Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνήσιος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: γνήσιος Medium diacritics: γνήσιος Low diacritics: γνήσιος Capitals: ΓΝΗΣΙΟΣ
Transliteration A: gnḗsios Transliteration B: gnēsios Transliteration C: gnisios Beta Code: gnh/sios

English (LSJ)

α, ον, (γένος)

   A belonging to the race, i. e. lawfully begotten, born in wedlock, νόθον καὶ γνήσιον Il.11.102, cf. Od.14.202, Hdt.3.2, Leg.Gort.10.41, Ar.Av.1665, And.1.127, D.44.49, etc.; παίδων ἐπ' ἀρότῳ γνησίων Men.Pk.435; ἀδελφός Ar.Av.1659; νόθος… γνησίοις ἴσως σθένει S.Fr.87; φρονοῦντα γνήσια E.Hipp.309; γ. φρόνημα S.Fr. 307.    2 generally, genuine, legitimate, φίλος Phoc.2 A; γ. γυναῖκες lawful wives, opp. παλλακίδες, X.Cyr.4.3.1; πολῖται Arist.Pol.1278a30, cf. 1319b9; γ. τῆς Ἑλλάδος true Greeks, D.9.30; ἀκουστής D.H. Isoc.18 (Sup.); μήτηρ τῶν ἐρωτικῶν λόγων, of Aphrodite, Luc.Am.19; γ. ἀρεταί real, unfeigned virtues, Pi.O.2.11; γ. ὕμνοι inspired song, B.8.83; of fevers, γ. τριταῖος a genuine tertian, Hp.Prog.24; γ. ὄξος genuine vinegar, Eub.65; of writings, genuine, Gal.15.748, Harp. s.v. Ἀλκιβιάδης. Adv. -ίως genuinely, truly, E.Alc.678, Lys. 2.76, D.Ep. 3.32, etc.; γ. φέρειν bear nobly, Antiph.281, Men.205; lawfully, τοῖς γ. συμβιώσασιν Phld.Piet.93.    II γνήσια, τά, charges on land, γ. δημόσια PAmh.86.15 (i A. D.), cf. PLond.3.1157.4 (ii A. D.).

German (Pape)

[Seite 497] (γένος, für γενέσιος), zum Geschlecht gehörig, ehelich erzeugt, vollbürtig; Hom. zweimal: Iliad. 11, 102 Ἶσόν τε καὶ Ἄντιφον, υἷε δύω Πριάμοιο, νόθον καὶ γνήσιον, ἄμφω εἰν ἑνὶ δίφρῳ ἐόντας. ὁ μὲν νόθος ἡνιόχευεν, Ἄντιφος αὖ παρέβασκε περικλυτός, vgl. Scholl. Nicanor.; Odyss. 14, 202 ἐκ μὲν Κρητάων γένος εὔχομαι εὐρειάων, ἀνέρος ἀφνειοῖο πάις· πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι υἱέες ἐν μεγάρῳ ἠμὲν τράφεν ἠδ' ἐγένοντο γνήσιοι ἐξ ἀλόχου (v. l. ἀλόχων Scholl.) ἐμὲ δ' ὠνητὴ τέκε μήτηρ παλλακίς, ἀλλά με ἶσον ἰθαιγενέεσσιν ἐτίμα Κάστωρ Ὑλακίδης, τοῦ ἐγὼ γένος (v. l. πάϊς Scholl.) εὔχομαι εἶναι. – Folgende: Eur. Androm. 639; Ar. Av. 1664 u. oft in Prosa, wo Dem. 44, 49 noch die Bestimmung γόνῳ γεγονότες hinzufügt, zum Unterschied von den Adoptivkindern. Auch ἀδελφός, Ar. Av. 1664; übh. = verwandt; γνήσια Agath. 68 (XI, 352); – rechtmäßig; γυναῖκες, den παλλακίδες entgegengesetzt; Xen. Cyr. 4, 3, 1; νυμφεύματα Eur. Andr. 193; μήτηρ Luc. Amor. 19. – Uebertr., ächt, unverfälscht, was so ist, wie es seinem Wesen nach sein muß; ἀρεταί Pind. Ol. 2, 12; καὶ αὐτόχθων ἀρετή Lys. 2, 43; καὶ ἄδολος φύσις Philem. Stob. flor. 9, 22; ἀετός Arist. H. A. 9, 32; ὕδωρ, Wasser im natürlichen Zustande, Ael. H. A. 14, 26; ῥεῖθρον, der eigentliche Fluß, Dion. Hal. 1, 79. – Adv. γνησίως, rechtmäßig, ächt; γνησίως ἐφικέσθαι ἀρετῆς Isocr. 1, 5; τὰ ἀπὸ τῆς τύχης φέρειν δεῖ γνησίως, edel, Men. Stob. flor. 108, 45.

Greek (Liddell-Scott)

γνήσιος: -α, -ον, (γένος) ὁ ἀνήκων εἰς τὸ γένος, δηλ. νομίμως γεννηθείς, διὰ νομίμου συζυγίας τεχθείς, ἀντίθ. τῷ νόθος· νόθον καὶ γνήσιον Ἰλ. Λ. 102. πρβλ. Ὀδ. Ξ. 202, Ἡρόδ. 3. 2, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1665, Ἀνδοκ. 16. 41, κτλ.· ὁ δὴ νόθος τοῖς γνησίοις ἴσως σθένει Σοφ. Ἀποσπ. 108· φρονεῖν γνήσια, ἔχω εὐγενῆ φρονήματα (εἰ καὶ ταπεινὸς τὴν καταγωγήν), Εὐρ. Ἱππ. 309· γν. φρόνημα Σοφ. Ἀποσπ. 289. 2) καθόλου, πραγματικός, ἀληθής, νόμιμος, πιστός, φίλος Φωκυλ. 2· γν. γυναῖκες, νόμιμοι σύζυγοι, ἀντίθ. τῷ παλλακίδες, Ξεν. Κύρ. 4. 3, 1· ἀδελφὸς Ἀριστοφ. Ὄρν. 1659· πολῖται Ἀριστ. Πολ. 3. 5, 8, πρβλ. 6. 4, 16· γν. τῆς Ἑλλάδος, γνήσιοι Ἕλληνες, Δημ. 118. 24· γν. ἀρεταί, πραγματικαί, ἀνυπόκριτοι, Πίνδ. Ο. 2. 21, κτλ.· ἐπὶ πυρετῶν, γνήσιος τριταῖος, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐπανερχόμενος, Ἱππ. Προγν. 46· γν. ὄξος Εὔβουλ. Μυλ. 1· οὕτως ἐπὶ συγγραμμάτων, Γαλην.- Ἐπίρρ. –ίως, νομίμως, πράγματι, ἀληθῶς, Εὐρ. Ἀλκ. 678, Λυσ. 179. 40, Δημ. 1483. 15, κτλ.· γν. φέρειν, εὐγενῶς, ἀξιοπρεπῶς, Μένανδ. Ἡνιόχ. 4.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
1 qui provient de naissance p. opp. à d’adoption;
2 particul. de naissance légitime ; de bonne naissance, bien né ; noble, généreux : νόθον φρονοῦντα γνήσια EUR bâtard qui a les sentiments d’un homme bien né;
3 p. ext. légitime en gén., de bon aloi, véritable, sincère : γνήσιαι γυναῖκες XÉN femmes légitimes ; γνήσιον ὕδωρ ÉL eau dans son état naturel.
Étymologie: γένος.

English (Autenrieth)

(γίγνομαι): genuine, legitimate.

English (Slater)

γνήσιος
   1 genuine γνησίαις ἐπἀρεταῖς (O. 2.11)

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): jón. fem. -ίη Democr.B 11

• Morfología: [-ος, -ον Epicur.Ep.[3] 85]
I 1que pertenece al γένος, ref. hijos nacido legítimamente, legítimo op. νόθος: υἷε δύω Πριάμοιο, νόθον καὶ γνήσιον Il.11.102, cf. Od.14.202, Hdt.3.2, S.Fr.87.1, ICr.4.72.10.41 (V a.C.), νόθοι τε πολλοὶ γνησίων ἀμείνονες E.Andr.638, παῖδες γνήσιοι hijos legítimos Sol.Lg.48b, 49a, 50b, cf. Ar.Au.1664, And.Myst.127, Is.8.1, D.44.49, Arist.Pol.1319b9, νόθον φρονοῦντα γνήσια un bastardo que piensa como si fuera hijo legítimo E.Hipp.309, ταύτην γνησίων παίδων ἐπ' ἀρότῳ σοι δίδωμι te entrego a ésta para la arada de hijos legítimos Men.Pc.1013, τὸν τοῦ θεοῦ παῖδα γνήσιον καὶ μονογενῆ Eus.HE 1.2.3
ref. otros familiares γυναῖκες ... γνήσιαι esposas legítimas op. παλλακίδες X.Cyr.4.3.1, cf. PEleph.1.3 (IV a.C.), PSI 64.4 (I a.C.), Vett.Val.380.32, ἀδελφὸς ... γ. hermano carnal Ar.Au.1659, PTurner 19.4 (II d.C.)
de ahí noble, bien nacido γ. φρόνημα pensamiento noble S.Fr.307, οἱ γνήσιοι τῶν ἀνδρῶν los hombres bien nacidos Plb.4.30.4.
2 gener. genuino, auténtico, verdadero de pers. πολῖται Arist.Pol.1278a30, ὑπὸ γνησίων γ' ὄντων τῆς Ἑλλάδος por quienes eran auténticos griegos D.9.30, γνησιώτατος ἀκουστής D.H.Isoc.18, cf. Phld.Cont.4.6, σὺ γὰρ αὐτῶν (ἐρωτικῶν λόγων) γνησιωτάτη μήτηρ de Afrodita, Luc.Am.19, de un filósofo, Luc.Pisc.46, γ. εἰμι φίλος soy amigo verdadero, AP 10.117 (Phoc.?), cf. BGU 86.19 (II d.C.), uerum γνήσιον Gloss.Pap.16.31, ὁ τοῦ Ἰησοῦ γ. μαθητὴς Παῦλος Origenes Cels.1.13
de abstr. y cosas γνήσιαι ἀρεταί virtudes legítimas, innatas Pi.O.2.11, γνησίαν δὲ καὶ αὐτόχθονα ... τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο Lys.2.43, ἅπαν τὸ χρηστὸν γνησίαν ἔχει φύσιν todo lo bueno tiene una naturaleza legítima S.Fr.87.2, γνήσιοι ὕμνοι himnos inspirados B.9.83, γνώμη ... γ. conocimiento verdadero op. σκοτίη Democr.B 11, τοῖς νεωστὶ φυσιολογίας γνησίου γευομένοις Epicur.l.c., de fiebres γ. τριταῖος una terciana genuina Hp.Prog.24, cf. Gal.9.663, 691, ἱδρῶτες ... γνήσιοι Hp.Acut.(Sp.) 1, νύμφευμα γ. matrimonio legítimo E.Andr.193, οἶνος γ. op. ὄξος Eub.65, de escritos ἐν τοῖς πάνυ γνησίοις Λυσίου D.H.Lys.12, κατὰ τὸ γ. μέρος τοῦ συγγράματος Gal.15.744, cf. Harp.s.u. Ἀλκιβιάδης, ὧν μόνην μίαν γνησίαν ἔγνων ἐπιστολήν de las epístolas de S. Pedro, Eus.HE 3.3.4, τῶν δὲ πλευρῶν αἱ μὲν ... γνήσιαι de las costillas unas son verdaderas op. las flotantes, Poll.2.181, ὑπορρεῖ μὲν τοῦ Ἴστρου τὸ γ. ὕδωρ op. τὸ δὲ ἐπίκτητόν Ael.NA 14.26, νóθον ... τὸ φάντασμα ... καὶ οὐ γ. Plot.2.4.10, συζυγίαν ὡς πρεπωδεστάτην καὶ γνησιωτάτην συναπτέον de la filosofía y la música, Aristid.Quint.133.26, γ. γὰρ ἡ χάρις ref. la inspiración divina, Amph.Seleuc.309
subst. τὸ γ. autenticidad διὰ τὸ γ. καὶ οἰκεῖον γνωρίζουσιν ref. los términos υἱός y πατήρ Gr.Naz.M.36.96A, τὸ γ. τοῦ Υἱοῦ de Cristo, Ath.Al.M.26.140A
de anim. ἄλλο γένος ἐστὶν ἀετῶν οἱ καλούμενοι γνήσιοι ref. al águila real, Arist.HA 619a8.
3 que está en regla, reglamentario, autorizado γνήσια τελέσματα tasas autorizadas, COrd.Ptol.76.33 (II a.C.), cf. SB 12078.1 (III d.C.), χωρὶς γνησίων δημοσίων excepto los impuestos reglamentarios, PAmh.86.10, 15 (I d.C.), cf. PLond.1157re.4 (III d.C., cf. BL 1.277).
4 apropiado, adecuado παραζώνιον ... πρὸς τὸ παρὸν γνήσιον un espadín de cinto apropiado para la ocasión presente, PGiss.47.15, cf. 4 (II d.C.).
5 subst. ὁ γ. amigo ἀναμιμνησκόμενος ... τῆς σῆς διαθέσεως καὶ πάντων τῶν γνησίων Ath.Al.M.26.529A.
II adv. -ως
1 legítimamente γεγῶτα γ. ἐλεύθερον E.Alc.678, συναδικοῦ γ. ὡς ἂν φίλος Men.Sam.518, οἱ γ. τοῦ θείου λόγου μετέχοντες Sext.Sent.277, ὑπ' αὐτοῦ γ. γεγεννημένος de Cristo, Epiph.Const.Haer.69.55
noblemente τά γ' ἀπὸ τῆς τύχης φέρειν δεῖ γ. τὸν εὐγενῆ Men.Fr.181 (= Antiph.321), γ. αὐτὸν ἑώρακε Ath.Al.H.Ar.22.
2 lealmente, fielmente τὸ δόγμα γ. συνεπεκύρωσαν Plb.4.30.2, cf. IClaros 1.P.3.22 (II a.C.), POxy.3646.9 (III/IV d.C.), PStras.40.32 (VI d.C.)
sinceramente μόνοι γ. τῆς δυστυχίας μετέχουσιν Lys.2.76, cf. D.Ep.3.32, Epicur.Ep.[4] 130, Sext.Sent.196, Ep.Phil.2.20
realmente ἅμα τοῖς γ. συνβιώσασιν αὐτῷ Phld.Piet.93.
3 reglamentariamente τὰ ἔργα τῶν ἀμπέλων ἰδίων γ. γενέσθω BGU 248.21 (I d.C.).

• Etimología: Deriv. en -ιος de *γνητός de la r. *genH1- en grado ø/P y ē, cf. γίγνομαι.

English (Strong)

from the same as γενέσια; legitimate (of birth), i.e. genuine: own, sincerity, true.

English (Thayer)

γνησια, γνήσιον (by syncope for γενησιος from γίνομαι, γένομαι (cf. Curtius, § 128)), legitimately born, not spurious; genuine, true, sincere: τό τῆς ἀγάπης γνήσιον equivalent to τήν γνησιοτητα (A. V. (the sincerity), Homer down.)

Greek Monolingual

-α, -ο (AM γνήσιος, -α, -ον)
1. (για παιδί) αυτός που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο
2. (για γένος, γενιά) ανόθευτος, αγνός
3. (για αδέλφια) που είναι από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα
4. αληθινός, πραγματικός
5. ανόθευτος
6. το ουδ. ως ουσ. γνήσιο, το (AM γνήσιον)
η γνησιότητα («το γνήσιο της υπογραφής»)
μσν.- νεοελλ.
νόμιμος, σύμφωνος με τον νόμο ή το Κανονικό Δίκαιο
αρχ.
το αρσ. ως ουσ.γνήσιος
ο φίλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γνητός «γεννημένος», «ευγενής στην καταγωγή» (πρβλ. αρχ. ινδ. jātya) < IE gn- e∂1- του ρ. γίγνομαι].

Greek Monotonic

γνήσιος: -α, -ον (γένος), αυτός που ανήκει στο γένος, δηλ. ο γεννημένος νόμιμα, ο νόμιμος απόγονος, αντίθ. προς το νόθος, σε Όμηρ.· φρονεῖν γνήσια, έχω ευγενή φρονήματα (παρά την ταπεινή καταγωγή μου), σε Ευρ.· γνήσιαι γυναῖκες, οι νόμιμοι σύζυγοι, αντίθ. προς το παλλακίδες, σε Ξεν.· γνήσιοι τῆς Ἑλλάδος, γνήσια τέκνα της Ελλάδας, σε Δημ.· επίρρ. -ίως, νόμιμα, αληθινά, πραγματικά, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

γνήσιος:
1) кровный, родной (ἀδελφός Arph.; θυγάτηρ Isae.; παῖδες Dem.; μήτηρ Luc.);
2) законный (υἱός Hom.; γυναῖκες Xen.);
3) благородный (φρόνημα Soph.): γνήσια φρονεῖν Eur. держаться благородного образа мыслей;
4) подлинный, истинный (ἀρετή Pind., Lys.; πολῖται Arph.): γνῆσιοι τῆς Ἑλλάδος Dem. коренные греки.

Etymological

See also: s. γίγνομαι.

Middle Liddell

γένος
of or belonging to the race, i. e. lawfully begotten, legitimate, opp. to νόθος, Hom.; φρονεῖν γνήσια to have a noble mind, Eur.; γν. γυναῖκες lawful wives, opp. to παλλακίδες, Xen.; γν. τῆς Ἑλλάδος true sons of Greece, Dem.:—adv. -ίως, lawfully, really, truly, Eur.