Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγχόνη

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ἀγχόνη Medium diacritics: ἀγχόνη Low diacritics: αγχόνη Capitals: ΑΓΧΟΝΗ
Transliteration A: anchónē Transliteration B: anchonē Transliteration C: agchoni Beta Code: a)gxo/nh

English (LSJ)

ἡ, (ἄγχω)

   A strangling, hanging, ἀγχόνης . . τέρματα A.Eu.746; ἔργα κρείσσον' ἀγχόνης deeds too bad for hanging, S.OT1374; τάδ' ἀγχόνης πέλας 'tis nigh as bad as hanging, E.Heracl.246; ταῦτ' οὐχὶ . . ἀγχόνης ἔστ' ἄξια ; Id.Ba.246; ταῦτα . . οὐκ ἀ. ; Ar.Ach.125; οἱ δ' ἀγχόνην ἥψαντο Semon.1.18: rare in Prose, ἀ. καὶ λύπη Aeschin.2.38:— in pl., ἐν ἀγχόναις θάνατον λαβεῖν E.Hel.200, cf. ib.299, HF154; αἱ ἀ. μάλιστα τοῖς νέοις Arist.Pr.954b35.    II = μανδραγόρα, Ps.-Dsc. 4.75.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγχόνη: ἡ, (ἄγχω) κρέμασμα, στραγγάλισμα, πνίξιμον, Τραγ. κτλ.· ἀγχόνης… τέρματα, Αἰσχύλ. Εὐμ. 746· ἔργα κρείσσον ἀγχόνης, ἄξια μείζονος τιμωρίας, παρὰ πολὺ κακά, δηλ. δι’ ἀγχόνην, Σοφ. Ο. Τ. 1374· τάδ’ ἀγχόνης πέλας, σχεδὸν ἐπίσης κακὰ ὅσον καὶ ἡ ἀπαγχόνισις, Εὐρ. Ἡρακλ. 246· ταῦτ’ οὐχὶ... ἀγχόνης ἐπάξια; ὁ αὐτ. Βάκχ. 246· ταῦτα.. οὐκ ἀγχόνη; Ἀριστοφ. Ἀχ. 125· σπάν. παρὰ πεζοῖς: ἀγχόνη καὶ λύπη, Αἰσχίν. 33. 18: ― ἐν τῷ πλθ., ἐν ἀγχόναις θάνατον λαβεῖν, Εὐρ. Ἑλ. 200· πρβλ. αὐτ. 299, Ἡρακλ. Μαιν. 154· αἱ ἀγχ. μάλιστα τοῖς νέοις, Ἀριστ. πρβλ. 30. 1, 26. ΙΙ. ὁ βρόχος, τὸ σχοινίον, ὃ μεταχειρίζονται πρὸς ἀπαγγχόνισιν, ἡ «θηλειά», Σιμων. Ἰαμβ. 1. 18· βρόχος ἀγχόνης ἐν Εὐρ. Ἱππ. 802.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 action d’étrangler, de pendre ; ἔργα κρείσσον’ ἀγχόνης SOPH crimes trop graves pour être expiés seulement par la strangulation ; ἀγχόνη ἂν γένοιτο τὸ πρᾶγμα αὐτοῖς LUC il y aurait eu pour eux de quoi se pendre;
2 lacet pour étrangler, pendre.
Étymologie: ἄγχω.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ
I 1cuerda, soga, lazo, cuerda de horca ἀγχόνην ἅψαντο se ataron una soga Semon.2.18, cf. A.Fr.47a.1.14, βροχωτὸν ἀγχόνην ἐπισπάσας Neophr.3.2, κρεμαστὸς ἀγχόνης E.Hipp.802, γυνή, κρεμαμένη μὲν ἐξ ἀγχόνης Plu.Brut.31, cf. Apollod.3.13.3
fig. del brazo con que se estrangula βραχίονος ... ἀγχόναισι E.HF 154.
2 estrangulamiento, horca, acción de ahorcar ἀγχόνης ... τέρματ' A.Eu.746, ἔργα κρείσσον' ἀγχόνης εἰργασμένα crímenes que no se pagan con la horca S.OT 1374, τάδ' ἀγχόνης πέλας casi tan malo como la horca E.Heracl.246, δέσποιναν εἴργουσ' ἀγχόνης E.Andr.816, ἀγχόνης μοι δεῖ la horca es lo que necesito Alciphr.3.3.1, διὰ τῆς ἀγχόνης ἀπόλλυσθαι Plb.12.16.11
en plu. ἀγχόνας κραίνουσιν acaban por ahorcarse Hp.Virg.1, ἐν ἀγχόναις θάνατον λαβεῖν E.Hel.200, αἱ ἀγχόναι μάλιστα τοῖς νέοις el ahorcarse es más propio de jóvenes Arist.Pr.954b35
fig. ἄρτον ἀγχόνης pan de estrangulamiento (el de los sacrificios paganos) Asen.B.8.5.
3 tormento, sufrimiento τοῦτο δὲ ἦν ἄρα ἀ. καὶ λύπη τούτῳ Aeschin.2.38, fig. de un asunto, Luc.Tim.45.
II bot. mandrágora, Mandragora autumanalis Bertol., Ps.Dsc.4.75.

• Etimología: Cf. ἄγχω.

Greek Monotonic

ἀγχόνη: ἡ (ἄγχω), πνίξιμο, στραγγάλισμα, κρέμασμα, σε Τραγ. κ.λπ.· ἔργακρείσσον' ἀγχόνης, πράξεις μεγαλύτερης τιμωρίας (πάρα πολύ άσχημες), δηλ. πράξεις για αγχόνη, κρεμάλα, ή για τιμωρία χειρότερη από κρέμασμα, σε Σοφ.· τάδ'ἀγχόνης πέλας, κακά σχεδόν όσο και ο απαγχονισμός, σε Ευρ.· στον πληθ., ἐν ἀγχόναις θάνατον λαβεῖν, πεθαίνω μέσω απαγχονισμού, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγχόνη:
1) удушение, повешение: ἀγχόνης τέρματα Aesch. смерть от повешения; ἔργα κρείσσον᾽ ἀγχόνης Soph. дела, за которые повесить мало; ταῦτ᾽ οὐχὶ δεινῆς ἀγχόνης ἐπάξια; Eur. разве это не заслуживает повешения?;
2) веревка для удушения, петля Eur., Arph.;
3) перен. пытка, мука (ἀ. καὶ λύπη Aeschin.): ἀ. γἄρ ἂν τὸ πρᾶγμα γένοιτο αὐτοῖς Luc. ибо это стало бы для них источником терзаний.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: = μανδραγόρα (Ps.-Dsc.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown.

Middle Liddell

ἄγχω
a throttling, strangling, hanging, Trag., etc.; ἔργα κρείσσον' ἀγχόνης deeds beyond (i.e. too bad for) hanging, Soph.; τάδ' ἀγχόνης πέλας 'tis nigh as bad as hanging, Eur.; in pl., ἐν ἀγχόναις θάνατον λαβεῖν to die by hanging, Eur.