Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προτάσσω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: προτάσσω Medium diacritics: προτάσσω Low diacritics: προτάσσω Capitals: ΠΡΟΤΑΣΣΩ
Transliteration A: protássō Transliteration B: protassō Transliteration C: protasso Beta Code: prota/ssw

English (LSJ)

Att. προτάττω, 2 aor. Pass. προετάγην [ᾰ] A.D.Synt.306.16:—

   A place or post in front, σφᾶς αὐτοὺς π. πρὸ τῶν Ἑλλήνων put themselves in front of them, so as to defend them, And.1.107; π. σφῶν αὐτῶν Ἀστύμαχον put him at their head, as speaker, Th.3.52:—Med., προετάξαντο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας posted the horse in front of it, X.HG6.4.10:—Pass., stand before one, so as to protect, ἄναξ, προτάσσου A.Supp.835 (lyr.); τὸ προταχθέν the front rank, van, X.Cyr. 5.3.37; οἱ προτεταγμένοι Id.HG2.4.15, Ar.Pax1340; προταχθέντες ὑπὲρ ἁπάντων Isoc.4.99; also in documents, ὁ -τεταγμένος the aforesaid, POxy.1112.18 (ii A.D.), etc.    2 class as prior, Plot.6.1.25; prefer, τί τινος Sch.Ar.Ra.546.    3 Gramm., prefix, D.T.631.7 (Pass.), etc.; προτάσσεται τῷ ῥήματι καὶ ὑποτάσσεται A.D.Pron. 116.6.    II appoint or determine beforehand, χρόνον S.Tr.164; ἆθλον Arist.Pr.956b17, 20 (Act. and Pass.):—Pass., προτεταγμένοι Aen.Tact.1.5.    III Med., set before oneself, take as an example, Pl.Sph.218e; propose to oneself, ἐκ τούτου τὸ ζῆν ib.224d.

German (Pape)

[Seite 790] att. -ττω, vorn od. voran ordnen, in das erste Glied stellen, Sp.; zum Schutz vorstellen, σφᾶς αὐτοὺς προτάξαντες πρὸ τῶν Ἑλλήνων, Andoc. 1, 107; gew. med. sich vorstellen zum Schutz, schützen, ἄναξ προτάσσου, Aesch. Suppl. 815; προταχθέντες ὑπὲρἁπάντων, Ggstz ἀκολουθεῖν, Isocr. 4, 99; sich vorsetzen, εἴ τις ἐκ τούτου τὸ ζῆν προὐτάξατο, Plat. Soph. 224 d, sich eine Lebensart vor andern wählen; προτακτέον, Xen. Mem. 3, 1, 10; – vorher festsetzen, bestimmen, χρόνον, Soph. Trach. 163, u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

προτάσσω: Ἀττ.-ττω· μέλλ. -ξω, θέτω, τοποθετῶ ἔμπροσθεν, πρ. σφᾶς αὐτοὺς πρὸ τῶν Ἑλλήνων, προτάσσουσιν ἑαυτοὺς πρὸ τῶν Ἑλλ., ὥστε νὰ ὑπερασπίσωσιν αὐτούς, Ἀνδοκ. 14. 31· ὡσαύτως, πρ. σφῶν αὐτῶν Ἀστύμαχον Θουκ. 3. 52. ― Μέσ., προετάξατο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας, ἐτοποθέτησε τοὺς ἱππεῖς πρὸ τῆς φάλ., Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 10. ― Παθ., ἵσταμαι ἔμπροσθέν τινος ἵνα ὑπερασπίσω αὐτόν, ἄναξ, προτάσσου Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 835· τὸ προταχθέν, οἱ προτεταγμένοι Ξεν. Κύρ. 5. 3, 37, Ἑλλ. 2. 4, 15, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1340· προταχθέντες ὑπὲρ ἁπάντων Ἰσοκρ. 61C. 2) προτιμῶ, τί τινος Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 546· πρβλ. προτακτέον. ΙΙ. καθόλου, ὁρίζω ἐκ τῶν προτέρων, χρόνον Σοφ. Τρ. 164· ἆθλον Ἀριστ. Προβλ. 30. 11. ― Μέσ.,τάσσω πρὸ ἐμοῦ, λαμβάνω ὡς παράδειγμα, Πλάτ. Σοφιστ. 218Ε· προτείνω εἰς ἐμαυτόν, σκοπεύω, τι αὐτόθι 224D. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 313.

French (Bailly abrégé)

1 ranger en avant, placer au premier rang : σφῶν αὐτῶν τινα THC placer qqn à leur tête (pour parler en leur nom) ; οἱ προτεταγμένοι XÉN les combattants du premier rang;
2 fixer d’avance, acc.;
Moy. προτάσσομαι ranger en avant (des troupes à soi) : τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας XÉN ranger sa cavalerie en avant de la troupe.
Étymologie: πρό, τάσσω.

English (Strong)

from πρό and τάσσω; to pre-arrange, i.e. prescribe: before appoint.

English (Thayer)

perfect passive participle προτεταγμενος;
1. to place before.
2. to appoint before, define beforehand: χρόνον, Sophocles Trach. 164; καιρούς, passive, (see προστάσσω, 2); νόμους, passive, 2 Maccabees 8:36.

Greek Monolingual

ΝΑ, και αττ. τ. προτάττω Α τάσσω
1. θέτω, τοποθετώ μπροστά, προτείνω (α. «προτάξαμε τα στήθη μας» β. «προετάξαντο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας» — τοποθέτησαν τους ιππείς μπροστά από τη φάλαγγα, Ξεν.)
2. τάσσω κάτι στην αρχή, πριν από κάτι άλλο (α. «το επίθετο προτάσσεται του ουσιαστικού» β. «προτάσσεται τῷ ῥήματι καὶ ὑποτάσσεται», Διον. θρ.
γ. «προτάσσονται τὰ εὔκολα καὶ ἐπιτάσσονται τὰ δυσκολώτερα», Απολλ. Δύσκ.)
νεοελλ.
μτφ. προβάλλω («θα προτάξουμε σθεναρή αντίσταση»)
αρχ.
1. τοποθετώ ως πρώτο
2. προτιμώ
3. ορίζω εκ τών προτέρων («χρόνον προτάξας ὡς τρίμηνον», Σοφ.)
4. μέσ. προτάσσομαι
α) στέκομαι μπροστά από κάποιον ή κάτι για προφύλαξη ή υπεράσπισή του («ἀλλ' ἀράμενοι φέρωμεν oἱ προτεταγμένοι τὸν νυμφίον», Αριστοφ.)
β) θέτω ως παράδειγμα («τί δῆτα προταξαίμεθ' ἄν εὔγνωστον μὲν καὶ σμικρόν», Πλάτ.)
γ) θέτω ως σκοπό μου («πωλῶν ἐκ τούτου τὸ ζῆν προυτάξατο», Πλάτ.).

Greek Monotonic

προτάσσω: Αττ. -ττω, μέλ. -ξω,
I. τοποθετώ ή βάζω μπροστά, προτάσσω σφῶν αὐτῶν Ἀστύμαχον, τον τοποθετώ πριν από τους άλλους, ως ομιλητή, σε Θουκ. — Μέσ., προετάξατο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας, τοποθέτησε τους ιππείς μπροστά από αυτή, σε Ξεν. — Παθ., στέκομαι μπροστά από κάποιον έτσι ώστε να τον προστατεύω, να τον προασπιστώ, σε Αισχύλ.· τὸ προταχθέν, οἱ προτεταγμένοι, οι μπροστινές σειρές, προφυλακή, εμπροσθοφυλακή, σε Ξεν.
II. γενικά, ορίζω ή καθορίζω εκ των προτέρων, χρόνον, σε Σοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προτάσσω Ion. voor προτάττω.

Russian (Dvoretsky)

προτάσσω: атт. προτάττω тж. med.
1) ставить впереди, выдвигать вперед: προτάξαντες σφῶν αὐτῶν Ἀστύμαχον Thuc. выслав вперед (для переговоров) Астимаха; οἱ προτεταγμένοι и τὸ προταχθέν Xen. передовые ряды; προτάσσου Aesch. стань впереди, т. е. защити (нас);
2) заранее устанавливать, наперед определять (χρόνον Soph.);
3) брать в виде примера (τί δῆτα προταξαίμεθ᾽ ἄν; Plat.);
4) ставить целью: ἔκ τινος τὸ ζῆν προτάξασθαι Plat. стремиться извлечь из чего-л. средства к существованию;
5) учреждать, устраивать (ἆθλόν τι Arst.).

Middle Liddell

attic -ττω fut. ξω
I. to place or post in front, πρ. σφῶν αὐτῶν Ἀστύμαχον put him at their head, as speaker, Thuc.:—Mid., προετάξατο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας he posted his horse in front of it, Xen.:— Pass. to stand before one, so as to protect, Aesch.; τὸ προταχθέν, οἱ προτεταγμένοι the front ranks, van, Xen.
II. generally, to appoint or determine beforehand, χρόνον Soph.

Chinese

原文音譯:prot£ssw 普羅-他所
詞類次數:動詞(1)
原文字根:先-規定
字義溯源:預先安排,指派;由(πρό)*=前)與(τάσσω)*=處理,安排)組成
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 預先安排(1) 徒17:26