Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὀπός Medium diacritics: ὀπός Low diacritics: οπός Capitals: ΟΠΟΣ
Transliteration A: opós Transliteration B: opos Transliteration C: opos Beta Code: o)po/s

English (LSJ)

ὁ,

   A juice, distd. from χυλός, χυμός, in that ὀπός is prop. vegetable juice, the milky juice which is drawn from a plant by tapping it, ὀπὸν . . στάζοντα τομῆς . . κάδοις δέχεται S.Fr.534 (anap.), cf. Thphr. HP9.8.1, etc. ; esp. the acid juice of the fig-tree, used as rennet (τάμισος) for curdling milk, Il.5.902, Emp.33, Hp.Morb.4.52, Menestor ap.Thphr.HP1.2.3, Arist.Mete.384a21,389b10, GA737a14 ; generally, acid juice, Pl.Ti.60b ; βλέπειν ὀπόν Ar.Pax1184 : in pl., Antiph.88.4, cj. in Anaxandr.41.59 (anap.); cf. ὀπίας, ὀποειδής,    2 metaph., ὀπὸς ἥβης the juicy freshness of youth, opp. ῥυτίς, AP5.257 (Paul. Sil.).    II ὀποῦ καρπός, = σιλφίου σπέρμα, Hp. ap. Gal.19.126 ; and so prob. in Ar.Ec.404, Pl.719 ; but ὀπὸς σιλφίου silphium juice, Hp. Acut.23, cf. 37, Acut.(Sp.)48, Thphr.HP6.3.2 ; so ὀπός alone, Gal. 12.90.    III gravy, Ath.9.402c. (Perh. cf. Lith. sakaĩ (pl.) 'resin', Slav. sokǔ 'sap'.)
ὀπός, gen. of ὄψ (q. v.).

German (Pape)

[Seite 361] ὁ (sapio), Saft der Pflanzen, bes. der Bäume, gew. des Feigenbaumes, der zum Gerinnen der Milch gebraucht wurde; ὡς δ' ὅτ' ὀπὸς γάλα λευκὸν ἐπειγόμενος συνέπηξεν, Il. 5, 902; τὸ δὲ τῆς σαρκὸς διαλυτικὸν ἀφρῶδες γένος ὀπὸς ἐπωνομάσθη, Plat. Tim. 60 b; Legg. VII, 824; Theophr. u. Folgende. – Uebertr., ὀπὸς ἥβης, die saftige, schwellende Fülle des jugendlichen Leibes, Paul. Sil. 8 (V, 258).

Greek (Liddell-Scott)

ὀπός: ὁ, ὡς καὶ νῦν, διαφέρων τοῦ χυλοῦ καὶ χυμοῦ, καθ’ ὅσον ὀπὸς κυρίως σημαίνει τὸ γαλακτῶδες ὑγρὸν τὸ ὁποῖον λαμβάνει τις κεντῶν ἢ χαράττων τὸ φυτόν, ὀπόν... στάζοντα τομῆς.. κάδοις δέχεται Σοφ. Ἀποσπ. 479, πρβλ. Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 8, κτλ.· ― μάλιστα ὁ δριμὺς ὀπὸς τῆς συκῆς ὅστις ἐχρησίμευεν ὡς πυτία (τάμισος) πρὸς πῆξιν γάλακτος, Ἰλ. Ε. 902, Ἐμπεδ. 215, Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 7, 9., 4. 11, 4, π. Ζ. Γεν. 2. 3, 15· βλέπειν ὀπὸν Ἀριστοφ. Εἰρ. 1184· ἐν τῷ πληθ., Ἀντιφάνης ἐν «Δυσέρωτι» 1, Ἀναξανδρίδ’ ἐν «Πρωτεσιλάῳ» 1. 59· ― πρβλ. ὀπίας, ὀποειδής. 2) σπανίως ἐπὶ ζωϊκῶν χυμῶν, οἷον ἐν Πλάτ. Τιμ. 60. 3) μεταφορ., ὀπὸς ἥβης, ἡ χυμώδης δροσερότης τῆς νεότητος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ῥυτίς, Ἀνθολ. Π. 5. 258. ΙΙ. τὸ φυτὸν σίλφιον, Ἱππ. παρὰ Γαλην. (ἀλλά: ὀπὸς σιλφίου, ὁ ὀπὸς αὐτοῦ, ὁ αὐτ. π. Διαίτ. Ὀξ. 387)· καὶ οὕτω πιθ. ἐν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 404, Πλ. 719. (Πρὸς τὸ ὀπός, πρβλ. τὰ Λατ. sap-a, sap-ere, sap-or, sucus· πρβλ. Π, π, ΙΙ. 2· Ἀρχ. Σκανδ. safi· Ἀγγλο-Σαξον. soep (sap:· Ἀρχ. Γερμαν. saf (saft), κτλ.· σαφής, σοφὸς φαίνονται παραγόμενα ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ― ἐντεῦθεν ὄπιον, opium, οὗ ἡ ὁμοιότης πρὸς τὸ sopor εἶναι ἁπλῶς τυχαία· πρβλ. ὕπνος ἐν τέλει). ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ὀπός· βοτάνη τις, δι’ οὗ πήγνυται τὸ γάλα. καὶ τῶν δένδρων δάκρυον. καὶ τὸ γαλακτῶδες ἐκ τῆς συκῆς ἀνιέμενον».

French (Bailly abrégé)

1οῦ (ὁ) :
1 suc qui coule du tronc de certains arbres ; particul. suc laiteux du figuier qui servait à faire cailler le lait;
2 laserpitium, plante.
Étymologie: R. Ὀπ ; cf. lat. sapio, sucus.
2gén. de ὄψ.

English (Autenrieth)

sap of the wild fig-tree, used for curdling milk, Il. 5.902†.
see ὄψ.

Spanish

jugo

Greek Monolingual

ο (ΑΜ ὀπός)
το γαλσ.κτώδες υγρό το οποίο εκρέει από εγκοπή ή χάραγμα σε φυτό ή σε καρπό, σε αντιδιαστολή προς τον χυλό ή τον χυμό («η ρητίνη είναι οπός του πεύκου»)
νεοελλ.
1. χυμός, εκχύλισμα φυτού, καρπού ή ζωικού ιστού ή οργάνου το οποίο λαμβάνεται με τη διαδικασία της έκθλιψης ή εκπίεσης, κν. ζουμί (α. «οπός κρέατος» β. «οπός φρούτων»)
2. το υγρό που σχηματίζεται κατά την πέψη τών τροφών
μσν.
μτφ. η χυμώδης δροσιά της νιότης
αρχ.
1. γαλακτώδες στυφό υγρό που λαμβάνεται από τη συκιά και χρησιμεύει ως πυτιά για το πήξιμο του γάλακτος («ὀπὸς γάλα λευκόν... συνέπηξεν», Ομ. Ιλ.)
2. κάθε είδος στυφού χυμού
3. ζωμός κρέατος
4. φρ. α) «ὀποῡ καρπός» — το σπέρμα, ο σπόρος του φυτού σιλφίου
β) «ὀπός σιλφίου» και, απλώς, «ὀπός» — ο χυμός του φυτού σιλφίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. ὀπός (< ΙΕ τ. sokwos) ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας s(u)ekwos «χυμός φυτού, ρητίνη» και συνδέεται με λιθουαν. sakaī, svekas «ρετσίνι», αρχ. πρωσ. sackis, αρχ. σλαβ. sokŭ «χυμός» και πιθ. λατ. sucus «χυμός». Οι συνδέσεις, όμως, αυτές θα οδηγούσαν σε έναν τ. ὁπός με αρκτ. -. Ωστόσο, λίγες είναι οι μαρτυρίες που επιτρέπουν να δεχθούμε έναν τέτοιο τ. (πρβλ. τη φρ. μεθ' Ὁπουντίων). Αλλά και ο τ. ὀπός, με ψιλή, που εμφανίζουν όλα τα παρ. και σύνθ. της λ. (πιθ. ιων. προέλευσης), παραμένει δυσερμήνευτος. Τέλος, η οικογένεια αυτή διακρίνεται από την οικογένεια της λ. χυλός, η οποία έχει ευρύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο].

Greek Monotonic

ὀπός: ὁ, Λατ. sapor, χυμός, ιδίως ο γαλακτώδης χυμός από συκιά· χρησιμοποιείται ως πυτιά, μαγιά (τάμισος) για την πήξη του γάλακτος, σε Ομήρ. Ιλ.
ὀπός: γεν. του ὄψ.

Russian (Dvoretsky)

ὀπός:
I
1) бродильный сок (животный или растительный) Hom., Plat., Plut.;
2) фиговый сок, закваска: ὡς ὀ. γάλα συνέπηξεν Hom. когда фиговая закваска створожит молоко;
3) свежесть, расцвет (ἥβης Anth.);
4) бот. (предполож.) лазерпиций или сильфий (куст, дающий ароматическую камедь) Arph.
II gen. к ὄψ I и II.

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: plant juice, esp. the juice of a figtree, used to curdle milk, fig curd (Ε 902).
Compounds: Some compp., e.g. πολύ-οπος juicy, ὀπο-βάλσα-μον n. the juice of a balm (Thphr.) for ὀπὸς βαλσάμιος (alternative explanation by Risch IF 59, 287), thus ὀπο-κάρπαθον (Plin.), -κάλπασον (Gal.), s. Thiselton-Dyer JournofPhil. 34, 305 ff.
Derivatives: 1. ὄπιον n. poppy juice, opium (Diocl. Fr. 94) with ὀπικός made from opium (pap. II--IIIp); 2. ὀπίας (τυρός) m. cheese made from milk, curdled with fig juice (E., Ar.); 3. ὀπώδης (Hp., Arist.), ὀπόεις (Nic.) juicy; 4. as PlN Όποῦς (< -όεις), -οῦντος m. capital of the eastern Locrians (Il., inscr.) with Όπο(ύ)ντιοι m. pl., gen. hοποντίων (Th., inscr.); on the phonetics Schwyzer 253; also rivern., s. Krahe Beitr. z. Namenforsch. 2, 233. 5. ὀπίζω, also w. ἐξ-, to press out the juice, to curdle with ὀπός (Arist., Thphr.) with ὀπισμός m. pressing out of juice (Thphr., hell. pap.), ὄπισμα n. pressed-out juice (Dsc.).
Origin: IE [Indo-European] [1044] *sekʷos juice, resin
Etymology: With ὀπός with Ion. psilosis for *ὁπός (Solmsen Unt. 207; cf. hοποντίων) agrees a Balto-Slav. word for plant juice etc., e.g. OCS sokъ sap, Lith. sakaĩ pl. resin, like ὀπός to be interpreted as IE. *sokʷos; besides with ini. su̯- Lith. svekas, Latv. svakas, svęki resin, rubber (cf. on ὕπνος); polyinterpr. Alb. gjak blood (lastly Mann Lang. 26, 386). Lat. sūcus, prob. from *soukos or *seukos, deviates clearly. -- Further analysis w. rich lit. in WP. 2, 515f. (Pok. 1044), W.-Hofmann s. sūcus, Fraenkel s. sakaĩ, Vasmer s. sók.

Middle Liddell

ὀπός, οῦ, ὁ,
Lat. sapor, sap: esp. the juice of the figtree, used as rennet (τάμισοσ) for curdling milk, Il.