Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποβλέπω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀποβλέπω Medium diacritics: ἀποβλέπω Low diacritics: αποβλέπω Capitals: ΑΠΟΒΛΕΠΩ
Transliteration A: apoblépō Transliteration B: apoblepō Transliteration C: apovlepo Beta Code: a)poble/pw

English (LSJ)

fut.

   A -βλέψομαι Luc.Somn.12, etc., but -βλέψω HeroSpir.2.34: pf.-βέβλεφα Antip.Stoic.3.254 codd. Stob.:—Med., pres., Luc.VH2.47 (v.l.): aor., Sch.Od.12.247:—Pass., Ar.Ec.726:—look away from all other objects at one, gaze steadfastly, ἐς ἐμέ Hdt.7.135; εῐς σε E.Andr.246, cf. Pl.Chrm.162b, al.; ἐς ἀκτάς E.Hipp.1206; ἐς μίαν τύχην Id.Hel. 267; πρὸς τὸ Ηραιον Hdt.9.61, cf.Pl.R.431b; πρός τινα Id.Phd.115c, Phdr.234d, al.    2 pay attention to, regard, ἐς τὸ κακόν Ar.Ra. 1171; πρὸς τὰ κοινά E.Supp.422; εἰς τὰ πράγματα ἀ. φαύλως ἔχοντα D. 2.29; εἰς τὸ κέρδος μόνον Demetr.Com.Vet.4; εἰς τὴν μισθαποδοσίαν Ep.Hebr.11.26; ἐπί τι Pl.Phlb.61d; κατάτι Luc.DMort.18.1; πρός τι Pl.R.477c,al.; εἰς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τοὺς λόγους ἀ. D.3.1: c. acc., Thphr.Vert.8, Plu.Luc.26, etc.    3 of places, etc., look, face in a particular direction, πρὸς ὁδόν D.C.76.11 (of a statue); Ρήνου προχοάς AP9.283 (Crin.); ἐπὶ τὴν ἀνατολήν J.AJ11.5.5.    4 look upon with love, wonder or admiration, look at as a model, c. acc., οὐ χρὴ . . μέγαν ὄλβον ἀ. S.Fr.593; ἀ. τινά Luc.Vit.Auct.10, cf. D.19.265; προϊόντα ἴσα θεῷ ἀπέβλεπον Philostr.VA5.24; more freq. with a Prep., εἰς ἔμ' Ελλὰς . . ἀ. E.IA1378; ἡ σὴ πατρὶς εἰς σὲ ἀ. X.HG6.1.8,cf. Th.3.58; εἰς τὴν εὐσέβειαν τῆς θεοῦ SIG867.11 (Ephesus); so ἀ. πρός τινα E.IT928, X.Mem.4.2.30, Thphr.Char.2.2; of a vain person, ἀ. εἰς τὴν ἑαντῆς σκιάν X.Mem.2.1.22; of entire dependence, πάντα ἀ. εἰς τὸν ἐραστήν Pl.Phdr.239b; εἰς ἀλλοτρίαν τράπεζαν X.An. 7.2.33; look longingly, ἐς τὸν ἀγρόν Ar.Ach.32:—Pass., to be looked up to, Id.Ec.726, Aeschin.Socr.Fr.56D.; ὡς εὐδαίμων ἀ. Luc.Nigr. 13, cf.Somn.11.    5 ἐς τοιόνδ' ἀποβλέψας μόνον τροαῖον αὐτοῦ στήσομαι with a single look, E.Andr.762.    II look away, D.Chr.21.13: c.gen., Philostr.Im.1.1; ἀ. ἀπ' ἀμφοτέρων face both ways, dub. in X.HG2.3.31; ἀπὸ τοῦ συμφέροντος Antip.l.c.    III Med., look at each other, ταυρωπὸν ἀποβλεψάμενοι Ph.1.602.

German (Pape)

[Seite 297] seine Blicke auf etwas richten, hinansehen, πρός τι od. εἴς τι, Plat. Phaedr. 234 d 239 b u. öfter; δεῦρο Ar. Nubb. 91; ἑκατέρωσε Plat. Rep. VI, 501 b; κατά τι Luc. D. Mort. 18, 1; τί Plut. Lucull. 26; – dah. a) berücksichtigen, beachten, ἀποβλέψατε ἐς πατέρων θήκας Thuc. 3, 58; πρὸς ἀνθρώπων δόξας Plat. Parm. 130 e; εἰς Ὅμηρον Conv. 209 d; πρὸς τὴν δόξαν Isocr. 1, 17, u. sehr oft sonst; πρός τινα, Einen zur Richtschnur seiner Handlungen machen, Xen. An. 3, 1, 36; ἡ πατρὶς εἰς σὲ ἀποβλέπει, sieht auf dich, setzt seine Hoffnungen auf dich, Hell. 6, 1, 4; vgl. Mem. 4, 2, 7. 30. – b) bewundern, Eur. I. A. 1378; pass., Ar. Eccl. 726; ὡς εὐδαίμων ἀποβλέπεσθαι Luc. Nigr. 13.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποβλέπω: μέλλ. -βλέψομαι Λουκ. Ἐνύπν. 12, κτλ.: πρκμ. -βέβλεφα Ἀντίπατρ. παρὰ Στοβ. 428. 10: ― Μέσ., ἐνεστ. Λουκ. περὶ Ἀληθ. Ἱστ. 2. 47: ἀόρ., Σχόλ. εἰς Ὀδ. Μ. 247: ― Παθ. Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 726. Στρέφω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ παντὸς ἄλλου πράγματος πρὸς ἕν, προσατενίζω, ἐς ἐμὲ Ἡρόδ. 7. 135· ἐς σ’ ἀποβλέπον Εὐρ. Ἀνδρ. 246, πρβλ. Πλάτ. Χαρμ. 162Β, κ. ἀλλ.· ἐς ἀκτὰς Εὐρ. Ἱππ. 1206· ἐς μίαν τύχην ἀπ. ὁ αὐτ. Ἑλ. 267· πρὸς τὸ Ἡραῖον Ἡρόδ. 9. 61, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 431B· πρός τινα ὁ αὐτ. Φαίδων 115C, Φαῖδρ. 231D, κ. ἀλλ. 2) προσέχω εἴς τι, λαμβάνω αὐτὸ ὑπ' ὄψιν, ἀποβλέπω, ἐς τὸ κακὸν Ἀριστοφ. Βάτρ. 1171· εἰς τὰ κοινὰ Εὐρ. Ἱκ. 422· εἰς τὰ πράγματα ἐπ. φαύλως ἔχοντα Δημ. 26. 17· εἰς τὸ κέρδος μόνον Δημήτρ. ἐν Ἀδήλ. 2· ἐπί τι Πλάτ. Φίλ. 61D· κατά τι Λουκ. Νεκρικ. Διάλογ. 18. 1· πρός τι Πλάτ. Πολ. 477C, κ. ἀλλ.· εἰς τὰ πράγματ’ ἀπ... καὶ πρὸς τοὺς λόγους Δημ. 28. 3· ὡσαύτως μετ’ αἰτιατ., Θεόφρ. περὶ Ἰλίγγων 8, Πλούτ. κλ. 3) ἐπὶ τόπου, εἶμαι ἐστραμμένος πρός τι μέρος, βλέπω πρός τι μέρος, ἀνδριάντι πρὸς τὴν ὁδὸν… ἀποβλέποντι Δίων Κ. 76. 11· Ρήνου προχοὰς Ἀνθ. Π. 9. 283. 4) βλέπω πρός τι μετὰ στοργῆς, θαυμασμοῦ ἢ ἐκπλήξεως, βλέπω ὡς πρὸς ὑπόδειγμα, πρότυπον, Λατ. observare, suspicere, μετ’ αἰτιατ., οὐ χρὴ… μέγαν ὄλβον ἀπ. Σοφ. Ἀποσπ. 520· ἀπ. τινὰ Λουκ. Βίων Πρᾶσις 10· ἀλλὰ συνηθέστερον μετὰ προθέσεως, εἰς ἐμ’ Ἑλλὰς… ἀπ. Εὐρ. Ι. Α. 1378· ἡ σή πατρὶς εἰς σὲ ἀπ. Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 8, πρβλ. Θουκ. 3. 58· οὕτω, ἀπ. πρός τινα Εὐρ. Ι. Τ. 928, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2, 30· ἐπὶ ματαιόφρονος ἀνθρώπου, ἀπ. εἰς τὴν ἑαυτῆς σκιὰν αὐτόθι 2. 1, 22· πρὸς δήλωσιν ἐντελοῦς ἐξαρτήσεως ἀπὸ ἑτέρου, Πλάτ. Φαῖδρ. 289Β· ἀποβλέπω, ἀτενίζω εἴς τι ἐπὶ κυνὸς ἀτενίζοντος εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κυρίου του, εἰς τὴν ἐκείνου τράπεζαν ἀποβλέπων ὥσπερ κύων Ξεν. Ἀν. 7. 2, 33: ― βλέπω μετὰ πόθου, ἐς τὸν ἀγρὸν Ἀριστοφ. Ἀχ. 32: ― Παθ. προσβλέπομαι, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 726· ὡς εὐδαίμων ἀπ. Λουκ. Νιγρ. 13. πρβλ. Ἐνύπνιον 11. 5) ἀλλ’ εἴς γε τοιόνδ’ ἄνδρ’ ἀποβλέψας μόνον τροπαῖον αὐτοῦ στήσομαι πρέσβυς περ ὤν, καὶ ἓν μόνον βλέμμα νὰ ῥίψω ἐπ’ αὐτοῦ θὰ τὸν καταβάλω, Εὐρ. Ἀνδρ. 762. ΙΙ. ἀποστρέφω τοὺς ὀφθαλμούς, Δίων Χρυσ. σ. 272.

French (Bailly abrégé)

f. ἀποβλέψομαι, ao. ἀπέβλεψα, pf. inus.
regarder à distance ; jeter les yeux sur, avoir les yeux fixés sur, acc. ou εἰς ou κατά et l’acc. ; particul. avoir les yeux fixés avec admiration ou avec respect, acc. ou εἰς ou πρός et l’acc.;
Moy. ἀποβλέπομαι avoir les yeux fixés sur, acc..
Étymologie: ἀπό, βλέπω.

Spanish (DGE)

I gener. c. suj. de pers. y giro preposicional c. ac.
1 en cont. neutros mirar c. prep. y ac. de pers. ἐς ἐμέ Hdt.7.135, εἰς Κριτίαν Pl.Chrm.162b, εἰς αὐτόν Aeschin.3.214, πρὸς ἡμᾶς Pl.Phd.115c, πρὸς σέ Pl.Phdr.234d, fig. οἱ ὀφθαλμοὶ ... εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσιν LXX Ps.10.4
c. prep. y ac. de lugar πρὸς τὸ Ἥραιον Hdt.9.61, πρὸς τὴν ... πόλιν Pl.R.431b, ἐς δ' ἁλιρρόθους ἀκτάς E.Hipp.1206, εἰς τὴν γωνίαν Hierocl.Facet.61
c. ac. compl. dir. τὰ ὑψηλά Thphr.Vert.8, ἔθνη Plu.Luc.26.
2 en cont. con matices especiales volver la mirada, admirar c. prep. y ac. de pers. εἰς ἔμ' Ἑλλὰς ἡ μεγίστη πᾶσα νῦν ἀποβλέπει E.IA 1378, ἡ σὴ πατρὶς εἰς σὲ ἀποβλέπει X.HG 6.1.8, πάντα ἀποβλέπων εἰς τὸν ἐραστήν Pl.Phdr.239b, εἰς τὸν Αἰμίλιον Plb.3.107.8, c. ac. compl. dir. ἀνθρώπων μέγαν ὄλβον S.Fr.879a, σε Luc.Vit.Auct.10, προϊόντα Philostr.VA 5.24, cf. D.19.265, en v. pas. ὡς ἂν εὐδαίμων ἀποβλέπεσθαι Luc.Nigr.13, ὑπὸ τῶν γένει καὶ πλούτῳ προὐχόντων ἀποβλεπόμενος Luc.Somn.11, cf. Ar.Ec.726, Aeschin.Socr.56
considerar, tener en cuenta, interesarse c. prep. y ac. gener. de abstr. ἐς μίαν ἀποβλέπων τύχην E.Hel.267, εἰς ... τὰς τιμάς Isoc.2.5, εἰς τὸ κακόν Ar.Ra.1171, εἰς τὸ κέρδος Demetr.Com.Vet.4, εἰς ἄλλην χάσμην μηδεμίαν Antip.Stoic.3.254, πρὸς τὰ κοινὰ E.Supp.422, πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον Aeschin.1.178, πρὸς τί ἂν ἀποβλέψαντες ἀποψηφίσαισθε τὴν γραφὴν considerando por qué razones rechazaríais la acusación Aeschin.3.230, εἰς μόνον τὸ λυσιτελές I.BI 2.311, εἰς τὸ παρὸν αὐτοῦ τῆς τύχης I.AI 20.61, εἰς αὐτό Aristox.Harm.16.1, πρὸς τὸ συμφέρον Plb.38.1.8, cf. Pl.R.477c, Isoc.3.18, 20.19, D.2.29, 3.1
fig. ἐπιστήμη ... ἐπὶ τὰ γιγνόμενα καὶ ἀπολλύμενα ἀποβλέπουσα Pl.Phlb.61d, (ἡ τυραννίς) πρὸς οὐδὲν ἀποβλέπει κοινόν Arist.Pol.1311a3, εἰς τὴν μισθαποδοσίαν e.d. a Dios Ep.Hebr.11.26
otros matices c. prep. y ac. diversos: mirar con coquetería εἰς τὴν ἑαυτῆς σκιάν X.Mem.2.1.22
mirar con veneración ἐς πατέρων ... θήκας Th.3.58, εἰς τὴν εὐσέβειαν τῆς θεοῦ SIG 867.10 (Éfeso)
mirar con añoranza εἰς τὸν ἀγρόν Ar.Ach.32, fig. εἰς ἀλλοτρίαν τράπεζαν ἀποβλέπων dependiendo de una mesa extraña X.An.7.2.33.
II c. suj. de pers. y giro preposicional c. gen. apartar la vista ἀπόβλεψον αὐτῶν aparta tus ojos de ellas (las pinturas), Philostr.Im.1.1, ἀπὸ τύχης D.Chr.21.13, fig., de la capacidad de adaptación de un político ὁ κόθορνος ἁρμόττειν μὲν τοῖς ποσὶν ἀμφοτέροις δοκεῖ, ἀποβλέπει δὲ ἀπ' ἀμφοτέρων el coturno parece ajustarse a uno y otro pie, pero se aparta de uno y otro X.HG 2.3.31.
III c. suj. de cosa y giro preposicional c. ac. mirar, estar orientado hacia, dar a ἄγαλμα Θέτιδος εἰς σ' ἀποβλέπον E.Andr.246, de una puerta ἐπὶ τὴν ἀνατολήν I.AI 11.154, de una estatua πρὸς τὴν ὁδόν D.C.76.11.2, c. ac. compl. dir., de los Alpes προχοὰς ἐγγὺς ἀποβλέπετε AP 9.283 (Crin.).

English (Strong)

from ἀπό and βλέπω; to look away from everything else, i.e. (figuratively) intently regard: have respect.

English (Thayer)

(imperfect ἀπεβλεπον); to turn the eyes away from other things and fix them on some one thing; to look at attentively: εἰς τί (often in Greek writings); tropically, to look with steadfast mental gaze: εἰς τήν μισθαποδοσίαν, Winer's Grammar, § 66,2d.).

Greek Monolingual

(AM ἀποβλέπω)
1. ατενίζω, βλέπω προσεκτικά
2. βλέπω με αισιοδοξία, ευελπιστώ
3. αφορώ ή επιδιώκω («σε τι αποβλέπει»)
4. παύω να βλέπω, γυρίζω τα μάτια μου αλλού
μσν.- νεοελλ.
βλέπω το αποτέλεσμα
νεοελλ.
1. δεν δίνω προσοχή σε κάτι ή κάποιον, τον βλέπω με περιφρόνηση
2. φρ. «είδα κι' απόειδα» βεβαιώθηκα και απογοητεύθηκα για κάτι
μσν.
φροντίζω
αρχ.
1. βλέπω με θαυμασμό και αγάπη
2. ρίχνω μια ματιά.

Greek Monotonic

ἀποβλέπω: μέλ. -βλέψομαι·
1. στρέφω το βλέμμα μου από κάθε τι άλλο και το προσηλώνω σ' ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενατενίζω, κοιτάζω με θαυμασμό ή απορία, ἔς τινα ή τι, σε Ηρόδ., Ευρ.· πρός τινα ή τι, σε Ηρόδ., Πλάτ.
2. κοιτάζω με προσοχή, λαμβάνω υπ' όψιν ή αποσκοπώ, ἔς τι, σε Ευρ. κ.λπ.· πρός τι, σε Πλάτ.
3. κοιτάζω κάτι με αγάπη ή θαυμασμό, Λατ. observare, suspicere, με αιτ., σε Σοφ.· με πρόθ. ἔς ή πρός τινα, σε Ευρ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀποβλέπω:
1) смотреть, глядеть (εἴς τινα и τι Thuc., Xen., Plut., τι и κατά τι Plut., Luc.);
2) обращать свои взоры, взирать (с надеждой, интересом или восхищением) (πρός τινα Eur., Xen., Plut., εἴς τινα Eur. и τινά Luc.; ἀποβλέπεσθαι ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων Plut.);
3) отдавать свое внимание, посвящать свои заботы (πρὸς τὰ κοινά Eur.; εἰς τὸν ἀγρόν Arph.).

Middle Liddell


1. to look away from all other objects at one, to look or gaze steadfastly, ἔς τινα or τι Hdt., Eur.; πρός τινα or τι Hdt., Plat.
2. to look to, pay attention or regard, ἔς τι Eur., etc.; πρός τι Plat.
3. to look upon with love or admiration, Lat. observare, suspicere, c. acc., Soph.; with a prep., ἔς or πρός τινα Eur., Xen.

Chinese

原文音譯:¢poblšpw 阿坡-不累坡
詞類次數:動詞(1)
原文字根:從-投 觀看 相當於: (עֹונָה‎ / עַיִן‎)
字義溯源:望斷於,重視,注視,誠摯的,想望;由(ἀπό / ἀπαρτί / ἀποπέμπω)*=從,出,離)與(βλέπω)*=看見)組成。這字的本意:認真注視,留心察看。這是摩西信心渴望的態度
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 想望(1) 來11:26