Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐσέβεια

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εὐσέβεια Medium diacritics: εὐσέβεια Low diacritics: ευσέβεια Capitals: ΕΥΣΕΒΕΙΑ
Transliteration A: eusébeia Transliteration B: eusebeia Transliteration C: efseveia Beta Code: eu)se/beia

English (LSJ)

ἡ (cf. εὐσεβία), A reverence towards the gods or parents, piety or filial respect, εὐ. εἰς θεοὺς καὶ γονέας Pl.R.615c, etc.; μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης A.Th.344 (lyr.); εὐ. Ζηνός towards him, S.El.1097 (lyr.); πρὸς εὐσέβειαν, = εὐσεβῶς, ib.464; εὐ. πρός, περὶ τοὺς θεούς, Pl. Smp.193d, Isoc.12.124, cf. 10.58; πρὸς ἀδελφόν D.C.48.5; ἡ πρὸς τὸ θεῖον εὐ. Inscr.Prien.117.63 (i B.C.), etc.; τὴν εὐ. τῶν πραχθέντων Antipho 3.2.12: pl., acts of piety, Arist.Rh.Al.1423b28. 2 loyalty, ἡ ὑμετέρα πρός με εὐ. PLond.3.1178.14 (Claudius); ἡ εἴς με εὔνοια καὶ εὐ. SIG814.2 (Nero). 3 = Lat. Pietas, App.BC2.104, Mitteis Chr. 71.12 (V A.D.), Orph.Fr.159, etc. 4 credit or character for piety, εὐσέβειαν οἴσῃ S.El.968.

Greek (Liddell-Scott)

εὐσέβεια: ἡ, (πρβλ. εὐσεβία): ― ὡς καὶ νῦν, σεβασμὸς πρὸς τὸ θεῖον, εὐλάβεια θρησκευτική, Λατ. pietas, ἀντίθετον τῷ δυσσέβεια, Τραγ.· μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης Αἰσχύλ. Θήβ. 344· εὐσ. Ζηνός, πρὸς τὸν Δία, Σοφ. Ἠλ. 1097· πρὸς εὐσέβειαν = εὐσεβῶς, αὐτόθι 464· ὡσαύτως ὡς τὸ pietas, σεβασμὸς πρὸς τοὺς γονέας, υἱικὸς σεβασμός, αὐτόθι 968· εὐσ. εἰς θεοὺς καὶ γονέας Πλάτ. Πολ. 615C· εὐσ. πρὸς ἢ περὶ τοὺς θεοὺς ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 193D, Ἰσοκρ.: ― τὴν εὐσ. τῶν πραχθέντων Ἀντιφῶν 122. 22. 2) φήμη ἐπὶ εὐσεβείᾳ, εὐσέβειαν... οἴσει, θὰ ἀπολαύῃς τῆς τιμῆς ὅτι εἶσαι εὐσεβής, Σοφ. Ἠλ. 968· δόξαν εὐσεβείας ἐξηνέγκατο, περὶ τοῦ Αἰνείου, Ξεν. Κυν. 1, 15· πρβλ. ἀρετὴ ἐν τέλει, καὶ Πολυδ. Αʹ, 20.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. piété :
1 respect et amour des dieux;
2 amour ou respect filial;
II. réputation de piété filiale.
Étymologie: εὐσεβής.

English (Strong)

from εὐσεβής; piety; specially, the gospel scheme: godliness, holiness.

English (Thayer)

εὐσεβείας, ἡ (εὐσεβής), reverence, respect; in the Bible everywhere piety toward God, godliness: ἡ κατ' εὐσέβειαν διδασκαλία, the doctrine that promotes godliness, κατά, II:3d.); ἡ ἀλήθεια ἡ κατ' εὐσέβειαν, the truth that leads to godliness, τό μυστήριον τῆς εὐσεβείας, the mystery which is held by godliness and nourishes it, Aeschylus, Sophocles, Xenophon, Plato, and following; often in Josephus; the Sept. πρός τόν Θεόν, Josephus, Antiquities 18,5, 2; (περί τό θεῖον) contra Apion 1,22, 2; εἰς Θεούς καί γονεας, Plato, rep. 10, p. 615c.) (Cf. Schmidt, chapter 181.)

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐσέβεια, Α και εὐσεβία και εὐσεβίη) ευσεβής
1. σεβασμός προς τον θεό, αναγνώριση της θεότητός του και τήρηση τών εντολών του («εὐσέβεια πρὸς τὸν Θεόν»)
2. βαθύς σεβασμός προς τους γονείς, δασκάλους κ.λπ. («ευσέβεια προς τους γονείς»)
μσν.
1. το σύνολο τών χριστιανών, η χριστιανοσύνη
2. το σύνολο τών ορθοδόξων, η ορθοδοξία
3. φρ. α) «γυρίζω τινὰ εἰς εὐσέβειαν» — οδηγώ κάποιον στην ορθή πίστη
β) «στρέφομαι εἰς τὴν εὐσέβειαν» — κλείνομαι σε μονή, γίνομαι μοναχός
γ) «ἄνθρωπος τῆς εὐσεβείας» — ιερωμένος
μσν.-αρχ.
1. ενάρετη ζωή, καλή διαγωγή
2. ορθή πίστη, ορθόδοξη πίστη (α. «Σταυρόν... σημεῖον εὐσεβείας» β. «τὸ κεφάλαιον τῆς τῶν Χριστιανῶν εὐσεβείας τὸ πιστεύειν τὸν μονογενῆ Θεόν», Γρηγ. Νύσσ.)
3. ως τιμητικό επίθετο Ρωμαίων ή Βυζαντινών αυτοκρατόρων (α. «ἡ Σὴ εὐσέβεια» β. «ἡ Ὑμετέρα εὐσέβεια»)
4. πληθ. αἱ εὐσέβειαι
πράξεις ευσεβείας, οι αγαθοεργίες («ευσεβείας παρέχων τοίς πένησιν»)
αρχ.
φήμη ή χαρακτηρισμός που προήλθε από ευσεβή διαγωγή.

Greek Monotonic

εὐσέβεια: ποιητ. εὐσεβία, ἡ,
1. σεβασμός απέναντι στους θεούς, θεοσέβεια, θρησκευτική πίστη, ευλάβεια, σε Τραγ.· εὐσ.Ζηνός, απέναντι σ' αυτόν, σε Σοφ.· πρὸς εὐσέβειαν = εὐσεβῶς, στον ίδ.· επίσης, όπως το Λατ. pietas, σεβασμός προς τους γονείς, σε Πλάτ.
2. τιμή, διάκριση ή φήμη λόγο ευσέβειας, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

εὐσέβεια: ἡ тж. pl.
1) благочестие, благоговение (Ζηνός Soph.; πρὸς θεούς Plat., Dem., εἰς θεούς Plat. и περὶ θεούς Plat., Isocr.): πρὸς εὐσέβειαν Soph. по благочестию, из благочестивых чувств; μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης Aesch. Арей, для которого нет ничего святого;
2) почтение, глубокое уважение (εἰς γονέας Plat.);
3) (тж. δόξα εὐσεβείας Xen.) слава сыновней или дочерней любви (εὐσέβειαν φέρειν ἐκ πατρός Soph.).

Middle Liddell


1. reverence towards the gods, piety, religion, Trag.; εὐς. Ζηνός towards him, Soph.; πρὸς εὐσέβειαν = εὐσεβῶς, Soph.:—also, like Lat. pietas, reverence towards parents, filial respect, Plat.
2. credit or character for piety, Soph. [from εὐσεβής

Chinese

原文音譯:eÙsšbeia 由-些卑阿
詞類次數:名詞(15)
原文字根:好-敬虔 相當於: (יִרְאָה‎)
字義溯源:敬虔,虔敬,虔誠;源自(εὐσεβής)=好-敬虔的);由(εὖ / εὖγε)=好)與(σέβω)*=敬虔)組成,而 (εὖ / εὖγε)出自(εὐρύχωρος)X*=美,善)。保羅給提摩太的書信中,說到神在肉身顯現就是敬虔,所以敬虔乃是基督徒信心生活的態度和表現。彼得在他的第二封書信中,也有類似的教導。比較: (θεοσέβεια)=敬虔
出現次數:總共(15);徒(1);提前(8);提後(1);多(1);彼後(4)
譯字彙編
1) 敬虔(12) 提前2:2; 提前3:16; 提前4:7; 提前4:8; 提前6:5; 提前6:6; 提前6:11; 多1:1; 彼後1:3; 彼後1:6; 彼後1:7; 彼後3:11;
2) 敬虔的(2) 提前6:3; 提後3:5;
3) 虔誠(1) 徒3:12

English (Woodhouse)

εὐσέβεια = holiness, piety, religiousness, reverence, righteousness, a clear conscience, religious devotion

⇢ Look up "εὐσέβεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)