Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴαξ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: οἴαξ Medium diacritics: οἴαξ Low diacritics: οίαξ Capitals: ΟΙΑΞ
Transliteration A: oíax Transliteration B: oiax Transliteration C: oiaks Beta Code: oi)/ac

English (LSJ)

ᾱκος, Ion. οἴηξ, ηκος, ὁ, prop.

   A handle of rudder, tiller (Poll.1.89), πηδαλίων οἴακος ἀφέμενος (cf. πηδάλιον) Pl.Plt.272e : generally, helm, οἴακος εὐθυντῆρος ὑστάτου νεώς A.Supp.717 ; στρέφειν οἴακα E. Hel.1591 : pl., οἰάκων φύλαξ ib.1578 ; οἴακες εὐπρύμνου νεώς Id.IT1357 ; τὸν οἴακα εἴσω ἄγειν ἢ ἔξω Pl.Alc.1.117c.    2 metaph., helm of government, ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴ. νωμῶν A.Th.3 ; πραπίδων οἴ. νέμων Id.Ag.802 (anap.) ; χαλινῶν ἔργον οἰάκων θ' ἅμα S.Fr.869, cf. E.Or. 795 ; τὸν οἴ. στρέφει δαίμων ἑκάστῳ Anaxandr.4 ; τύχης οἴ. IG7.3226.5 (Orchom. Boeot.) ; = ὡροσκόπος, Paul.Al.L.2.    II in Il.24.269, οἴηκες are prob. rings of the yoke, through which pass the reins for guiding the mules, cf. ἕστωρ.

Greek (Liddell-Scott)

οἴαξ: -ακος, Ἰων. οἴηξ, ηκος, ὁ, κυρίως, ἡ λαβὴ τοῦ πηδαλίου, τὸ «δοιάκι» (Πολυδ. Α΄, 89), οἷον πηδαλίων οἴακος ἀφέμενος (πρβλ. πηδάλιον) Πλάτ. Πολιτικ. 272Ε· καθόλου, τὸ πηδάλιον, οἴακος εὐθυντῆρος ὑστάτου νεὼς Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 717· στρέφειν οἴακα Εὐρ. Ἑλ. 1591· ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ., οἰάκων φύλαξ αὐτόθι 1578· οἴακες εὐπρύμνου νεὼς Ι. Τ. 1357· τὸν οἴακα εἴσω ἄγειν ἢ ἔξω Πλάτ. Ἀλκ. 1. 117C. 2) μεταφ. τὸ πηδάλιον τῆς κυβερνήσεως ἢ διοικήσεως, ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴακα νομῶν Αἰσχύλ. Θήβ. 3· πραπίδα οἴακα νέμων Ἀγ. 802· χαλινῶν ἔργον οἰάκων θ’ ἅμα Σοφ. Ἀποσπ. 712, πρβλ. Εὐρ. Ὀρ. 795· τὸν οἴακα στρέφει δαίμων ἑκάστῳ Ἀναξανδρ. ἐν «Ἀγχίσῃ» 1· τύχης οἴακι Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 491. 5. ΙΙ. ἐν Ἰλ, Ω. 269, οἴηκες, εἶναι πιθανῶς κρίκοι τινὲς ἐπὶ τοῦ ζυγοῦ ἁμάξης δι’ ὧν ἐνειρόμεναι αἱ ἡνίαι διευθύνουσιν ὡς δι’ οἴακος τοὺς ἵππους ἢ τὰς ἡμιόνους, πρβλ. ἕστωρ.

French (Bailly abrégé)

οἴακος (ὁ) :
1 barre ou timon de gouvernail, p. ext. gouvernail;
2 οἱ οἴακες anneaux du joug où passent les rênes.
Étymologie: *οἴω ; cf. οἴσω.

Greek Monolingual

και οίακας, ο (Α οἴαξ, ιων. τ. οἴηξ)
1. η λαβή του πηδαλίου, μοχλός που χρησιμεύει στη μετακίνηση του πηδαλίου, το δοιάκιοἷον πηδαλίων οἴακος ἀφέμενος», Πλάτ.)
2. (κατ' επέκτ.) το πηδάλιο, το τιμόνι («οἴακος εὐθυντῆρος ὑστάτου νεώς», Αισχύλ.)
3. μτφ. διακυβέρνηση, διοίκηση, διεύθυνση («ἐν πρύμνῃ πόλεως οἴακα νωμῶν», Αισχύλ.)
νεοελλ.
ανατ. εμβρυϊκός σχηματισμός που κατευθύνει τον όρχη κατά την κάθοδο του στο όσχεο και που κατά την μετεμβρυϊκή ζωή διατηρείται με τη μορφή του οσχεϊκού συνδέσμου
αρχ.
στον πληθ. οἱ οἴηκες
μτφ. κρίκοι πάνω στον ζυγό της άμαξας, μέσα από τους οποίους περνούν τα ηνία που κατευθύνουν τα υποζύγια, όπως ο οίακας κατευθύνει το πλοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. οἴαξ είναι παράγωγο σε -αξ (< IE -āk-), πρβλ. πόρπᾱξ, τρόπηξ, ενός θέματος σε -ο- η σε -- που μαρτυρείται στο φινοουγγρ. δάνειο από τη Βαλτική aisa «υποστήριγμα φορείου» (ΙΕ oisā-, oiso-). Στο ίδιο θέμα ανάγονται πιθ. και τα σλοβεν. oje, ojesa «τιμόνι», αρχ. ινδ. īsa «τιμόνι», αβεστ. aēsa «αλέτρι» και χετιττ. hišša, «τιμόνι». Στην Ελληνική η λ. οἴαξ χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει αποκλειστικά το τιμόνι του πλοίου (πρβλ. και λ. ιστός). Από το υποκορ. οιάκιον του οἴαξ σχηματίστηκε με παρετυμολογική επίδραση του διοικώ και ο τ. δοιάκι].

Greek Monotonic

οἴαξ: -ᾱκος, Ιων. οἴηξ, -ηκος, ὁ,
I. η λαβή του πηδαλίου του πλοίου, τιμόνι, και γενικά, σύστημα ή όργανο διεύθυνσης, σε Αισχύλ., Ευρ. κ.λπ.· μεταφ., το τιμόνι της διακυβέρνησης, το πηδάλιο της διοίκησης, σε Αισχύλ.
II. στην Ομήρ. Ιλ., οἱ οἴηκες είναι οι κρίκοι του ζυγού της άμαξας, μέσα από τους οποίους περνούν τα χαλινάρια για την καθοδήγηση των μουλαριών.

Russian (Dvoretsky)

οἴαξ: ᾱκος, ион. οἴηξ, ηκος ὁ
1) рукоять кормового весла (ὄ. πεδαλίων Plat.);
2) кормовое весло, руль (νεώς Aesch.); перен. кормило (πόλεως Plat.): ἄγειν τὸν οἴακα εἴσωἔξω Plat. поворачивать кормовое весло к себе или от себя;
3) яремное кольцо (для продевания вожжей): ζυγὸν οἰήκεσσιν ἀρηρός Hom. снабженное кольцами ярмо.

Frisk Etymological English

ακος
Grammatical information: m.
Meaning: handle (bar) of the rudder, rudder (trag., Pl.), οἴηκες pl. name of a apparatus on the yoke ('handle'?, eyes?; Ω 269).
Other forms: ion. -ηξ, -ηκος.
Compounds: As 1. member e.g. in οἰακο-νόμος m. steersman (A. in lyr.; cf. Sommer Nominalkomp. 166), as 2. member in κερ-οίακες (from κερα(ι)-οίακες) pl. rigging of the yardarm? (Luc. Nav. 4).
Derivatives: Dimin. οἰάκιον (Eust.); adv. οἰακ-ηδόν after the mannar of an οἴαξ (A.D.); denom. οἰακ-ίζω (-η-) to pilot, to steer (ion. att.) with -ισμα steering (Trag. Adesp.), -ιστής (Suid.); οἰάκ-ωσις steering (Aq.), from *οἰακ-όω or directly from noun (cf. Chantraine Form. 279). -- Besides οἰήϊον n. rudder (Hom.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [to be added] (ois-ak-, h₃eis- bar?
Etymology: Instrument-name formed like πόρπᾶξ, τρόπηξ, resp. λαισήϊον, ἐργαλήϊον a.o. (Chantraine 381 a. 60 f.). The basis of the Greek words was an old noun with unknown stem; an ā-stem *oisā- is possible, nut not necessary. The noun seems preserved as Balt. LW [loanword] in Finnougr., e.g. Finn. aisa bar of the forked pole (thill) from Balt. *aisō or *aisa- (IE *oisā-, *oiso-). The Balt. word is again based on a Slav. s-stem, e.g. Sloven. ojê, ojês-a (carriage) pole (further Slav. forms in Vasmer s.vojé), IE. *oio \/ es- n. Besides with zero grade, also lengthened, Skt. īṣ-ā́ f. pole, from which as LW [loanword] Hitt. hišša-'pole' (s. Kronasser Etymologie 144 against Kammenhuber; borrowing is also denied by Benveniste Hitt. et i.-eur. 13f.). Further combinations, for Greek unimportant, in WP. 1, 167 and Pok. 298 (after Lidén Stud. 60ff., Specht Ursprung 101). -- To be rejected Dumézil BSL 39, 192f. On the meaning of οἴαξ Meringer WuS 5, 89 ff, Hermann Gött. Nachr. 1943, 7 f.; the connection with a ship is a Greek innovation, cf. on ἱστός. -- Ngr. δοιάκι (Schwyzer KZ 63, 62). - The suffix -ακ- rather suggests a Pre-Greek word (which the language may have adapted to nautical use).

Middle Liddell

οἴαξ, ᾱκος,
I. the handle of the rudder, the tiller, and generally, the helm, Aesch., Eur., etc.:— metaph. the helm of government, Aesch.
II. in Il., οἴηκες are the rings of the yoke, through which pass the reins for guiding the mules. {{FriskDe |ftr=οἴαξ: -ακος
{oíaks-}
Forms: ion. -ηξ, -ηκος
Grammar: m.
Meaning: ‘Griff (Querholz) des Steuerruders, Steuerruder’ (Trag., Pl. u.a.), οἴηκες pl. Ben. einer Vorrichtung auf dem Joche (’Griffe’?, Ösen?; Ω 269).
Composita : Als Vorderglied u.a. in οἰακονόμος m. Steuermann (A. in lyr.; vgl. Sommer Nominalkomp. 166), als Hinterglied m κεροίακες (aus κερα(ι)-οίακες) pl. Taue des Rahnocks? (Luk. Nav. 4).
Derivative: Ableitungen. Demin. οἰάκιον (Eust.); Adv. οἰακηδόν [[nach Art eines οἴαξ (A.D.); Denom. οἰακίζω (-η-) steuern, lenken (ion. att.) mit -ισμα das Steuern (Trag. Adesp.), -ιστής (Suid.); οἰάκωσις das Steuern (Aq.), von *οἰακόω oder direkt vom Nomen (vgl. Chantraine Form. 279). — Daneben οἰήϊον n. Steuerruder (Hom.). Gerätebenennungen, wie πόρπᾶξ, τρόπηξ, bzw. λαισήϊον, ἐργαλήϊον u.a. (Chantraine 381 u. 60 f.) gebildet.
Etymology : Als Grundlage der griechischen Wörter hat ein altes Nomen unbekannten Stammes gedient; ein ā-Stamm *oisā- ist möglich, aber keineswegs notwendig. Das betreffende Nomen scheint tatsächlich als balt. LW im Finnougr. erhalten zu sein, z.B. finn. aisa Stange der Gabeldeichsel aus balt. *aisō oder *aisa- (idg. *oisā-, *oiso-). Dem balt. Wort liegt wiederum ein im Slav. erhaltener s-Stamm zugrunde, z.B. sloven. ojê, ojês-a Deichsel (weitere slav. Formen bei Vasmer s.vojé), idg. *oio / es- n. Daneben mit Schwachstufe, ebenfalls erweitert, aind. īṣ-ā́ f. Deichsel, wovon als LW heth. hišša-’Deichsel’ (s. Kronasser Etymologie 144 gegen Kammenhuber; Entlehnung leugnet auch Benveniste Hitt. et i.-eur. 13f.). Weitere Kombinationen, für das Griechische ohne Belang, bei WP. 1, 167 und Pok. 298 (nach Lidén Stud. 60ff., Specht Ursprung 101). — Abzulehnen Dumézil BSL 39, 192f. Zur Bed. von οἴαξ Meringer WuS 5, 89 ff, Hermann Gött. Nachr. 1943, 7 f.; die Beziehung auf das Schiff ist griechische Neuerung, vgl. zu ἱστός. — Ngr. δοιάκι (Schwyzer KZ 63, 62).
Page 2,356 }}