn.6.9.5.
2 alimentarse de c. ac. int. τἄλλα, ὅσα διαιτώμεθα todo aquello que nos sirve de alimento Hp.Vict.3.67, cf. VM 3
en v. pas. ser mantenido o alimentado τούτου δὲ τελευτήσαντος ... ὁ υἱὸς αὐτοῦ παρ' ἐμοὶ διαιτᾶται PBaden 14.14 (I a.C.), cf. POxy.495.10, 497.13, 906.6 (todos II d.C.), τήν γε ὁμογνησίαν μου ἀδελφὴν ... παραμεῖναι θέλω τῇ εὐνο[υσ] τάτῃ μου συμβίῳ ... διαιτωμένην POxy.2474.33 (III d.C.), cf. Hsch.
sobrevivir, salir adelante διαιτώμενον ... ἐξ ὧν ἐλόγευεν διὰ δομάτων UPZ 2.7 (II a.C.).
II en v. act., medic.
1 intr. seguir una dieta ἐνδέχεται ἁδροτέρως διαιτᾶν Hp.Aph.1.7, διαιτᾶν ὡς ἤθελες Hp.Epid.3.9, cf. Arist.Top.110b19.
2 tr. someter a un régimen, tratar δ. τοὺς νοσοῦντας οἴκοι tratar a los enfermos en casa Plu.Cat.Ma.23, en v. pas. (σκέλος) ἔν τε γὰρ τῇ φύσει διαιτᾶται pues (a la pierna) se la trata en su forma natural Hp.Art.58, cf. Porph.Abst.1.2.
III en v. act.
1 tratar, investigar, estudiar c. ac. οὐκ ἄτοπον οὖν ἔνια καὶ τῶν ὑπὸ τούτου λεγομένων διαιτῆσαι Str.2.2.1, ταῦτα Numen.25.1, c. περί y gen. περὶ τῆς γραφῆς τῆς Κρατητείου διῃτήσαμεν Str.2.3.8.
2 tratar de forma crítica, criticar, censurar ἐκείνους Str.1.2.1.
B rel. la mediación
I 1arbitrar, ser árbitro c. dat. δ. ἡμῖν servirnos de árbitro D.21.84
c. ac. int. δ. δίαιταν ejercer un arbitraje Arist.Ath.53.5, κρίσεις I.AI 14.117
c. ac. compl. dir. οἱ γὰρ τὴν Οἰνῇδα καὶ τὴν Ἐρεχθῇδα διαιτῶντες los que actúan como árbitros de la(s tribus) Eneida y Erecteida D.47.12, νείκη δ. dirimir querellas D.H.7.52, δ. τὴν ἀντινομίαν dirimir el conflicto Plu.2.742a, c. dat. de pers. ὄλβιος ὅστις παισὶ φιλήματα κεῖνα διαιτᾷ Theoc.12.34, cf. Plu.Cor.35
abs. ἐπιτρέψαι τῷ τε κηδεστῇ τῷ τούτου ... διαιτῆσαι Is.2.29, cf. 12.11, IG 22.2834 (IV a.C.), PLips.43.7 (IV d.C.)
fig. dirimir, resolver ἐν τῷ μεταξὺ τῆς ψυχῆς τὸ αἰδούμενον Hld.4.6.1, τὸ δεδηγμένον τῆς ψυχῆς Hld.7.28.1
decidir mediante arbitraje, fallar o sentenciar παρὰ τὴν ἀπόρρησιν ... δεδιῃτηκέναι haber fallado, en contra de la prohibición D.33.31, c. inf. δ. ἡμᾶς ἀποστῆναι Is.2.31
part. ὁ Διαιτῶν El Árbitro tít. de una obra de Éupolis, Poll.7.168
fig. actuar de mediador αὐτοῖς App.BC 5.93
tb. en v. med.-pas. οὐ <δε>διῄτησαι ἡμᾶς no has llegado a un acuerdo con nosotros, POxy.1061.3 (I a.C.) en BL 7.134.
2 juzgar en v. pas. οὐδ' ὡς υἱὸς ἀνθρώπου διαιτηθῆναι LXX Iu.8.16.
II usos deriv.
1 culminar, cumplir κεῖνο Pi.l.c.
2 gobernar πόλιν ... λαόν τε Pi.O.9.66
administrar, encargarse de, organizar τὰ ἐκ τῶν διαθηκῶν Luc.Tox.23, τἄλλα οἷς τὸ πολυτελὲς τῶν ἐδεσμάτων ὁ Θεαγένης διῄτησεν Hld.3.10.3.

• Etimología: Comp. de διά y de *αἰτάω, deriv. de la r. de αἶσα q.u.

Greek Monotonic

δῐαιτάω: μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ διῄτησα, παρακ. δεδιῄτηκα — Μέσ. και Παθ., Ιων. παρατ. διαιτώμην, μέλ. διαιτήσομαι, και στους Παθ. τύπους, αόρ. αʹ διῃτήθην, Ιων. διαιτήθην, παρακ. δεδιῄτημαι·
I. 1. τρέφω με συγκεκριμένο τρόπο, επιβάλλω δίαιτα· δ. τοὺς νοσοῦντας, σε Πλούτ.
2. Μέσ. και Παθ., ακολουθώ μία συγκεκριμένη διαδρομή στη ζωή, ζω, διαμένω, σε Ηρόδ., Σοφ.· δ. νόμιμα, ζω σύμφωνα με την τήρηση των νόμων, των κανόνων, σε Θουκ.
II. 1. είμαι κριτής ή διαιτητής (διαιτητής), σε Δημ. κ.λπ.
2. με αιτ. πράγμ., ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω, αποφασίζω, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

διαιτάω:
I (aor. 1 διῄτησα - дор. διαίτᾱσα; med.-pass.: impf. διῃτώμην - ион. διαιτώμην, fut. διαιτήσομαι, aor. διητήθην - ион. διαιτήθην, pf. δεδιῄτημαι)
1) лечить диэтой (θεραπεύειν καὶ δ. τοὺς νοσοῦντας Plut.);
2) med.-pass. (тж. δ. δίαιταν Plat., Plut.) вести (определенный) образ жизни, жить (ἀνειμένως Thuc.; ἀκολάστως Arst.; τεταγμένως καὶ δημοτικῶς Plut.): ὡς ἂν διαιτώμενοι ὑγιαίνοιεν; Plat. придерживаясь какого образа жизни, они могли бы выздороветь?;
3) med.-pass. проживать, обитать (ἐπ᾽ ἀγροῦ Her. и ἐν τοῖς ἀγροῖς Thuc.; παρά τινι Soph., Her.): ἐγὼ ἄνω διῃτώμην Lys. я жил в верхнем этаже.
II (тж. δ. δίαιταν Arst.)
1) быть третейским судьей, посредничать в споре (τινι и τινα καί τινα Dem.): δ. τισί τι Thuc. рассудить кого-л. в споре о чем-л.;
2) править, управлять (πόλιν λαόν τε Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διαιτάω, [etymol. onzeker] aor. διῄτησα, pass. διῃτήθην, Ion. διαιτήθην; perf. act. δεδιῄτηκα; perf. med.-pass. δεδιῄτημαι; fut. διαιτήσω ~ δίαιτα med. met acc. v. h. inw. obj. een (bepaald) leven leiden:. δίαιταν διαιτᾶσθαι μοχθηράν er een slechte leefwijze op na houden Plat. Epist. 330c; πολλὰ ἐς θεοὺς νόμιμα δεδιῄτημαι ik heb in mijn leven vele godsdienstige gebruiken in acht genomen Thuc. 7.77.2; δ. ἀκριβῶς een spaarzaam leven leiden And. 4.32. verblijven, verblijf houden, wonen, wonen: met prep.:; δ. ἐπ ’ ἀγροῦ op het land wonen Hdt. 1.120.2; παρ ’ ἀστοῖς... διαιτᾶσθαι wonen onder de burgers van de stad Soph. OC 928; met adv.: ἐγὼ μὲν ἄνω διῃτώμην ik verbleef boven Lys. 1.9. leven van, zich voeden, met acc.: τἄλλα, ὅσα διαιτώμεθα alle andere zaken die ons tot voedsel dienen Hp. Vict. 3.67. act. geneesk. behandelen:. δ. τοὺς νοσοῦντας οἴκοι de zieken thuis behandelen Plut. CMa 23.5. een dieet volgen:. ἐνδέχεται ἁδροτέρως διαιτᾶν het is mogelijk een minder streng dieet te volgen HP. Aph. 1.7. ~ διαιτητής scheidsrechter zijn:. διαιτῶν ἡμῖν als scheidsrechter voor ons optredend Dem. 21.84; ὄλβιος ὅστις παισὶ φιλήματα κεῖνα διαιτᾷ gelukkig hij die die kussen voor de jongens beoordeelt Theocr. 12.34. regelen:. δ. τὰ ἐκ τῶν διαθηκῶν de bepalingen van het testament regelen Luc. 57.23.

Middle Liddell

[Note the bizarre perfect
I. to feed in a certain way, to diet, δ. τοὺς νοσοῦντας Plut.
2. Mid. and Pass. to lead a certain course of life, to live, Hdt., Soph.; δ. νόμιμα to live in the observance of laws, Thuc.
II. to be arbiter or umpire (διαιτητής), Dem., etc.
2. c. acc. rei, to determine, decide, Theocr.