Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔλεγχος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἔλεγχος Medium diacritics: ἔλεγχος Low diacritics: έλεγχος Capitals: ΕΛΕΓΧΟΣ
Transliteration A: élenchos Transliteration B: elenchos Transliteration C: elegchos Beta Code: e)/legxos

English (LSJ)

(A), εος, τό,

   A reproach, disgrace, dishonour, δὴ γὰρ ἔλεγχος ἔσσεται εἴ κεν νῆας ἕλῃ κορυθαίολος Ἕκτωρ Il.11.314; ἡμῖν δ' ἂν ἐλέγχεα ταῦτα γένοιτο Od.21.329, cf. Pi.N.3.15; of men, the abstr. being put for the concrete, κάκ' ἐλέγχεα base reproaches to your name, Il.5.787, al., Hes. Th.26; ἐλέγχεα alone, Il.24.260.
ἔλεγχος (B), ὁ,

   A argument of disproof or refutation, πολύδηρις ἔ. Parm. 1.36, cf. Pl.Phdr.276a; ὁ ἔ. συναγωγὴ τῶν ἀντικειμένων ἐστίν Arist.Rh. 1410a22, cf. 1396b26; ἔ. δὲ συλλογισμὸς μετ' ἀντιφάσεως τοῦ συμπεράσματος Id.SE165a2, cf.APr.66b11; ἐλέγχου ἄγνοια, ignoratio elenchi, Id.SE168a18; ὅταν ὑπὸ τῶν ἐ. πιέζωνται Phld.D.3.8.    II generally, cross-examining, testing, scrutiny, esp. for purposes of refutation, οὐκ ἔχει ἔλεγχον does not admit of disproof, Hdt.2.23; τῶνδ' ἔλεγχον, abs., as a test of this, S.OT603; τὰ ψευδῆ ἔλεγχον ἔχει Th.3.53; ἔ. παραδοῦναί τινι to give him an opportunity of refuting, Pl.Phdr.273c; δόμεν τι βασάνῳ ἐς ἔ. to submit it to scrutiny, Pi.N.8.21; χρυσὸς νόθου ἀρετῆς ἔ. Com.Adesp.195; ἀρετῆς ἔ. δοῦναι a proof or test of it, And.1.150; ἔ. διδόναι τοῦ βίου to give an account of one's life, Pl.Ap.39c; οἱ ἔ. περὶ ὀρφανῶν Is.4.22; τὸ πρᾶγμα τὸν ἔ. δώσει D.4.15; ἔ. ποιεῖν τινός to test it, Ar.Ra.786; ἔ. ποιήσασθαι τῶν πεπραγμένων Antipho 1.7; ἔ. λαβεῖν τινός make trial of it, ib.12; ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι to admit tests, Lys.19.6; ἐλέγχους προσφέρειν to allege them, Ar.Lys.484; διάπειρα βροτῶν ἔ. Pi.O.4.20; οὐδὲ ἔ. παρασχὼν οὐδὲ βάσανον Antipho 2.4.7; ἔ. διδόναι And.2.4; εἰς ἔ. πεσεῖν to be convicted, E.Hipp.1310, cf. HF 73; δεικνυμένων ἐ. Id.Heracl.905 (lyr.); οὔτ' εἰς ἔ. χειρὸς οὐδ' ἔργου μολών S.OC1297; εἰς ἔ. ἐξιέναι to proceed to the proof, put to the test, Id.Ph.98; or, to be put to the proof, Id.Fr.105; ἐξελθεῖν E.Alc.640; εἰς ἔ. ἰέναι περί τινος Pl.Phdr.278c; εἰς ἔ. ἔρχεσθαί τινος Philem.93.3; καταστῆναι εἰς ἔ. καὶ λόγον Isoc.12.150; ἔ. φεύγειν Antipho 5.38; οἱ περὶ Παυσανίαν ἔ. the evidence on which he was convicted, Th.1.135; πίστις πραγμάτων ἔ. οὐ βλεπομένων Ep.Hebr.11.1.    III Ἔλεγχος personified, Men.545, Luc.Pseudol.4.    b applied to Conscience, τὸ συνειδὸς ἔ. ἀδέκαστος Ph.1.236; ἔ. κατάλογον ποιεῖται τῶν ἁμαρτημάτων [τῆς ψυχῆς] ib.291.    IV catalogue, inventory, Gloss., Suet. Gramm.8 (pl.).    V drop-pearl, Plin.HN9.113, Juv.6.459.

German (Pape)

[Seite 793] ὁ, Beweis, Beweismittel, bes. um Einen zu überführen, Etwas zu widerlegen; δεικνυμένων ἐλέγχων τῶνδε Eur. Her. 905; Hipp. 1337; οὗτοςἔλεγχος οὐδενὸς ἄξιός ἐστι πρὸς τὴν ἀλήθειαν Plat. Gorg. 471 d; ἔλεγχον ἀρετῆς ἔδοσαν Andoc. 1, 150; οὔτ' εἰς ἔλεγχον χειρὸς οὐδ' ἔργου μολών Soph. O. C. 1297, wie sonst εἰς πεῖραν (Entscheidung durch Zweikampf); τὸ πρᾶγμα ἤδη τὸν ἔλεγχον δώσει, wird den Beweis geben, Dem. 4, 15; vgl. τοὺς ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι Lys. 19, 6, als gültig anerkennen. Dah. Widerlegung, τινός, Plat. Prot. 344 b; τάχ' ἂν ἔλεγχόν πη παραδοίη τῷ ἀντιδίκῳ, Gelegenheit zu widerlegen, Phaedr. 273 c. Vgl. noch Arist. anal. post. 2, 20. – Prüfung, Untersuchung, bes. vor Gericht, συνεπῃτιῶντο καὶ τὸν Θεμιστοκλέα, ὡς εὕρισκον ἐκ τῶν περὶ Παυσανίαν ἐλέγχων Thuc. 1, 135; ἔλεγχον ποιεῖν τινος, Ar. Ran. 786; ποιεῖσθαι τῶν πεπραγμένων, Antiph. 1, 7; λαβεῖν τοῦ πράγματος, ibd. 12; ἔλεγχον δοῦναι περί τινος ist Is. 8, 10 βάσανος τῶν δούλων; übh. Etwas untersuchen, prüfen lassen, Rechenschaft geben, ἔλεγχον διδόναι τοῦ βίου Plat. Apol. 39 c; εἰς ἔλεγχον ἰὼν περὶ ὧν ἔγραψε phaedr. 278 c, vgl. Soph. 242 b; aber εἰς ἔλεγχον ἐξιών, Soph. Phil. 98, = um zu erfahren. – Bei Sp. auch = Verzeichniß, Register. τό, Vorwurf, Schimpf; Pind. N. 3, 15; bes. schimpfliche Feigheit; δὴ γὰρ ἔλ. ἔσσεται, εἴ κεν νῆας ἕλῃ Ἕκτωρ Il. 11, 314; ἡμῖν δ' ἂν ἐλέγχεα ταῦτα γένοιτο Od. 21, 329. Auch in der Anrede an Personen, ὦ πέπονες, κάκ' ἐλέγχε', Ἀχαιίδες, οὐκέτ' Ἀχαιοί, feige Memmen, Il. 2, 235; Hes. Th. 26; vgl. bes. Il. 24, 260.

Greek (Liddell-Scott)

ἔλεγχος: τό, αἰσχύνη, ὄνειδος, ἀτιμία, δὴ γὰρ ἔλεγχος ἔσσεται, εἴ κεν νῆας ἕλῃ κορυθαίολος Ἕκτωρ Ἰλ. Λ. 314· ἡμῖν δ’ ἂν ἐλέγχεα ταῦτα γένοιτο Ὀδ. Φ. 329· ἐπὶ ἀνδρῶν, ἔνθα τὸ ἀφῃρημένον κεῖται ἀντὶ τοῦ συγκεκριμένου, κάκ’ ἐλέγχεα, κακὰ ὀνείδη εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ὄντες, Ἰλ. Β. 285, κ. ἀλλ., Ἡσ. Θ. 26, Πινδ. Ν. 3. 24· ἐλέγχεα μόνον Ἰλ. Ω. 260· πρβλ. ἐλεγχής.

French (Bailly abrégé)

1ion. -εος, att. -ους (τό) :
objet de honte ou de reproche, opprobre ; κακ’ ἐλέγχεα IL ou simpl. ἐλέγχεα IL êtres qui sont un opprobre pour qqn.
Étymologie: DELG pas d’étym. établie.
2ου (ὁ) :
1 argument pour réfuter, preuve qu’on oppose à une accusation : τὰ ψευδῆ ἔλεγχον ἔχει THC les mensonges portent en eux-mêmes leur réfutation ; οὐκ ἔχει ἔλεγχον HDT cela n’admet pas de réfutation;
2 preuve en gén. οἱ περὶ Παυσανίαν ἔλεγχοι THC les preuves de la culpabilité de Pausanias ; ἔλεγχον διδόναι fournir, donner une preuve ; εἰς ἔλεγχον ἐξιέναι SOPH ou μολεῖν SOPH en venir à la preuve ; εἰς ἔλεγχον πίπτειν EUR litt. tomber contre une preuve, càd être convaincu d’une faute.
Étymologie: DELG pas d’étym. établie.

English (Autenrieth)

shame, reproach, disgrace; pl., Od. 21.333; pl. as term of reproach (abstr. for concrete), κάκ' ἐλέγχεα, miscreants, cowards, Il. 2.235, Il. 24.260.

English (Slater)

ἔλεγχος (ὁ)
   1 proof διάπειρά τοι βροτῶν ἔλεγχος (O. 4.18) νεαρὰ δ' ἐξευρόντα δόμεν βασάνῳ ἐς ἔλεγχον ἅπας κίνδυνος (N. 8.21)
ἔλεγχος (τό)
   1 disgrace, dishonour Μυρμιδόνες ὧν παλαίφατον ἀγορὰν οὐκ ἐλεγχέεσσιν Ἀριστοκλείδας τεὰν ἐμίανε καταἶσαν (N. 3.15)

Spanish (DGE)

-εος, τό
1 motivo de oprobio, vergüenza o deshonor ἔ. ἔσσεται εἴ κεν νῆας ἕλῃ ... Ἕκτωρ Il.11.314, cf. Od.21.329, tb. en plu. Μυρμιδόνες ... ὧν ... ἀγορὰν οὐκ ἐλεγχέεσσιν Ἀριστοκλείδας ... ἐμίανε los mirmidones, cuya ágora no mancilló Aristoclides con motivos de oprobio por haber sido vencido, Pi.N.3.15, ἐλέγχεα μύρια βάζων Q.S.1.760.
2 de pers. digno de oprobio, que es el baldón o deshonra ὦ πέπονες, κακ' ἐλέγχε', Ἀχαιΐδες, οὐκέτ' Ἀχαιοί ¡blandos, ruines oprobios, aqueas, que no aqueos!, Il.2.235, αἰδώς, Ἀργεῖοι, κάκ' ἐλέγχεα, εἶδος ἀγητοί Il.5.787, cf. 8.228, Hes.Th.26, Timo SHell.784, A.R.3.800, τοὺς μὲν ἀπώλεσ' Ἄρης, τὰ δ' ἐλέγχεα πάντα λέλειπται a aquéllos (hijos) los mató Ares, pero (me) han quedado todas estas deshonras (habla Príamo ref. a sus hijos vivos) Il.24.260. < ἔλεγχος ἐλέγχω > ἔλεγχος, -ου, ὁ
A en sent. posit.
I no jur.
1 prueba, medio de prueba, examen
a) c. gen. obj. de lo que se pone a prueba διάπειρά τοι βροτῶν ἔ. la constancia es piedra de toque de los hombres, e.d., aquello con lo que demuestran su valía, Pi.O.4.18, καὶ τῶνδ' ἔλεγχον (ἐρῶ) y (diré) la prueba de estas afirmaciones S.OT 603, οὔτ' εἰς ἔλεγχον χειρὸς οὐδ' ἔργου μολεῖν no venir a pruebas de brazo ni de hazañas e.e., no demostrar fuerza ni valor S.OC 1297, ποιεῖν ... ἔλεγχον αὐτοῖν τῆς τέχνης hacer una comprobación del arte de ellos dos (de Esquilo y Eurípides), Ar.Ra.786, ἔλεγχον ποιήσασθαι τῶν πεπραγμένων hacer una comprobación de los hechos Antipho 1.7, de Ayante, Teucro y Aquiles μέγιστον καὶ σαφέστατον ἔλεγχον ἔδοσαν τῆς αὑτῶν ἀρετῆς dieron la prueba mayor y más evidente de su valía Isoc.9.17, cf. And.Myst.150, διδόναι ἔλεγχον τοῦ βίου dar cuenta de la vida Pl.Ap.39c, διδοὺς ἔλεγχον ... τῆς αὑτοῦ φύσεως Isoc.6.106, σαφέστατος ἔ. τοῦ ἀληθοῦς Lys.19.61, ὁ τοῦ πλήθους (τῶν μεταφορῶν) ἔλεγχος la comprobación del número (de las metáforas) Longin.32.4, ἔλεγχος τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων escrutinio de los justos y los injustos, IG 4.563 (Argos, imper.), ἔ. τῆς ἀπαιδευσίας Luc.Ind.1, ἐπὶ τὸν ἔλεγχον τὸν τῆς ἀκμῆς ἢ τῆς πράξεως παραγενέσθαι llegar al momento de prueba de su florecimiento corporal o de su energía Vett.Val.153.2, ὁ ἔ. τοῦ πράγματος Arr.Epict.3.10.11, ἀτελοῦς τε φύσεως ἔ. Aristid.Quint.117.2, μὴ ἔχων ἐρύθημα ἔλεγχον ἀμαθίας sin tener el sonrojo como prueba de ignorancia Vett.Val.228.29
c. περί y gen. εἰς ἔλεγχον ἰέναι περὶ τῶν χρημάτων Lys.32.12, cf. Isoc.17.12, Is.4.22;
b) c. ἐπί y dat. τὸν ἐπὶ τῇ ἀπαιδευσίᾳ ἔλεγχον ὑπομεῖναι aguantar la prueba de la ignorancia, e.d., no mostrar que se es un ignorante Luc.Lex.23;
c) c. gen. y or. interr. indir. τούτου ... ἔλεγχον ... λαβεῖν, πότερον ... comprobar lo siguiente, si ... Pl.Ep.340b, ἔλεγχον διδόναι εἴ τι εἰς ὑμᾶς τυγχάνουσι μὴ εὖ φρονοῦντες dar prueba de que acaso no os quieren bien And.2.4, ὥστ' ... εἰς ἔλεγχον καταστήσειν ὁποῖός τις ἕκαστος ἡμῶν περὶ αὐτοὺς ἐγένετο de modo que (ellos) pusiesen a prueba cómo se portó con ellos cada uno de nosotros Isoc.19.41;
d) abs. δεικνυμένων ἐλέγχων τῶνδε una vez que son demostradas estas pruebas E.Heracl.905, προσφέρειν πάντας ἐλέγχους Ar.Lys.484, ἕκαστα ... ἐν εὐμενέσιν ἐλέγχοις ἐλεγχόμενα Pl.Ep.344b, ἐλέγχους παρέχειν aportar pruebas e.d. demostrar Hermog.Inu.3.4 (p.132)
de las leyes escritas διδόναι εἰς πάντα χρόνον ἐλεγχον dar cuenta de sí para siempre Pl.Lg.891a, cf. D.4.15
ref. a la conciencia ἔ. ἀδέκαστος escudriñador imparcial Ph.1.236.
2 indic. el resultado subjet. experiencia, evidencia en giros prep. δόμεν εἰς ἔλεγχον someter a prueba Pi.N.8.21, εἰς ἔλεγχον ἐξιέναι S.Ph.98, cf. Pl.Phdr.278c, εἰς ἔλεγχον ἐξελθεῖν E.Alc.640, cf. Trag.Adesp.1b.10, Philem.96.3, I.AI 20.47, εἰς ἔλεγχον πίπτειν caer en la prueba, e.d., quedar en evidencia E.Hipp.1310, cf. E.HF 73, εἰς ἔλεγχον ἀφικέσθαι I.Vit.91, εἰς ἔλεγχον καθιστάναι poner a prueba Plu.Rom.8, εἰς ἔλεγχον τῶν αὐτοῖς βεβιωμένων καταστῆναι someterse a un examen por los actos de su vida Lys.16.1.
II jur., a veces fig.
1 prueba, evidencia, demostración, testimonio λοιδορία οὐκ ἔχουσα ἔλεγχον una injuria sin una prueba Gorg.B 11a.29, τῇ πόλει ... μετεμέλησεν τῶν κρίσεων ... τῶν μὴ μετ' ἐλέγχου γενομένων la ciudad se ha arrepentido de los juicios llevados a cabo sin prueba Isoc.15.19, βέβαιος ἔλεγχος prueba segura Polyaen.6.36, φανερός ἔ. Polyaen.6.36, c. gen. οἱ τῆς κατηγορίας ἔλεγχοι POxy.237.8.17 (II d.C.), τοὺς τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων ἐλέγχους διαφθείρας SB 7518.20 (IV/V d.C.)
fig., en lit. crist. τὸ ὄνομα ὡς ἔλεγχον λαμβάνετε tomáis el nombre (de cristiano) como prueba Iust.Phil.1Apol.4.4, c. gen. πραγμάτων ἔ. οὐ βλεπομένων evidencia de lo que no es visible ref. a la fe Ep.Hebr.11.1, c. ἐκ y gen. οἱ ἐκ τῶν Γραφῶν ἔλεγχοι argumentos o testimonios tomados de las Escrituras Ath.Al.M.26.32B.
2 examen, prueba pericial consistente en el interrogatorio del testigo de la parte contraria εἰ μὲν ἐγὼ ... ἄλλον τινὰ ἐφευγον ἔλεγχον Antipho 5.38, τοὺς ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι Lys.19.6, ἐκ τῆς ἀνθρώπου ποιήσασθαι τὸν ἔλεγχον Lys.4.12, ἐν τῇ ἀνθρώπῳ τὸν ἔλεγχον γίγνεσθαι D.47.16, (τὴν ἐφημερίδα) διὰ τὸν ἔλεγχον ἔκρυψε ocultó (el libro de cuentas) a causa del examen, e.e., porque se temía un severo interrogatorio POxy.2342.26 (II d.C.), cf. PPhilad.4.9, 25 (II d.C.), ὁ γὰρ ἔ. δεικνύσει ref. a una prueba o instrucción judicial PStras.41.6 (III d.C.), κατὰ γὰρ τῶν χρωμένων (τῇ μαντικῇ) οὐκ ἔχει ἔλεγχον Synes.Insomn.12 (p.170)
frec. unido a βάσανος y térm. afines ὁ δὲ οὐκ ἔλεγχον παρασχὼν οὐδὲ βάσανον ποῦ δίκην δώσει; Antipho 2.4.7, cf. Is.8.12, Isoc.17.12, Lys.12.31, D.30.36
c. gen. obj. ξυνεπῃτιῶντο ... τὸν Θεμιστοκλέα, ὡς ηὕρισκον ἐκ τῶν Παυσανίου ἐλέγχων acusaron a Temístocles, de acuerdo con lo que descubrieron en sus investigaciones sobre Pausanias Th.1.135
crist., ref. al juicio final ὁ ἔ. τοῦ κόσμου, τοῦ διαβόλου, τοῦ ἀντιχρίστου Dion.Alex. en Eus.HE 7.25.21, ἐν καιρῷ τοῦ ἐλέγχου περὶ τῶν ἁμαρτημάτων Meth.Res.1.24.
3 personif. ὁ Ἔ. Elenco, e.d., la Prueba Men.Fr.507.1, cf. Luc.Pseudol.4, Pisc.17.
4 fig., ref. a una perla como prueba o muestra de la riqueza cum auribus extentis magnos commisit elenchos Iuu.6.459, cf. Plin.HN 9.113.
B en sent. neg.
I argumento refutatorio, refutación ὁ δὲ περὶ τοῦ Ὠκεανοῦ λέξας ... οὐκ ἔχει ἔλεγχον el que ha hablado acerca del Océano ... no tiene refutación Hdt.2.23, cf. Th.3.53, σοφιστικοὶ ἔλεγχοι Refutaciones sofísticas Arist.SE tít., ἔ. καὶ ἀπολογία tít. de un opúsculo de Dionysius Alexandrinus, Ath.Al.Dio.13.3
esp. frec. en fil. y ret. πολύδηρις ἔ. argumento refutatorio muy discutido Parm.B 7.5, ὑμᾶς δὲ χρὴ μὴ ... τὰς αἰτίας τῶν ἐλέγχων προκρίνειν y es preciso que vosotros no prefiráis las acusaciones a las refutaciones Gorg.B 11a.34, ὁ ἔ. οὐδενὸς ἄξιός ἐστιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν Pl.Grg.471e, ἔλεγχον παραδοῦναι τῷ ἀντιδίκῳ Pl.Phdr.273c, ἔ. δὲ συλλογισμὸς μετ' ἀντιφάσεως τοῦ συμπεράσματος una refutación, en cambio, es un razonamiento con contradicción en la conclusión, e.d., que tiene como conclusión la proposición contradictoria de la del oponente, Arist.SE 165a2, cf. APr.66b14, οὕτως διαιρετέον τοὺς φαινομένους συλλογισμοὺς καὶ ἐλέγχους así hay que dividir los razonamientos y refutaciones aparentes Arist.SE 168a18, ἡ τοῦ ἐλέγχου ἄγνοια Arist.ib., ὁ γὰρ ἔ. συναγωγὴ τῶν ἀντικειμένων ἐστίν porque la refutación es una unión de opuestos Arist.Rh.1410a23, διαφέρει ὥσπερ ἐν τοῖς διαλεκτικοῖς ἔ. καὶ συλλογισμός se diferencian como la refutación y el silogismo en la dialéctica de los entimemas demostrativos y los refutativos, Arist.Rh.1396b24, distinto de σημεῖον Anaximen.Rh.1431b3, πραγματικὸς ἔ. refutación basada en hechos Epicur.Nat.28.13.10.9, ὅταν ὑπὸ τῶν ἐλέγχων πιέζωνται Phld.D.3.8.2, cf. Phlp.Aet.296.22, op. μάρτυς Ammon.Diff.309
en constr. prep. εἰς ἔλεγχον λόγους δοῦναι dar argumentos para refutar Pl.Ep.319d, ἐπὶ τὸν ἔλεγχον ... ἰέναι emprender la refutación Pl.Sph.242b
c. gen. obj. πρὸς μὲν τὰ ἀντειπεῖν δεῖ, τῶν δὲ ἔλεγχον ποιήσασθαι a lo uno hay que replicar, de lo otro hacer una refutación Th.3.61, de un poema de Simónides ἔλεγχός ἐστι τοῦ Πιττακείου ῥήματος es una refutación del dicho de Pítaco Pl.Prt.344b, tb. c. compl. prep. Ἰουδαῖοι ... ἀπιστοῦντες ἔχουσιν ἀφ' ὧν ἀναγινώσκουσι καὶ αὐτοὶ γραφῶν τὸν ἔλεγχον los judíos incrédulos reciben su refutación de las escrituras que también ellos leen Ath.Al.Inc.33.
II esp. jud.-crist. censura, reprobación, tal vez deshonor, oprobio (ὁ δίκαιος) ἐγένετο ἡμῖν εἰς ἔλεγχον ἐννοιῶν ἡμῶν (el justo) se nos convirtió en censor de nuestros pensamientos LXX Sap.2.14, op. ἔλεος LXX Si.16.12, ἀνάβλεψον εἰς ἔλεγχον τοῦ τυφλοῦ τῶν ... ἀνθρώπων γένους Ph.1.483, ἔ. δέ ἐστιν προφορὰ ἁμαρτίας εἰς τὸ μέσον φέρουσα Clem.Al.Paed.1.9.78, cf. Origenes Io.6.58, ἔ. καὶ ὄνειδος μέγιστον αὐτῷ τυγχάνει PSI 1337.14 (III d.C.), ὁ τοῦτο προστάξας (Ἰουλιανός) ... τοὺς ἐλέγχους ... οὐ διέφυγεν el que decretó esto (Juliano) no escapó a la censura Gr.Naz.M.35.536B, sinón. διόρθωσις Dor.Ab.Sent.18.
C concr. elenco, índice, catálogo, annalium Enni elenchorum Suet.Gramm.Rhet.8, cf. Gloss.2.294, οὐ τούτων ὅ γε παρὼν καιρὸς τὸν ἔλεγχον ἡμᾶς ἀπαιτεῖ παραστήσασθαι al menos la ocasión presente no impide que nosotros proporcionemos el catálogo de esos hechos Eus.DE proem.3.

English (Strong)

from ἐλέγχω; proof, conviction: evidence, reproof.

English (Thayer)

ἐλέγχου, ὁ (ἐλέγχω);
1. a proof, that by which a thing is proved or tested (τό πρᾶγμα τόν ἔλεγχον δώσει, Demosthenes 44,15 (i. e. in τῆς εὐψυχίας, Euripides, Herc. fur. 162; ἐνθαδ' ὁ ἔλεγχος τοῦ πράγματος, Epictetus diss. 3,10, 11; others): τῶν (or rather, πραγμάτων) οὐ βλεπομένων, that by which invisible things are proved (and we are convinced of their reality), Vulg. argumentum non apparentium (Tdf. rerum arg. non parentum)); (others take the word here (in accordance with the preceding ὑπόστασις, which see) of the inward result of proving viz. a conviction; see Lünem, at the passage).
2. conviction (Augustine, convictio): πρός ἔλεγχον, for convicting one of his sinfulness, R G. (Euripides, Plato, Demosthenes, others; the Sept. chiefly for תּוכַחַת.)

Greek Monolingual

(I)
ο (ΑΜ ἔλεγχος)
1. έρευνα, εξέταση για να διαπιστωθεί η αλήθεια, η ακρίβεια, η γνησιότητα, η ορθότητα («ο έλεγχος τών πληροφοριών, της τήρησης τών δρομολογίων, τών προϊόντων, τών αποφάσεων κ.λπ.»)
2. (για θεωρίες, απόψεις κ.λπ.) έρευνα για συγκέντρωση στοιχείων προς αναίρεση ή ανασκευή
3. επίπληξη, μομφή
μσν.- νεοελλ.
φρ. «έλεγχος συνειδήσεως» — τύψεις συνειδήσεως, αυτοκριτικής και μεταμέλεια για κάποια πράξη ή ενέργεια
νεοελλ.
1. βιβλίο το οποίο τηρείται στα σχολεία, όπου καταγράφονται οι βαθμοί προόδου τών μαθητών
2. δελτίο με το οποίο γνωστοποιούνται οι βαθμοί προόδου, ο αριθμός απουσιών και ο χαρακτηρισμός της διαγωγής στους μαθητές και τους κηδεμόνες τους
3. υμενόπτερο έντομο της οικογένειας τών στυλοπιδών
4. μαλάκιο γαστερόποδο
5. «οικονομικός έλεγχος»
α) η έρευνα και εξακρίβωση της ορθότητας και νομιμότητας της οικονομικής διαχείρισης
β) η υπηρεσία που ασκεί τον οικονομικό έλεγχο
6. «διοικητικός έλεγχος» ή «έλεγχος διοικήσεως» — ο έλεγχος για την νομιμότητα και την καλή λειτουργία της διοικήσεως, κυρίως, ως προς την οικονομική διαχείριση
7. «έλεγχος γεννήσεων» — τα μέτρα για τον περιορισμό του αριθμού τών γεννήσεων
8. «έλεγχος βολής» — το σύνολο τών μηχανισμών και οι ενέργειες τών χειριστών τών πυροβόλων ώστε να βάλλουν ως ενιαίο σύνολο εναντίον στόχου
αρχ.-μσν.
απόδειξη, αποδεικτικό στοιχείο
μσν.
ο κατήγορος
αρχ.
1. επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να αναιρεθεί συλλογισμός, άποψη, κ.λπ.
2. αναίρεση με τη χρησιμοποίηση της «εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς»
3. ευκαιρία για ανασκευή, αντίκρουση, αναίρεση («δίδωμί τι εἰς ἔλεγχον», «δίδωμι ἔλεγχον ἀρετῆς», «ποιεῑν ή ποιεῑσθαι ἔλεγχον τῶν πεπραγμένων», «ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι», «ἐλέγχους προσφέρειν»)
4. κατάλογος, ευρετήριο
5. πολυτελές κόσμημα.
(II)
ἐλεγχος, το (Α)
1. καταισχύνη, ντροπή («...ἔλεγχος ἔσσεται, εἴ κεν νῆας ἕλῃ κορυθαίολος Ἕκτωρ» — θα είναι ντροπή να κυριεύσει τα πλοία...)
2. φρ. «ἐλέγχεα» ή «κάκ' ἐλέγχεα» — επονείδιστοι, ξεφτιλισμένοι.

Greek Monotonic

ἔλεγχος: ὁ (ἐλέγχω), η κατά αντιπαράσταση εξέταση αντιδίκου, αποδεικτικό μέσο, δοκιμασία, σχολαστική έρευνα, ἔχειν ἔλεγχον, κάτι επιδέχεται ανασκευή, σε Ηρόδ., Θουκ.· ἔλ.διδόναι τοῦ βίου, να λογοδοτώ για την ζωή μου, σε Πλάτ.· εἰςἔλ. πίπτειν, καταδικάζομαι, σε Ευρ.· οἱ περὶ Παυσανίαν ἔλ., οι αποδείξεις με τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, σε Θουκ.
ἔλεγχος: τό (ἐλέγχω), όνειδος, ντροπή, ατιμία, ύβρις, εξύβριση, ατίμωση, σε Όμηρ.· λέγεται για άνδρες, κάκ' ἐλέγχεα, ποταπές, άθλιες κατηγορίες για το δικό σου όνομα, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἔλεγχος: II
1) опровержение: ὁ ἔ. ἀντιφάσεως συλλογισμός Arst. опровержение есть силлогизм отрицания; τὰ ψευδῆ ἔλεγχον ἔχει Thuc. ложь сама себя опровергает; οὐκ ἔχειν ἔλεγχον Her. не заслуживать опровержения или разбора; ἔλεγχον παραδιδόναι τινί Plat. дать кому-л. слово для возражения;
2) довод, доказательство: τὸ πρᾶγμα ἤδη τὸν ἔλεγχον δώσει Dem. само уже дело скажет за себя (ср. 5); εἰς ἔλεγχον χειρὸς καὶ ἔργου μολεῖν Soph. доказывать делом;
3) улика (οἱ περὶ Παυσανίαν ἔλεγχοι Thuc.): εἰς ἔλεγχον μὴ πέσῃ φοβούμενος Eur. боясь быть уличенным;
4) pl. (из)обличение (τῶν πονηρῶν Plut.);
5) испытание, рассмотрение, разбор: εἰς ἔλεγχον ἐξιὼν ὁρῶ … Soph. разобравшись, я вижу, что …; ἐπί τινος ἔλεγχον λαβεῖν Plut. убедиться на основании чего-л.; διδόναι ἔλεγχον τοῦ βίου Plat. дать отчет о своей жизни (ср. 2).
εος τό
1) позор, бесчестие, бесславие Hom., Pind.;
2) (в обращении) низкий человек, жалкий трус (κάκ᾽ ἐλέγχεα Hom., Hes.).

Middle Liddell

ἐλέγχω
a reproach, disgrace, dishonour, Hom.: of men, κάκ' ἐλέγχεα base reproaches to your name, Il.
ἔλεγχος, ὁ, ἐλέγχω
a cross-examining, testing, for purposes of disproof or refutation, ἔχειν ἔλεγχον to admit of disproof, Hdt., Thuc.; ἔλ. διδόναι τοῦ βίου to give an account of one's life, Plat.; εἰς ἔλ. πίπτειν to be convicted, Eur.; οἱ περὶ Παυσανίαν ἔλ. the evidence on which he was convicted, Thuc.

Chinese

原文音譯:œlegcoj 誒累格何士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:暴露(著) 相當於: (יָכַח‎) (תֹּוכֵחָה‎ / תֹּוכַחַת‎)
字義溯源:證明,說服,確證,確據;源自(ἐλέγχω)*=駁倒)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 確據(1) 來11:1