Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαδρομή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: διαδρομή Medium diacritics: διαδρομή Low diacritics: διαδρομή Capitals: ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Transliteration A: diadromḗ Transliteration B: diadromē Transliteration C: diadromi Beta Code: diadromh/

English (LSJ)

ἡ, (διαδραμεῖν)

   A running to and fro through a city, A.Th. 351 (pl.), cf. Hp.Epid.7.122, Plb.15.30.2; αἱ δ. τῶν ἀστέρων shooting, Arist.Mete.341a33, al.; διαδρομὰς ὀξείας ἔχειν spread rapidly, of disease, Plu.2.825d.    2 running across, Antipho 3.4.4; passage through, σπιλάδος Plu.2.476a.    3 race (perh. team-race) or parade, OGI 339.36 (Sestos), 764.24 (Pergam.), SIG694.56 (Elaea, ii B. C.).    4 a cavalry manoeuvre, Anon. ap. Suid.    5 Medic.,    5 Medic., δ. πνευμάτων, = βορβορυγμός, Dsc.5.45; sensation, δ. νυγματώδης, φρικώδης, Sor.2.17, Philum.Ven.17.1.    6 course, ἡμέρα δωδεκάωρος δ. Secund. Sent.4.    II place for running through, passage, X.Cyn.10.8; of fish-ponds, δ. ἰχθυοτρόφοι Plu.Luc.39.

German (Pape)

[Seite 577] ἡ, 1) das Hin- u. Herlaufen, Aesch. Spt. 351; Pol. 15, 30 u. a. Sp.; διαδρομὴν ἔχειν, von einer Krankheit, sich verbreiten, Plut. reip. ger. pr. g. E. – 2) die Stelle, wo man durchlaufen kann, Durchgang, Xen. Cyn. 10, 8. – Bei Plut. Lucull. 39 = Wassergraben.

Greek (Liddell-Scott)

διαδρομή: ἡ, (διαδραμεῖν) τὸ διατρέχειν, Αἰσχύλ. Θήβ. 351, πρβλ. Ἱππ. 1240C. Πολύβ. 15. 30, 2· αἱ διαδρομαὶ τῶν ἀστέρων (πρβλ. διαθέω, διαΐσσω) Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 3, 33, κ. ἀλλ. διαδρομαὶ πνευμάτων, βορβορυγμοί, Διοσκ. 5. 55· δ. ἔχειν, διαδίδομαι, ἐξαπλοῦμαι, ἐπὶ νόσου, Πλούτ. 2. 825D. 2) τὸ τρέχειν διὰ μέσου, μεταβαίνειν ἐν σπουδῇ ἀπέναντι, Ἀντιφῶν 124. 22. ΙΙ. μέρος δι’ οὗ δύναται νὰ δράμῃ τις, δίοδος, Ξεν. Κυν. 10, 8· ὑδραγωγεῖον, Πλούτ. Λουκούλ. 39.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. 1 (διά de côté et d’autre) diffusion, propagation d’une maladie;
2 (διά à travers) litt. course à travers ; allées et venues;
II. espace libre pour une course ; espace où peuvent s’ébattre les poissons, particul. vivier.
Étymologie: διαδραμεῖν.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Morfología: [dór. plu. gen. διαδρομᾶν A.Th.351]
I como n. de acción
1 carrera εὐνοῦχος ἐκ κυνηγεσίης καὶ διαδρομῆς ὑδραγωγὸς γίνεται Hp.Epid.7.122, τῆς διαδρομῆς αἰτίας (θανάτου) ... γενομένης Antipho 3.4.4, πλήρης ἦν ἡ πόλις θορύβου καὶ φώτων καὶ διαδρομῆς Plb.15.30.2, cf. D.S.20.15, Plu.Cor.30, Ages.31, Pel.12, ref. una maniobra de caballería, Sud.
heleníst., como ejercicio de entrenamiento milit. para jóvenes y efebos διαδρομὰς ἐτίθει τοῖς τε ἐφήβοις καὶ τοῖς νέοις ISestos 1.36, cf. 69 (II a.C.), SIG 694.56, OGI 764.48 (ambas Pérgamo II a.C.), Milet 1(9).368.18 (II/I a.C.), ἐνόπλιοι διαδρομαί Sud.
fuga ἁρπαγαὶ δέ, διαδρομᾶν ὁμαίμονες A.l.c.
δ. ... σπιλάδος ráfaga de viento Plu.2.476a
astr. αἱ διαδρομαὶ τῶν ἀστέρων las estrellas fugaces Arist.Mete.341a33, Ptol.Tetr.2.14.10
medic. πνευμάτων διαδρομαί gases, borborigmo Dsc.5.45
como síntoma φρικώδης δ. escalofrío Philum.Ven.17.1, νυγματώδης Sor.105.15, 114.10.
2 de una enfermedad difusión, propagación, contagio ἐν σώματι προσκρουμάτων διαδρομὰς ὀξείας ἐχόντων Plu.2.825d.
3 lapso de tiempo τί ἡμέρα; ... δωδεκάωρος δ. Secund.Sent.4, μετὰ τὴν τοῦ εἰρημένου χρόνου διαδρομήν Cod.Iust.1.3.45.1b.
II concr.
1 paso de un jabalí ὅπως ἂν ᾖ αὐτῷ ἱκανὴ δ. X.Cyn.10.8
anat. conducto τὰς διαδρομὰς τῶν πόρων ὀνομάζει στενωπούς Longin.32.5.
2 estanque usado como vivero de peces ἰχθυοτρόφος Plu.Luc.39.

Greek Monolingual

η (AM διαδρομή)
1. το να διατρέχει κανείς ή κάτι, ορισμένο τοπικό ή χρονικό διάστημα
2. το μεταξύ δύο σημείων τοπικό ή χρονικό διάστημα
νεοελλ.
1. σύντομο ταξίδι αναψυχής με πλοίο
2. ο χρόνος που διατέθηκε γι' αυτό το ταξίδι αναψυχής
αρχ.
1. μετάβαση από τόπου σε τόπο
2. η δίοδος
3. ο χώρος που προσφέρεται για διέλευση
4. «διαδρομαί πνευμάτων» — οι βορβορυγμοί
5. η βιαστική μετάβαση απέναντι
6. υδραγωγείο
7. αίσθηση που διατρέχει το σώμα.

Greek Monotonic

διαδρομή: ἡ (διαδραμεῖν),
I. 1. περιπλάνηση από το ένα μέρος μιας πόλης στο άλλο, σε Αισχύλ.
2. επιδρομή, λεηλασία, σε Πλούτ.
II. δίοδος, πέρασμα, σε Ξεν.· υδραγωγείο, υδραγωγός, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

διαδρομή: ἡ тж. pl.
1) бегание взад и вперед, беготня, суматоха (ἁρπαγαὶ διαδρομᾶν ὁμαίμονες Aesch., θόρυβος καὶ δ. Polyb.: κραυγαὶ καὶ διαδρομαί Plut.);
2) распространение: προοκρού(σ)ματα διαδρομὰς ὀξείας ἔχοντα Plut. быстро распространяющиеся недуги;
3) движение, течение (διαδρομαὶ τῶν ἀστέρων Arst.);
4) свободный проход, дорожка (ἱκανὴ δ. τινι Xen.);
5) бассейн: διαδρομαὶ ἰχθυοτρόφοι Plut. рыбные садки.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διαδρομή -ῆς, ἡ [διατρέχω] Dor. gen. plur. -ᾶν heen en weer geloop, paniek:. ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες plunderingen die gepaard gaan met paniek Aeschl. Sept. 351; διαδρομαὶ γυναικῶν heen en weer geloop van vrouwen Plut. Cor. 30; πολλῆς... διαδρομῆς δεῖ het vereist veel heen en weer lopen Luc. 36.10. bewegingsruimte kweekvijver:. διαδρομαὶ ἰχθυοτρόφοι kweekvijvers voor vissen Plut. Luc. 39.2.

Middle Liddell

διαδρομή, ἡ, διαδραμεῖν
I. a running about through a city, Aesch.
2. a foray, Plut.
II. a passage through, Xen.: an aqueduct, Plut.