Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡμερήσιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἡμερήσιος Medium diacritics: ἡμερήσιος Low diacritics: ημερήσιος Capitals: ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ
Transliteration A: hēmerḗsios Transliteration B: hēmerēsios Transliteration C: imerisios Beta Code: h(merh/sios

English (LSJ)

Dor. ἁμερήσιος, ἡμερησία, ἡμερήσιον, also ος, ον Plb.9.13.6, Str.7.1.5, Gem.18.4: (ἡμέρα):—
A of the day, τὰ ἡμερήσια Hp.Mul.1.11; ὕπνοι Democr.212; ἡμερήσιον φάος = light as of the day, A. Ag.22; θεοί PMag.Leid.W.2.10.
II a day long, ἡμερήσια ὁδός = a day's journey, Hdt.4.101, Pl.R.616b; ἡμερήσιος λόγος = a speech lasting a whole day, Isoc.15.320; ἁμερήσιος χρόνος Ti.Locr.97c, etc.; ζωή Plu.2.111c.
III of a day or for a day, ἀνωμαλία Gem.l.c.; μισθός PFay.91.23 (i A.D.); τὸ ἡμερήσιον (sc. μίσθωμα) a day's wages, Suid.; πεντακοσίους γράφει στίχους ἡμερησίους 500 lines every day, D.L.7.181. Adv. ἡμερησίως = daily, POxy. 83.12 (iv A.D.), prob. in PGrenf.2.67.11 (iii A.D.).
2 ἡμερήσιον μνημόσυνον calendar, Epigr.Gr.1096.1 (Stratonicea).
3 ἡμερησία, ἡ, daybook, BGU12.32, 870.3 (ii A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1165] auch 2 Endg., Pol., den Tag betreffend, bei Tage; φάος, Tageslicht, Aesch. Ag. 22; Ggstz von νύκτωρ, Hippocr., wie τὰς ἡμερησίους καὶ νυκτερινὰς πορείας Pol. 9, 13, 6. – Bes. Einen Tag dauernd, ὁδός, eine Tagereise, Her. 4, 101. 8, 98; Plat. Rep. X, 616 b; πορεία Ath. XII, 519 c; χρόνος Tim. Locr. 97 c u. Sp.; διάστημα, Entfernung einer Tagereise, D. Hal. Auch λόγοι, eine lange, den Tag hindurch dauernde Rede, Isocr. 15, 320; – τὸ ἡμερήσιον, was auf einen Tag gegeben wird, bes. der Sold, Tagelohn; auch sc. βιβλίον, Tagebuch. – Paus. 8, 18, 8 heißt Artemis ἡμερασία, die sonst ἡμέρα genannt wird. S ἥμερος.

Greek (Liddell-Scott)

ἡμερήσιος: Δωρ. ἀμερ-, α, ον, ὡσαύτως ος, ον, Πολύβ. 9. 13, 6· (ἡμέρα)· - τῆς ἡμέρας, Ἱππ. 595, 20· ἡμ. φάος, φῶς οἷον τὸ τῆς ἡμέρας, Αἰσχύλ. Ἀγ. 22 (ἐγκλεῖον τὴν ἰδέαν τοῦ εὐάγγελον, ἴδε Herm.)· πρβλ. νυκτερήσιος. ΙΙ. διαρκῶν μίαν ἡμέραν, ἡμ. ὁδός, μιᾶς ἡμέρας ὁδοιπορία, Ἡρόδ. 4. 101, Πλάτ., κτλ.· ἡμ. λόγος, διαρκῶν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, Ἰσοκρ. 345 C ἡμ. χρόνος Τίμ. Λοκρ. 97 C, κτλ.· ζωή Πλούτ. 2. 111 C. ΙΙΙ. διά μίαν ἡμέραν, τό ἡμ. (ἐνν. μίσθωμα) μισθός μιᾶς ἡμέρας, ἡμερομίσθιον, Σουΐδ.· φ’ γράφει στίχους ἡμερησίους, 500 στίχους καθ’ἑκάστην ἡμέραν, Διογ. Λ. 7. 181.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
I. avec idée de lumière qui a l’éclat ou la clarté du jour;
II. avec idée de temps;
1 du jour, qui se fait pendant le jour;
2 d’un jour, qui dure un jour.
Étymologie: ἡμέρα.

Spanish

que preside el día

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἡμερήσιος, -ία, -ιον, Α και ἡμερήσιος, -ον, δωρ. τ. ἁμερήσιος, -ία και ίη, -ιον)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ημέρα, αυτός που συμβαίνει κατά την ημέρα («ἡμερήσιον φάος», Αισχύλ.)
2. αυτός που διαρκεί μία μέρα (α. «ημερήσια εκδρομή» β. ημερήσιος λόγος», Ισοκρ.)
3. αυτός που γίνεται κάθε μέρα, ο καθημερινός (α. «ημερήσια έξοδα» β. «πεντακοσίους γράφει στίχους ἡμερησίους», Διογ. Λαέρ.)
νεοελλ.
1. (για έντυπο) αυτός που εκδίδεται κάθε μέρα, αυτός που εμφανίζεται σε καθημερινές εκδόσεις («ημερήσιος τύπος» — οι εφημερίδες που εκδίδονται κάθε μέρα, σε αντιδιαστολή προς τον περιοδικό τύπο)
2. αυτός που προορίζεται για μία μέρα
3. φρ. α) στρ. «ημερήσια διαταγή» i) βιβλίο που τηρείται από κάθε επιτελείο ή άλλη στρατιωτική μονάδα
ii) κάθε γενική εγκύκλιος προς το στράτευμα τών διοικητών τών μεγάλων μονάδων ή τών αρχηγών τών επιτελείων η οποία είναι καταχωρισμένη στο βιβλίο της ημερήσιας διάταξης της μονάδας ή του επιτελείου
β) «ημερήσια διάταξη» — το πρόγραμμα τών θεμάτων που συζητούνται σε μια συνεδρία
γ) «ημερήσιοι κύκλοι» — κύκλοι παράλληλοι προς τον ουράνιο ισημερινό που είναι οι φαινόμενες ημερήσιες διαδρομές τών ουράνιων σωμάτων, δ) «ημερήσια κίνηση» — η φαινομένη καθημερινή κίνηση της ουράνιας σφαίρας από τα ανατολικά προς τα δυτικά, η οποία οφείλεται στην περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της από τα δυτικά προς τα ανατολικά
ε) (μετεωρ.) «ημερήσια μεταβολή» — μεταβολή τών κλιματικών στοιχείων μέσα σε χρονική περίοδο εικοσιτεσσάρων ωρών
στ) (μετεωρ.) «ημερήσια πορεία θερμοκρασίας» — μέση μεταβολή της θερμοκρασίας του αέρα κοντά στο έδαφος που αναφέρεται σε χρονική περίοδο εικοσιτεσσάρων ωρών, η οποία συνήθως θεωρείται ότι αρχίζει στις 12 μ.μ.
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. το ημερήσιον
μισθός για μια ημέρα, το ημερομίσθιο
2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἡμερησία
βιβλίο στο οποίο αναγράφονταν ημερήσια συμβάντα, ημερολόγιο
3. φρ. «ἡμερήσιον μνημόσυνον» — ημερολόγιο.
επίρρ...
ημερησίως (AM ἡμερησίως)
καθημερινά, κάθε μέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημέρα + -ήσιος, πρβλ. βουνήσιος, ετήσιος].

Greek Monotonic

ἡμερήσιος: Δωρ. ἁμερ-, -α, -ον (ἡμέρα),
I. ο προορισμένος για την ίδια ημέρα, αυτός που υπάρχει μέσα στην ίδια μέρα· ἡμερήσιον φάος, φως όπως εκείνο της ημέρας, σε Αισχύλ.
II. αυτός που διαρκεί μία ημέρα· ἡμερησία ὁδός, ταξίδι διάρκειας μίας ημέρας, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἡμερήσιος: и 3
1) дневной (φάος Aesch.);
2) однодневный (ὁδός Her.; πορεία Polyb.; ζωή Plut.): λόγοι ἡμερήσιοι Isocr. речи, продолжающиеся целый день (т. е. длинные речи);
3) ежедневный: φʹ (= πεντακοσίους) γράφειν στίχους ἡμερησίους Diog. L. писать ежедневно пятьсот строк.

Middle Liddell

ἡμέρα
I. for the day, by day, ἡμ. φάος light as of the day, Aesch.
II. a day long, ἡμ. ὁδός a day's journey, Hdt., Plat., etc.

English (Woodhouse)

ἡμερήσιος = of the day

⇢ Look up "ἡμερήσιος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)