Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νηλής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νηλής Medium diacritics: νηλής Low diacritics: νηλής Capitals: ΝΗΛΗΣ
Transliteration A: nēlḗs Transliteration B: nēlēs Transliteration C: nilis Beta Code: nhlh/s

English (LSJ)

ές, Ep. neut. νηλεές; Ep. also νηλειής, ές, Hes.Th.770, h.Ven.245, A.R.4.476: (νη-, ἔλεος):—poet. Adj. (in Prose sts. ἀνηλεής, q.v.) A pitiless, ruthless, Il.9.632; νηλέϊ χαλκῷ with ruthless blade, 3.292, al.; νηλέϊ δεσμῷ 10.443; ν. θυμὸν ἔχοντες a resolute or dogged spirit, 19.229; νηλέϊ ὕπνῳ relentless sleep, which has exposed the sleeper to ill, Od.12.372; ν. ἦμαρ, i.e. the day of death, Il.11.484, Od.9.17, etc.; ν. ἦτορ Il.9.497; νηλέα νόον Φάλαριν Pi.P.1.95; νηλεεῖ νόῳ Id.Fr.177; ν. σὺ καὶ θράσους πλέως A.Pr.42; ν… ὅστις ἱκτῆρας ἐκθύει E.Cyc.369 (lyr.). Adv. -εῶς A.Pr.242; Ep. -ειῶς A.R. 2.626, IG5(1).733 (Sparta). II Pass., unpitied, ἔκειτο νηλεὲς… σῶμα S.Ant.1197; νηλέα δὲ γένεθλα… κεῖται Id.OT180 (lyr.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

νηλής: -ές, Ἐπικ. οὐδ. νηλεές· Ἐπικ. ὡσαύτως νηλειής, ές, Ἡσ. Θεογ. 770, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφρ. 246· (νή-, ἔλεος)· - ποιητ. ἐπίθετ. (παρὰ τοῖς πεζογράφοις ἐνίοτε ἀνηλεής, -εῶς), ἀνηλεής, σκληρός, ἄσπλαγχνος, νηλὴς Ἰλ. Ι. 632 (628)· νηλέϊ χαλκῷ, ἀνηλεεῖ σιδήρῳ συχν. παρ’ Ὁμ.· νηλέϊ δεσμῷ Ἰλ. Ι. 443· νηλέα θυμὸν ἔχοντας, ἀνηλεῆ, σκληρὰν ψυχὴν ἔχοντας, Τ. 229· νηλέϊ ὕπνῳ, ἀπηνεῖ ὕπνῳ, καθ’ ὃν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς πολλοὺς κινδύνους, Ὀδ. Μ. 372· νηλεὲς ἦμαρ, ἡ τοῦ θανάτου ἡμέρα, Ἰλ. Λ. 484, Ὀδ. Ι. 17, κτλ.· νηλεὲς ἦτορ Ἰλ. Ι. 497· οὕτω παρὰ τοῖς μεθ’ Ὅμηρον ποιηταῖς, νηλεεῖ νόσῳ Πινδ. Ἀποσπ. 168· νηλὴς σὺ καὶ θράσους πλέως Αἰσχύλ. Τρ. 42· νηλής... ὅστις ἱκτῆρας ἐκθύει Εὐρ. Κύκλ. 369. - Ἐπίρρ. νηλεῶς Αἰσχύλ. Πρ. 240· Ἐπικ. -ειῶς, Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 626, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 476. 7. ΙΙ. Παθ., ὃν δὲν λυπεῖται, ὃν δὲν οἰκτίρει τις, ἔκειτο νηλεές... σῶμα Σοφ. Ἀντ. 1197· νηλέα δὲ γένεθλα... κεῖται ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 180 - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 73.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
c. νηλεής.

English (Autenrieth)

(νη-, ἔλεος): pitiless, ruthless, relentless; of persons, and often fig., θῦμός, ἦτορ, δεσμός, νηλεὲς ἦμαρ, ‘day of death’; ὕπνος, of a sleep productive of disastrous consequences, Od. 12.372.
see νηλεής.

English (Slater)

νηλής, νηλεής
   1 pitiless τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα νηλέα νόον Φάλαριν (P. 1.95) νηλὴς γυνά Klytaimnestra (P. 11.22) νηλεεῖ νόῳ δ fr. 177e.

Greek Monolingual

νηλής, -ές (Α)
βλ. νηλεής.

Greek Monotonic

νηλής: -ές, Επικ. ουδ. νηλεές (όπως αν προερχόταν από το νηλεής), Επικ. επίσης νηλειής, -ὲς (νή-, ἔλεος
I. ανελέητος, σκληρός, άσπλαχνος, σε Ομήρ. Ιλ.· νηλέϊ χαλκῷ, με άκαμπτο ατσάλι, σκληρό σίδηρο, σε Όμηρ.· νηλέϊὕπνῳ, λέγεται για αμείλικτο ύπνο, που εκθέτει τους ανθρώπους στην αρρώστια και γενικά σε κινδύνους χωρίς τη δυνατότητα αντίστασης, σε Ομήρ. Οδ.· νηλεὲς ἦμαρ, ημέρα θανάτου, σε Όμηρ.· επίρρ. νηλεῶς, σε Αισχύλ.
II. Παθ., αυτός που δεν έχει γνωρίσει το έλεος κανενός, αυτός τον οποίο δεν λυπάται κανείς, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

νηλής: стяж. = νηλεής.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: without compassion, pitiless; also unescapable, unavoidable (in νηλεες ἦμαρ a.o.).
Other forms: -εές (ep. poet. Il.); metr. lengthened νηλειής, -ειές (Hes. Th. 770 a. h. Ven. 245 [verse-begin], A. R. 4, 476; Chantraine Gramm. hom. 1, 74 u. 101)
Compounds: As 1. member a.o. in νηλεό-ποινος punishing pitilessly (Hes.).
Origin: IE [Indo-European] [???] *n̥-h₁leu̯-es- pitiless
Etymology: In the sense of without pity from the negation *n̥ and ἔλεος (< *h₁leu̯os, s.v.) or ἐλεέω; as unescapable from ἀλέομαι < *h₂leu̯- (Schulze KZ 29, 262 = Kl. Schr. 375). S. Chantraine Rev. de phil. 56, 289, W. Burkert Zum altgr. Mitleidsbegriff, Diss. Erlangen 1955 (s. Seyffert Gnomon 31,389ff.). -- The PN Νηλεύς (Hom.) is often connected ("the one without pity" as god of death?, s. Fick-Bechtel 430, Schulze Q. 289, Deroy Rev. belge de phil. 36, 1058), but the name is rather Pre-Greek. Quite uncertain hypotheses on pre-gr. origin in Bosshardt 133 and Lombardo Ist. Lomb. 91, 248.

Middle Liddell

νη-λής, ές [νή-, ἔλεος
I. pitiless, ruthless, Il.; νηλέϊ χαλκῷ with ruthless steel, Hom.; νηλέϊ ὕπνῳ relentless sleep, which exposes men without defence to ill, Od.; νηλεὲς ἦμαρ, i. e. the day of death, Hom.:— adv. νηλεῶς Aesch.
II. pass. unpitied, Soph.

Frisk Etymology German

νηλής: -εές (ep. poet. seit Il.);
{nēl(e)ḗs}
Forms: metr. gedehnt νηλειής, -ειές (Hes. Th. 770 u. h. Ven. 245 [Versanfang], A. R. 4, 476; Chantraine Gramm. hom. 1, 74 u. 101)
Meaning: ohne Mitleid, erbarmungslos, auch unentrinnbar, unausweichlich (in νηλεὲς ἦμαρ u.a.)?
Composita : Als Vorderglied u.a. in νηλεόποινος mitleidslos strafend (Hes.).
Etymology : Im Sinn von ohne Mitleid von der Satznegation *νε und ἔλεος (s.d.) oder ἐλεέω; als unentrinnbar zu ἀλέομαι (Schulze KZ 29, 262 = Kl. Schr. 375). Egli Heteroklisie 70 f. (zögernde Vermutung schon bei Risch 76 A. 1; s. auch dens. Eumusia. Festschrift Howald [1947] 88f.) will νηλεής nur mit ἀλέομαι verbinden; die Bed. erbarmungslos wäre durch sekundäre Umdeutung entstanden; ablehnend Chantraine Rev. de phil. 56, 289, W. Burkert Zum altgr. Mitleidsbegriff, Diss. Erlangen 1955 (s. Seyffert Gnomon 31,389ff.). Noch fraglicher ist der Versuch Eglis, auch ἐλεέω einschließlich ἔλεος als Ausfluß einer weiteren Umdeutung zu erklären. — Auch der PN Νηλεύς (Hom. usw.) ist mehrfach hierher gestellt worden ("der Mitleidslose" als alter Todesgott?, s. Fick-Bechtel 430, Schulze Q. 289, Deroy Rev. belge de phil. 36, 1058 m. weiterer Lit.); ganz unsichere Hypothesen über vorgr. Herkunft bei Bosshardt 133 und Lombardo Ist. Lomb. 91, 248.
Page 2,314-315

English (Woodhouse)

νηλής = merciless, pitiless

⇢ Look up "νηλής" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)