Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔνδεια

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἔνδεια Medium diacritics: ἔνδεια Low diacritics: ένδεια Capitals: ΕΝΔΕΙΑ
Transliteration A: éndeia Transliteration B: endeia Transliteration C: endeia Beta Code: e)/ndeia

English (LSJ)

ἡ,

   A want, lack, δυνάμεως Th.4.18; τῆς ἀναγκαιοτάτης διαίτης Id.7.82; Χρημάτων X.Ath.1.5, Pl.Hp.Ma.283d, etc.    II abs., deficiency, defect, opp. ὑπερβολή, Id.Prt.357b, Arist.EN1109a4: pl., opp. ὑπερβολαί, Isoc.2.33, cf. 8.90.    2 want, need, coupled with ἐπιθυμία, Pl.Grg.496d, 496e: pl., αἱ ἔνδειαι τῶν φίλων, τοῦ σώματος, X.Cyr. 8.2.22, Pl.Erx.401e, al.    3 want of means, poverty, ἀεὶ ἐνδείᾳ σύνοικος Id.Smp.203d; αἰσχρόν τι ποιεῖν δι' ἔνδειαν D.18.257; famine, Jul. Or.2.66c.    4 Gramm., defect, opp. πλεόνασμα, A.D.Synt.133.15.

German (Pape)

[Seite 831] ἡ, Mangel, Bedürfniß, Ggstz πλεονεξία, Plat. Tim. 82 a; ὑπερβολή Prot. 357 b; περιουσία Gorg. 487 e; πλήρωσις τῆς ἐνδείας 496 e; ὅσων ἔνδειαν ἴσχει Tim. 70 d; δι' ἔνδειαν, aus Mangel, aus Noth, Dem. 18, 257; μετ' ἐνδείας, Ggstz μετ' εὐπορίας, 45, 67. Auch im plur., Plat. Phil. 51 b, bes. Pol. oft; αἱ σώματος ἔνδειαι, Gebrechen, Xen. Cyr. 8, 2, 22. Vgl. noch ἔκδεια.

Greek (Liddell-Scott)

ἔνδεια: ἡ, ἔλλειψις, οὔτε δυνάμεως ἐνδείᾳ ἐπάθομεν αὐτό, οὔτε κτλ. Θουκ. 4. 18· τῆς ἀναγκαιοτάτης διαίτης ὁ αὐτὸς 7. 82· χρημάτων Ξεν. Ἀθην. Πολ. 1. 5, Πλάτ., κλ. ΙΙ. ἀπολ., ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὑπερβολή, ἆρα πρῶτον μὲν οὐ μετρητικὴ φαίνεται, ὑπερβολῆς τε καὶ ἐνδείας οὖσα...; Πλάτ. Πρωτ. 357Β. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 2. 6, κ. ἀλλ.: - πληθ., Ἰσοκρ. 177Β. 2) στέρησις, ὁμολογεῖς ἅπασαν ἔνδειαν καὶ ἐπιθυμίαν ἀνιαρὸν εἶναι; Πλάτ. Γοργ. 496D, Ε· ἐν τῷ πληθ., αἱ τοῦ σώματος ἔνδειαι Ξεν. Κύρ. 8. 2, 22, Πλάτ. Ἐρυξ. 401Ε κ. ἀλλ. 3) ἔλλειψις πόρου ζωῆς, ἀπορία, πενία, ἔνδεια, Λατ. egestas, ἀεὶ ἐνδείᾳ ξύνοικος Πλάτ. Συμπ. 203D· αἰσχρόν τι ποιεῖν δι’ ἔνδειαν Δημ. 312. 24, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 manque, insuffisance de;
2 besoin (de qch);
3 p. ext. besoin, indigence.
Étymologie: ἐνδεής.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 falta, carencia τὸ δὲ πίνειν πλήρωσίς τε τῆς ἐνδείας καὶ ἡδονή Pl.Grg.496d, op. ὑπερβολή Pl.Prt.357b, cf. Arist.EN 1109a4, Isoc.2.33, c. gen. obj. δυνάμεως Th.4.18, χρημάτων X.Ath.1.5, τῶν καθ' ἡμέραν Isoc.4.34, cf. Pl.Hp.Ma.283d, I.AI 2.326, Aristid.Quint.109.17, σίτου IGDS 208.10 (III a.C.), ἐν τῇ μεγίστῃ ἐνδείᾳ τῶν τροφῶν IEphesos 3048.16 (II d.C.), cf. Vett.Val.101.17, ὑδάτων SB 7468.10 (III d.C.), θρασύτητος Ph.1.240, φρενῶν Meth.Symp.224
abs. escasez, carencia de víveres o alimentos ἐν τῇ ἐνδείᾳ σεῖτον, οἶνον, ἔλαιον ... διένειμεν τοῖς πολείταις προῖκα IPrusias 18.8, cf. Sardis 47.7 (ambas II d.C.), D.S.1.8
econ. déficit, SEG 43.205.30 (Coronea III a.C.).
2 necesidad c. gen. subjet. αἱ ἔνδειαι τῶν φίλων las necesidades de los amigos X.Cyr.8.2.22, ἐπιθυμίαι καὶ ἔνδειαι τοῦ σώματος Pl.Erx.401e, τῆς φύσεως Plot.4.4.44, tb. c. gen. obj. τοῦ ζητεῖν τἄριστα Phld.Cont.fr.82, abs. μέζονες γὰρ ὀρέξεις μέζονας ἐνδείας ποιεῦσιν Democr.B 219.
3 privación, abstinencia c. gen. obj. τοῦ ὕδατος Euagr.Pont.Cap.Pract.17, abs. πρὸς τὴν τῶν δαιμονίων φυγὴν ἡ ἔ. ... ἐστιν βοήθημα Hom.Clem.9.10.
4 sin rég. carencia de medios, de dinero, indigencia ἐνδείᾳ σύνοικος de Eros por ser hijo de Penía, Pl.Smp.203d, cf. Democr.B 283, LXX Pr.6.11, μηδὲν αἰσχρὸν ποιεῖν δι' ἔνδειαν D.18.257, αἱ ἐσχάται ἐνδείαι D.36.42, cf. Aen.Tact.5.1, Vett.Val.417.26, AP 16.15b, ὁ ἐνδείας πληρωτής de Dios Const.App.7.35.10, περιπίπτειν ἐνδείᾳ caer en la indigencia, PSI 767.42 (IV d.C.), cf. Iul.Or.3.66c.
5 gram. defecto, e.e., elipsis, supresión op. πλεονασμός ref. a las afecciones de las palabras, A.D.Synt.133.15, 17, τῆς ἐνδείας εἴδη ἐννέα· ἀφαίρεσις, ἄρσις ... Trypho 1.9.

Greek Monolingual

η (AM ἔνδεια)
1. έλλειψη τών αναγκαίων, απορία
2. έλλειψηένδεια χρημάτων, πόρων, θάρρους», «ένδεια πνευματική», «ἔνδεια δυνάμεως»)
αρχ.
1. στέρηση, έλλειψη (σε αντίθεση προς την υπερβολή) («μετρητική... ὑπερβολῆς τε καὶ ἐνδείας»)
2. λιμός, σιτοδεία
3. πληθ. ελλείψεις, βιοτικές ανάγκες
4. γραμμ. η ιδιότητα του ελλειπτικού, το να ελλείπουν τύποι κλιτών ονομάτων και ρημάτων.

Greek Monotonic

ἔνδεια: ἡ (ἐνδεής),·
1. στέρηση, ανάγκη, έλλειψη, σε Θουκ. κ.λπ.
2. ανεπάρκεια, ανάγκη, σε Πλάτ.
3. έλλειψη πόρων ζωής, απορία, πενία, φτώχεια, ένδεια, Λατ. egestas, στον ίδ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἔνδεια:
1) недостаток, нехватка, недостача (ὑπερβολή τε καὶ ἔ. Plat., Arst.; τῶν σιτίων πληρώσεις ἢ ἔνδειαι Arst.; δι᾽ ἔνδειαν χρημάτων Dem.);
2) нужда, бедность (μηδὲν αἰσχρὸν ποιῆσαι δι᾽ ἔνδειαν Dem.);
3) надобность, потребность (ἐπιθυμίαι καὶ ἔνδειαι τοῦ σώματος Plat.): (ἀνα)πλήρωσις τῆς ἐνδείας Plat., Arst. удовлетворение потребности;
4) грам. опущение буквы (напр., αἶα вместо γαῖα).

Middle Liddell

ἔνδεια, ἡ, n ἐνδεής
1. want, need, lack, Thuc., etc.
2. defect, deficiency, Plat.
3. want of means, need, poverty, Lat. egestas, Plat., Dem.