Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δοκιμασία

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: δοκῐμᾰσία Medium diacritics: δοκιμασία Low diacritics: δοκιμασία Capitals: ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Transliteration A: dokimasía Transliteration B: dokimasia Transliteration C: dokimasia Beta Code: dokimasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A examination, scrutiny:    1 of magistrates after election, to see if they fulfil the legal requirements of legitimacy, full citizenship, etc., ἡ δ. τῶν στρατηγῶν Lys.15.2, cf. 16.9 (pl.); τῶν ἱερέων Pl.Lg.759d; δ. εἰσάγειν ταῖς ἀρχαῖς Arist.Ath.59.4 (pl.), cf. IG 22.856,980.    2 δ. τῶν ἱππέων passing muster, X.Eq.Mag.3.9 (pl.).    3 δ. (sc. ἐφήβων), before admission to the rights of manhood, D.44.41, v. l. in 57.62.    4 δ. τῶν ῥητόρων a judicial process to determine the right of a man to speak in the ἐκκλησία or in the law-courts, Aeschin.1.2.    5 examination of recruits, PLond.3.982.6 (iv A. D.).    6 generally, test, δ. ἱκανήν [τινος] λαβεῖν make full trial of, Is.7.34 (but, receive assurance of... Plb.3.31.8); ἡ κατὰ τὸν χρόνον δ. Arist.EN1162a14; κρίσιν καὶ δ. τινῶν ποιεῖν Plu.Cleom.10; λίθος δοκιμασίας LXXSi.6.21; δ. οἰκοδόμων PSI3.176 (v A. D.).

German (Pape)

[Seite 653] ἡ, Prüfung, Untersuchung; nach B. A. 235 ἡ κατὰ τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ῥητόρων ἐξέτασις, ob sie den gesetzlichen Bestimmungen über Geburt, Vermögen u. dgl. genügen, um ein solches Amt zu verwalten. In Athen fand solche δοκιμασία Statt – a) bes. bei den jungen Leuten, welche in die Bürgerrolle eingetragen wurden, Dem. 57, 42. Nach B. A. a. a. O. δοκιμάζονται οἱ ἐφ' ἡλικίας όρφανοί, εἰ δύνανται τὰ πατρῷα παρὰ τῶν ἐπιτρόπων ἀπολαμβάνειν. – b) bei den Beamten, die nach der Wahl stattfindet und sich darauf bezieht, ob der Kandidat auch das vollständige Bürgerrecht besitzt u. keiner dasselbe beeinträchtigenden Anklage unterworfen ist; τῶν στρατηγῶν Lys. 15, 2; vgl. 16, 9; ὁ περὶ τῶν δοκιμασιῶν νόμος 26, 9; δοκιμασίαν ἐπαγγέλλειν τινί Aesch. 1, 2, was B. A. 185 u. 241 erkl. wird: καταγγέλλειν δίκην ἑταιρήσεώς τινα. – Auch die Ritter waren einer solchen Controle unterworfen, Xen. Oec. 9, 15; Hipparch. 3, 9. Dah. auch = Musterung.

Greek (Liddell-Scott)

δοκιμᾰσία: ἡ, ἐξέτασις, δοκιμασία, ἔρευνα. 1) ἐπὶ τῶν ἀρχόντων μετὰ τὴν ἐκλογήν, ὅπως φανῇ ἂν ἔχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, πλήρη τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, κτλ., ἡ δ. τῶν στρατηγῶν Λυσ. 144. 24, πρβλ. 146. 25· τῶν ἱερέων Πλάτ. Νόμ. 759D· δ. εἰσάγειν ταῖς ἀρχαῖς Ἀριστ. Ἀποσπ. 378. 2) δ. τῶν ἱππέων, ἡ στρατολόγησις αὐτῶν καὶ ἐξέτασις, Ξεν. Ἱππ. 3, 9. 3) δ. τῶν ἐφήβων, πρὶν παραδεχθῶσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνδρῶν, Δημ. 1318. 13. 4) δ. τῶν ῥητόρων, δικαστικὴ ἐνέργεια πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ὁμιλεῖν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, Αἰσχίν. 1. 9 κἑξ.· τὰ στεροῦντά τινα τοῦ δικαιώματος τοῦ ὁμιλεῖν ἀναφέρονται αὐτόθι 4. 40 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
épreuve, essai ; à Athènes docimasie, vérification de l’aptitude ou de l’éligibilité, ou particul. procédure au cours de laquelle les magistrats sortant de charge devaient rendre compte de leur gestion, notamment financière.
Étymologie: δοκιμάζω.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Epid.6.3.12
I 1prueba, examen δοκιμασίαν ἱκανὴν λαβών Is.7.34, δ. τῶν συνόντων Isoc.2.27, ἡ κατὰ τὸν χρόνον δ. Arist.EN 1162a14, τῶν ξένων κρίσιν ποιεῖν καὶ δοκιμασίαν Plu.Cleom.10, τῶν παίδων Plu.2.9d, τῆς ψυχῆς δ. Luc.Nigr.19, λίθος δοκιμασίας piedra de prueba quizá ref. a una competición de levantamiento de peso, LXX Si.6.21, ἐπείρασαν ... ἐν δοκιμασίᾳ Ep.Hebr.3.9, πύρωσις τῆς δοκιμασίας Didache 16.5, τὸ τοῦ πυρὸς βάπτισμα τὴν ἐν τῇ κρίσει δοκιμασίαν λέγων Basil.Spir.36.19, πειρασμοὶ ... καὶ δοκιμασίαι tentaciones y pruebas Mac.Aeg.M.34.888C, cf. Cyr.Al.M.69.881B, διὰ τῆς ζάλης καὶ τοῦ πυρὸς τῆς δοκιμασίας a través de la tempestad y del fuego de la prueba Diad.Perf.76, ποιεῖσθαι τὴν ἑαυτοῦ δοκιμασίαν Chrys.Sac.4.2.45, cf. 6.6.35, δ. γάλακτος Aët.4.5
comprobación, verificación τὰ δὲ παρεληλυθότα τῶν ἔργων, ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων λαμβάνοντα τὴν δοκιμασίαν pero las actuaciones particulares de los protagonistas del pasado, al permitir su comprobación a partir de los propios hechos históricos, Plb.3.31.8, ἀποφαινέσθωσαν ἐπίσταται καὶ ἀρχιτέκτων τὴν δοκιμασίαν ref. los trabajos contratados para la construcción de un templo ID 502A.20, cf. 504B.3 (ambas III a.C.), <κατὰ> δοκιμασίαν τῶν οἰκοδόμων PSI 176.13 (V d.C.).
2 aprobación c. gen. obj. τῶν ὀρθῶς ἐχόντων δ. op. ἔλεγχος ‘condena’, Hp.l.c., ὁ δῆμος ... ἔχει τὴν κυρίαν περὶ τῆς τῶν νόμων δοκιμασίας Plb.6.14.10.
II c. valor institucional
1 examen, prueba, comprobación de legitimidad para acceder a una magistratura δοκεῖ δέ μοι ... ἐν δὲ ταῖς δοκιμασίαις δίκαιον εἶναι παντὸς τοῦ βίου λόγον διδόναι me parece que en las pruebas es justo dar cuenta de toda la vida Lys.16.9, ὁ περὶ τῶν δοκιμασιῶν νόμος Lys.26.9, τίνες ... πάντα ἡμῖν ταῦτ' ἐν τῇ πόλει καταστήσουσι τῶν ἀρχῶν τε πέρι καὶ δοκιμασιῶν αὐτῶν; Pl.Lg.753e, (οἱ θεσμοθέται) εἰσάγουσιν δὲ καὶ τὰς δοκιμασίας ταῖς ἀρχαῖς ἁπάσαις Arist.Ath.59.4, cf. 55.2, Isoc.7.38, X.Mem.2.2.13, IG 22.856.5 (III a.C.), 980.18 (II a.C.), ἡ δ. τῶν στρατηγῶν Lys.15.2, cf. Lycurg.Fr.18, ἡ δ. τῶν ἱερέων Pl.Lg.759d, τῶν ἐφήβων antes de su admisión a los derechos de la edad viril, D.44.41, ἡ τῶν ῥητόρων δ. ref. el examen para determinar el derecho a hablar en la ἐκκλησία o en cualquier lugar, Aeschin.1.186
gener. certificado de aptitud para ejercer determinadas profesiones, de notarios públicos PSI 1105.20 (II d.C.), de reclutas, Plb.9.6.6, PLond.982.6 (IV d.C.)
crist., para entrar en el sacerdocio τὴν τῶν ἱερέων δοκιμασίαν Chrys.Sac.3.11.25.
2 revista militar, inspección ἐν ταῖς δοκιμασίαις ἡ μὲν τάξις εἴρηται μεθ' ἧς ἂν κάλλιστα ἱππάζοιντο X.Eq.Mag.3.9, κατὰ ... τὴν τῶν ἱππέων δοκιμασίαν D.S.20.36.

Greek Monolingual

η (AM δοκιμασία) δοκιμάζω
εξέταση, έλεγχος, έρευνα για έγκριση
μσν.- νεοελλ.
1. δοκιμή, απόπειρα
2. ταλαιπωρία, βάσανο
νεοελλ.
1. φρ. «γραπταί δοκιμασίαι» — εξετάσεις για να κριθεί η κατάταξη, προαγωγή, απόλυση μαθητών
2. «ηπατικές δοκιμασίες» — σειρά εξετάσεων για να εντοπισθούν λειτουργικές ανεπάρκειες του ήπατος
3. «δοκιμασία πνευμόνων», «δοκιμασία ήπατος» — ιατροδικαστικές εξετάσεις για να εξακριβωθούν οι συνθήκες του θανάτου
μσν.
(νομ.) απόφαση διαιτητή
αρχ.
εξέταση για τη βεβαίωση τών νόμιμων προσόντων (για άρχοντες, έφηβους, ρήτορες, ιππείς κ.λπ.) προκειμένου για την κατάληψη δημόσιας θέσεως ή παραχώρηση προνομίων.

Greek Monotonic

δοκιμᾰσία: ἡ, δοκιμή, δοκιμασία, εξέταση, έρευνα:
1. λέγεται για τους άρχοντες μετά την εκλογή, ώστε να φανεί εάν πληρούν τα απαιτούμενα προσόντα, σε Πλάτ. κ.λπ.
2. δ. τῶν ἐφήβων, πριν την είσοδο, την άδεια εισόδου στα δικαιώματα που συνεπάγεται η ενηλικίωση, η μετάβαση στην ανδρική ηλικία, σε Δημ.
3. δ. τῶν ῥητόρων, δικαστική ενέργεια, για να εξακριβωθεί το δικαίωμα του λόγου στην ἐκκλησίαν ή στα δικαστήρια, σε Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

δοκῐμᾰσία:
1) проверка, проба, испытание: δ. ἡ κατὰ τὸν χρόνον Arst. проверка временем; ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων λαμβάνειν τὴν δοκιμασίαν Polyb. подвергаться испытанию на деле;
2) воен. проверка, смотр Xen.;
3) (в Афинах) докимасия, т. е. проверка гражданских прав (лиц, достигших совершеннолетия, кандидатов на государственные должности и т. д.) Lys., Xen., Plat., Aeschin., Dem.: ἅπαντες οἱ κληρωτοὶ δοκιμασθέντες ἄρχουσιν Arst. все избранные жребием вступают в должность, (предварительно) подвергнувшись докимасии.

Middle Liddell

n δοκιμάζω
an assay, examination, scrutiny:
1. of magistrates, to see if they fulfil the legal requirements, Plat., etc.
2. δ. τῶν ἐφήβων, before admission to the rights of manhood, Dem.
3. δ. τῶν ῥητόρων, a process to determine the right to speak in the ἐκκλησία or law-courts, Aeschin.

Chinese

原文音譯:dokim£zw 多企馬索
詞類次數:動詞(23)
原文字根:看來好像(化) 相當於: (בָּחַן‎) (חָקַר‎) (צָרַף‎)
字義溯源:試驗,細察,分辨,舉薦,證明,嘗試,檢查,省察,察驗,驗申,以為,認可,試一試;源自(δόκιμος)=可接受的);而 (δόκιμος)出自(δοκέω)*=想)。這字用在材料或銀幣的真假檢驗上。此外,有些人也要受檢查,察驗;如果通過了檢查,就認為是可接受的
同源字:1) (ἀδόκιμος)未被認可的 2) (ἀποδοκιμάζω)不贊成 3) (δοκέω)想,以為 4) (δοκιμάζω / δοκιμασία)試驗 5) (δοκιμή)考驗 6) (δοκίμιον)檢驗 7) (δόκιμος)可接受的參讀 (ἀνακρίνω)同義字
出現次數:總共(23);路(3);羅(4);林前(3);林後(3);加(1);弗(1);腓(1);帖前(3);提前(1);來(1);彼前(1);約壹(1)
譯字彙編
1) 試驗(4) 林後8:8; 腓1:10; 來3:9; 約壹4:1;
2) 察驗(3) 羅12:2; 帖前2:4; 帖前5:21;
3) 分辨(2) 路12:56; 路12:56;
4) 受察驗(1) 提前3:10;
5) 試驗過(1) 彼前1:7;
6) 你們⋯舉薦的(1) 林前16:3;
7) 我們⋯察驗過了(1) 帖前2:4;
8) 我們⋯試驗過(1) 林後8:22;
9) 你們要察驗(1) 弗5:10;
10) 他們⋯察驗(1) 羅1:28;
11) 試驗:(1) 林後13:5;
12) 能察驗(1) 羅2:18;
13) 試一試(1) 路14:19;
14) 他所認可(1) 羅14:22;
15) 要試驗(1) 林前3:13;
16) 當省察(1) 林前11:28;
17) 當察驗(1) 加6:4