Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κνέφας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κνέφᾰς Medium diacritics: κνέφας Low diacritics: κνέφας Capitals: ΚΝΕΦΑΣ
Transliteration A: knéphas Transliteration B: knephas Transliteration C: knefas Beta Code: kne/fas

English (LSJ)

τό, Att. gen.

   A κνέφους Ar.Ec.290, Com.Adesp.35, later κνέφατος Plb.8.26.10; dat. κνέφᾳ X.HG7.1.15, κνέφεϊ AP7.633 (Crin.), as if from κνέφος, cited by Hsch., Suid., Phot.: (cf. δνόφος):—darkness, Hom. (only in nom. and acc.), of the evening dusk, twilight, εἰς ὅ κε… δύῃ τ' ἠέλιος καὶ ἐπὶ κ. ἱερὸν ἔλθῃ Il.11.194, 209: later, generally, darkness, δυσάλιον κ. A.Eu.396 (lyr.); νυκτός Id.Pers.357, cf. E.Ba.510, etc.; τὸ κατὰ γᾶς κ. Id.Hipp.836 (lyr.): metaph., τοῖον ἐπὶ κ. ἀνδρὶ μύσος πεπόταται A.Eu.378 (lyr.).    2 morning twilight, πρῲ πάνυ τοῦ κνέφους Ar.Ec.290; ἅμα κνέφᾳ at dawn, X.l.c., Cyr.4.2.15.

German (Pape)

[Seite 1459] αος, τό, att. auch gen. κνέφους, Ar. Eccl. 396, Sp. κνέφατος, Pol. 8, 28, 10; dat. κνέφαϊ, att. κνέφᾳ, Xen. Hell. 7, 1, 15, κνέφεϊ Crinag. 38 (v II, 733); vgl. δνόφος, νέφος, die Alten falsch von κενὸς φάους, Plut. pr. trig. 9; – Finsterniß, Dunkelheit, bes. die zunächst nach Sonnenuntergang eintretende, die Abenddämmerung, oft; ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν Il. 1, 475, vgl. 11, 194; εἰ μελαίνης νυκτὸς ἵξεται κνέφας Aesch. Pers. 349; δυσήλιον Eum. 374; σκότιον, νύχιον, Eur. Bacch. 510 Troad. 543; auch τὸ κατὰ γῆς, Hipp. 836; ἀμ φὶ κνέφας Xen. An. 4, 2, 9; – auch von der Morgendämmerung, πρῲ πάνυ τοῦ κνέφους Ar. Eccl. 290, ἅμα κνέφᾳ Xen. Hell. 7, 1, 15.

Greek (Liddell-Scott)

κνέφας: γνόφος, δνόφος φαίνονται ὄντες τύποι διάφοροι μόνον κατὰ διάλεκτον ἢ προφοράν, Βουττμ. Λεξιλ., ἴδε κελαινὸς 9, Curt. Gr. Et. σελ. 657 κἑξ.)

French (Bailly abrégé)

κνέφους (τό) :
dat. κνέφαϊ, par contr. κνέφᾳ;
1 crépuscule du soir;
2 crépuscule du matin;
3 en gén. obscurité.
Étymologie: Deux thèmes : th. κνεφατ-, > dat. κνέφαϊ, par contr. κνέφᾳ ; th. κνεφε-, > gén. κνέφεος-ους.

English (Autenrieth)

(cf. γνόφος, δνόφος): darkness, dusk, of the first part of the night.

Greek Monolingual

κνέφας, -ους και -ατος, τὸ (Α)
1. σκότος, σκοτάδι
2. το λυκόφως, το σούρουπο ή η αυγή, τα χαράματα (α. δύῃ τ' ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθη», Ομ. Ιλ. β. «πρῲ πάνυ τοῦ κνέφους», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, ανάγεται σε ΙΕ ρίζα kwsep «σκοτεινός». Στην ίδια ρίζα ίσως ανάγονται και τα δνόφος / γνόφος, ζόφος, ψέφας. Οι φωνητικές διαφορές τους αποδίδονται σε γλωσσικό ταμπού και όλα συνδέονται με το αρχ. ινδ. ksap «νύχτα». Στην περίπτωση των κνέφας, δνόφος / γνόφος δεν αποκλείεται συμφυρμός της εν λόγω ρίζας με το νέφος. Κατ' άλλη άποψη, το κνέφας συνδέεται με το λατ. creper «σούρουπο».
ΠΑΡ. αρχ. κνεφάζω, κνεφαίος, κνεφώδης].

Greek Monotonic

κνέφᾰς: τό, δοτ. κνέφᾳ, αλλά επίσης γεν. κνέφους· δοτ. κνέφεϊ (όπως αν προερχόταν από το κνέφος
1. σκοτεινιά, απογευματινό σκοτείνιασμα, σουρούπωμα, λυκόφως, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.· επίσης, τὸ κατὰ γῆς κν., σε Ευρ..
2. έπειτα, το πρωινό ξημέρωμα ή λυκαυγές, Λατ. diluculum, κνέφᾳ, το πρωί, τα χαράματα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

κνέφᾰς: αος или ους, Polyb. ατος τό тьма, мрак: δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κ. ἱερὸν ἔλθῃ Hom. (пока не) зайдет солнце, и (не) настанет глубокая тьма; δυσήλιον κ. Aesch. непроглядный мрак; τὸ κατὰ γῆς κ. Eur. подземный мрак; ἅμα κνέφᾳ Xen. и κνέφατος γενομένου Polyb. с наступлением сумерек или перед рассветом; πρῲ πάνυ τοῦ κνέφους Arph. когда еще не рассвело.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κνέφας -ους, zonder contr. - αος, τό [~ νέφος?] ep. gen. κνέφαος, later κνέφατος, dat. κνέφᾳ en κνέφει, duisternis, avondschemering, ochtendschemering:. ἅμα κνέφᾳ bij dageraad Xen. Cyr. 4.2.15.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: evening dusk, dark, morning twilight (Il., X.); on the inflection Schwyzer 514f.; second. nom. acc. κνέφος (H., Suid., Phot.; from κνέφους, -ει?).
Other forms: -αος, -ους etc.
Derivatives: κνεφαῖος of the dusk, dark (trag., com., Hippon.); κνεφάζω get dark (A. Ag. 131 [lyr.]).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Several hypotheses, all problematic. Often connected with the Indo-Iran. word for night, Skt. kṣap-, Av. xšap- with Hitt. išpant- id), e.g. Petersen AmJPh 56, 57 (cross of *ξέπας or *κτέπας and νέφος). Others compared Lat. creper dusk, crepusculum id. assuming Sabinic (evt. Etruscan) development. Not better Meillet BSL 23, 259f., Studia Indo-iranica for W. Geiger 234ff. and Grošelj Živa Ant. 2, 210f. - Rhyming is ψέφας, s. v.; cf. also δνόφος. The varying anlaut through taboo, Specht Ursprung 11. See Pok. 649), W.-Hofmann s. creper. The word is no doubt Pre-Greek, but the variation is not known from elsewhere.

Middle Liddell

[κνέφεϊ as if from κνέφος
1. darkness, evening dusk, twilight, Il., Aesch.; also, τὸ κατὰ γῆς κν. Eur.
2. later, the morning twilight or dawn, Lat. diluculum, κνέφᾳ at dawn, Xen.

Frisk Etymology German

κνέφας: {knéphas}
Forms: -αος, -ους usw.; zur Flexion Schwyzer 514f.; sekund. Nom. Akk. κνέφος (H., Suid., Phot.; aus κνέφους, -εϊ erschlossen?).
Grammar: n.
Meaning: Abenddämmerung, Dunkel, Morgendämmerung (poet. seit Il., X.)
Derivative: Davon κνεφαῖος zur Dämmerung gehörig, dunkel (Trag., Kom., Hippon.); κνεφάζω verdunkeln (A. Ag. 131 [lyr.]).
Etymology : Mehrere hypothetische Deutungsversuche, alle lautlich schwierig. Oft mit dem indoiran. Wort für Nacht, aind. kṣap-, aw. xšap- (wozu wohl noch heth. išpant- Nacht) verglichen, so zuletzt Petersen AmJPh 56, 57 (Kreuzung von *ξέπας od. *κτέπας und νέφος). Von anderen zu lat. creper dämmerig, crepusculum Dämmerung gezogen unter Annahme sabinischer (bzw. etruskischer) Lautentwicklung. Nicht besser Meillet BSL 23, 259f., Studia Indo-iranica für W. Geiger 234ff. und Grošelj Živa Ant. 2, 210f. — Ein Reimwort ist ψέφας, s. d.; vgl. noch zu δνόφος. Der wechselnde Anlaut der griech. Wörter beruht nach Specht Ursprung 11 auf tabuistischer Verdrehung. Ältere und jüngere Lit. (mit verfehlten weiteren Etymologien) bei Bq, WP. 1, 524f., (Pok. 649), W.-Hofmann s. creper.
Page 1,882