Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκύλαξ

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: σκύλαξ Medium diacritics: σκύλαξ Low diacritics: σκύλαξ Capitals: ΣΚΥΛΑΞ
Transliteration A: skýlax Transliteration B: skylax Transliteration C: skylaks Beta Code: sku/lac

English (LSJ)

[ῠ], ᾰκος, ὁ, and (as always in Hom. and Hes.) ἡ,

   A young dog, puppy, Od.9.289, 12.86, Hes.Th.834; κύων ἀμαλῇσι περὶ σκυλάκεσσι βεβῶσα Od.20.14; in full, σ. κυνός Hdt.3.32: generally, dog, masc. in Pl.R.375a, 537a; fem. in Sophr. in Stud.Ital.10.123, E.Ba. 338, Pl.Prm.128c, X.Cyn.7.6; ᾅδου τρίκρανος σ., of Cerberus, S.Tr. 1098.    2 of other young animals, whelp, cub, ὀρεσκόων σκυλάκων πελαγίων τε E.Hipp.1276 (lyr.); ἄρκτου Luc.DMar.1.5; γαλέης Nic. Th.689; of a dolphin, Arion 1.8: metaph., of grammarians, Ζηνοδότου σκύλακες whelps of his litter, AP11.321 (Phil.).    II chain, Pl.Com.23; collar for the neck, Plb.20.10.8.    III σχῆμα ἀφροδισιακόν, Hsch.

German (Pape)

[Seite 907] ακος, ὁ u. ἡ, ein jedes junge Thier, bes. ein junger Hund, Od. 9, 289. 12, 86, wie es 20, 14 ausdrücklich heißt κύων ἀμαλῇσι περὶ σκυλάκεσσι βεβῶσα; bei Hom. immer fem., wie Hes. Th. 834; σκύλαξ κυνός, Her. 3, 32; übh. Hund, den Kerberus nennt Soph. Ἅιδου τρίκρανον σκύλακα, Tr. 1088; Eur. ὠμόσιτοι, Bacch. 338; Plat. αἱ λάκαιναι σκύλακες, Parm. 128 c, u. öfter; Xen. u. A. Bei Philp. 43 (IX, 321) heißen die Grammatiker σκύλακες Ζηνοδότου; – σιδηροῦς σκύλαξ περὶ τὸν τράχηλον, ein eisernes Halsband, catellus, Pol. 20, 10, 8; vgl. Poll. 10, 167, aus Plat. com.

Greek (Liddell-Scott)

σκύλαξ: [ῠ], -ᾰκος, ὁ, καὶ (ὡς ἀεὶ παρ’ Ὁμήρ. καὶ Ἡσ.) ἡ· - τὸ νεογνὸν τοῦ κυνός, «σκυλάκι», Λατ. catulus, Ὀδ. Ι. 289, Μ. 86, Ἡσ. Θεογ. 834· κύων ἀμαλῇσι περὶ σκυλάκεσαι βεβῶσα Ὀδ. Τ. 14· πλῆρες, σκ. κυνὸς Ἡρόδ. 3. 32· - καθόλου, κύων, ἀρσ. ἐν Εὐρ. Βάκχ. 338, Πλάτ. Πολ. 375Α, 537Α· θηλυκ. παρὰ Πλάτ. Παρμ. 128C, Ξεν. Κυν. 7, 6· ᾅδου τρίκρανος σκ., ὁ Κέρβερος, Σοφ. Τρ. 1098. 2) ἐπὶ τοῦ νεογνοῦ ἄλλων ζῴων ὡς τὸ σκύμνος, = νεογνὸν «μικρό», ὀρεσκόων σκυλάκων πελαγίων τε Εὐρ. Ἱππ. 1277· ἄρκτου Λουκ. Ἐνάλ. Διάλ. 1· 5· γαλέης Νικ. Θηρ. 689· τοῦ δελφῖνος, Ἀρίων Bgk. σ. 567· - οἱ γραμματικοὶ καλοῦνται σκύλακες Ζηνοδότου, τῆς φωλεᾶς τοῦ Ζηνοδ. σκυλάκια, ἐν Ἀνθ. Π. 11. 321. ΙΙ. ἅλυσις (πρβλ. canis, catellus, παρὰ Plaut.), Πλάτ. Κωμ. ἐν «Ἑλλάδι» 5· ἅλυσις ἢ κλοιὸς τοῦ τραχήλου, Πολύβ. 20. 10, 8· ὅθεν ὁ Hermst. διορθοῖ σκύλακα ἀντὶ κόρακα ἐν Λουκ. Νεκυομ. 11. ΙΙΙ. σχῆμα ἀφροδισιακόν, Ἡσύχ. (Πιθαν. ἐκ τῆς √ΣΚΥΛ, σκύλλω, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν σκυλάκων· πρβλ. Σκύλλα).

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ, ἡ)
1 jeune chien, chiot ; chien en gén.
2 p. ext. petit animal en gén. ;
3 nom d’un σχῆμα ἀφροδισιακόν selon Hesych. (levrette).
Étymologie: R. Σκυλ, déchirer ; v. σκύλλω.

English (Autenrieth)

ακος: whelp, puppy. (Od.)

Spanish

cachorro

Greek Monolingual

-ακος, ο, ΝΑ, θηλ. σκυλάκαινα και σκυλάκη, Α
(λόγιος τ.) νεογνό του σκύλου, μικρό σκυλάκι, κουτάβι
αρχ.
1. ο σκύλος ή η σκύλα («ὃν ὠμόσιτοι σκύλακες ἃς ἐθρέψατο διεσπάσαντο», Ευρ.)
2. ο Κέρβερος, ο μυθικός σκύλος και φύλακας του Άδη («τον θ' ὑπὸ χθονὸς Ἅδου τρίκρανον σκύλακ', ἀπρόσμαχον τέρας», Σοφ.)
3. το νεογνό κάθε ζώου («ὠκύδρομοι σκύλακες, φιλόμουσοι δελφῑνες», Αρίων)
4. αλυσίδα
5. περιλαίμιο («καὶ σκύλακα σιδηροῡν ἑκάστῳ περιθεῑναι περὶ τὸν τράχηλον», Πολ.)
6. (κατά τον Ησύχ.) «σχῆμα ἀφροδισιακόν»
7. μτφ. χαρακτηρισμός ανθρώπου που ακολουθεί πιστά κάποιον («σκύλακες Ζηνοδότου» — οι γραμματικοί της σχολής του Ζηνοδότου, Ανθ. Παλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται για εκφραστικό σχηματισμό < θ. σκυλ- + επίθημα -αξ, που απαντά συχνά σε ονόματα μικρών ζώων (πρβλ. σπάλ-αξ). Κατά μία άποψη, η λ. ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα skul- της ΙΕ ρίζας skuel «φλυαρώ, φωνάζω» και συνδέεται με το αρμ. cul «νεαρός ταύρος». Η άποψη αυτή θα ήταν πολύ πιθανή, αν δεν προσέκρουε σε σημασιολογικές δυσχέρειες. Κατ' άλλους, η λ. συνδέεται με τα λιθουαν. skalikas «κυνηγόσκυλο» και kalė «σκύλα». Έχει υποστηριχθεί επίσης η σύνδεση της λ. με το ρ. σκύζομαι «οργίζομαι, αγανακτώ», ενώ τέλος ο τ. συνδέεται πιθ. και με τα σκύμνος «μικρό ζώο, νεογνό» και σκύλλω «ξεσχίζω, κατασπαράσσω»].

Greek Monotonic

σκύλαξ: [ῠ], -ᾰκος, ὁ και ἡ (σκύλλω),
1. νεογέννητος σκύλος, κουτάβι, σκυλάκι, Λατ. catulus, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ.· γενικά, σκύλος, σε Σοφ. κ.λπ.
2. = σκύμνος, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκύλαξ -ακος, ὁ, ἡ, ep. dat. plur. σκυλάκεσσι jonge hond, puppy,; = σ. κυνός Hdt. 3.32.1; uitbr. hond:. Ἅιδου τρίκρανος σ. de driekoppige hond van Hades (Cerberus) Soph. Tr. 1098. alg. jong, welp.

Russian (Dvoretsky)

σκύλαξ: ᾰκος (ῠ) ὁ и ἡ (эп. dat. pl. σκυλάκεσσι)
1) щенок: κύων περὶ σκυλάκεσσι βεβῶσα Hom. собака, обхаживающая своих щенят;
2) собака Eur., Xen.: αἱ Λάκαιναι κύνες Plat. собаки лаконской породы;
3) детеныш (κυνός Her.; ἄρκτου Luc.): Ζηνοδότου σκύλακες шутл. Anth. детеныши, т. е. ученики (грамматика) Зенодота.

Frisk Etymological English

-ακος
Grammatical information: f., m.
Meaning: doggy, puppy (Od.), also whelp, cub in gen. (E. in lyr., Nic., Luc. a.o.); metaph. collar, neckband (Pl. Com., Plb.).
Compounds: Also 1. member a. o. in σκυλακο-τρόφος breeding dogs with -ία, -ικός (late).
Derivatives: 1. Dimin. σκυλάκ-ιον n. (IA.). 2. Fem. -αινα (AP), (Orph.). 3. Subst. -ῖτις f. protectress of σ., surname of Artemis (Orph.; Redard 212); -εύς m. = σκύλαξ (Opp.; rather metr. enlargement than bakformation from -εύω; cf. Bosshardt 71 and Kretschmer Glotta 11, 228). 4. Adj. -ειος of σ. (Hp., S. E.; Schmid -εος u. -ειος 51); -ώδης σ.-like' (X.); -ευτικός belonging to σ. (Ph.; analog. enlargement). 5. Verb -εύω of dogs act. to mate, to copulate (X., Arr.), pass. to be raised (Str., Max. Tyr.) with -εία f. dog-breeding (Plu., Poll.), -ευμα n. offspring (Epigr. ap. Plu., AP), -ευτής m. dogbreeder (Him.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: A word of the very large group of familiar and technical words in -αξ (cf. esp. μεῖραξ, δέλφαξ, πόρταξ etc., Chantraine Form. 377 ff.), σκύλαξ belongs first to σκύλ-ιον n. name of a shark (Arist.) and to σκύλλα fishname (Nic. Fr. 137 Schn.); s. Solmsen Wortforsch. 20 n. 1 (p. 21); to this, also w. expressive gemination, σκύλ(λ)ος = σκύλαξ, κύων (EM, H.) with σκυλλίς κληματίς H. (Strömberg Pfl.namen 31) and κύλλα σκύλαξ (κύλλας κύλαξ cod.). Ήλεῖοι H. -- Without certain non-Greek cognates. Nearest comes Arm. c'ul, gen. c'l-u joung bull (Meillet BSL 26, 20f.), IE *skul- or *skōl-. Diff. Persson BB 19, 275 ff. with Prellwitz: to Lith. skalȉkas barking hound (: skãlyti bark hunting) and kalė̃ bitch (s. also Fraenkel s. v.), to which after Persson also (quite improbable) from Germ. OWNo. skvaldra talk loudly, boast (Norw. also of dogs bark loudly), which however belongs first to OWNo. etc. skvala prop. stream rustling (from where talk loudly); s. WP. 1, 445 f. Still diff. Schwyzer KZ 37, 150 (to σκύζουσιν H.; s. σκυδμαίνω) and Osthoff Etym. parerga 1, 277 (s. Bq). -- Acc. to old assumption here also Σκύλλη, Att. Σκύλλα ("the bitch") name of the well-known sea-monster (Od.); s. Güntert Kalypso 176 w. n. 7; acc. to others to σκύλλω (Joh. Schmidt P.-W. II: 3, 658; against this Güntert l.c.). -- Cf. σκύμνος. -- The word could well be Pre-Greek.

Middle Liddell

σκύ˘λαξ, ακος, σκύλλω
1. a young dog, whelp, puppy, Lat. catulus, Od., Hes.:—generally, a dog, Soph., etc.
2. = σκύμνος, Eur.

Frisk Etymology German

σκύλαξ: -ακος
{skúlaks}
Grammar: f., m.
Meaning: Hündchen, junger Hund (seit Od.), auch Tierjunges im. allg. (E. in lyr., Nik., Luk. u.a.); übertr. ‘Halsband, -kette’ (Pl. Kom., Plb.).
Composita : Als Vorderglied u. a. in σκυλακοτρόφος Hunde züchtend mit -ία, -ικός (sp.).
Derivative: Davon 1. Demin. σκυλάκιον n. (ion. att.). 2. Fem. -αινα (AP), -η (Orph.). 3. Subst. -ῖτις f. ‘Beschützerin der σ.’, Beiname der Artemis (Orph.; Redard 212); -εύς m. = σκύλαξ (Opp.; eher metr. Erweiterung als Rückbildung aus -εύω; vgl. Bosshardt 71 und Kretschmer Glotta 11, 228). 4. Adj. -ειος ‘von σ.’ (Hp., S. E.; Schmid -εος u. -ειος 51); -ώδης ’σ.-ähnlich’ (X.); -ευτικός ‘zu σ. gehörig’ (Ph.; analog. Erweiterung). 5. Verb -εύω von Hunden Akt. sich paaren, begatten lassen (X., Arr.), Pass. großgezogen werden (Str., Max. Tyr.) mit -εία f. Hundezucht (Plu., Poll.), -ευμα n. Nachkomme (Epigr. ap. Plu., AP), -ευτής m. Hundezüchter (Him.).
Etymology : Zu der sehr großen Gruppe familiärer und technischer Wörter auf -αξ gehörig (vgl. bes. μεῖραξ, δέλφαξ, πόρταξ u.a.m. bei Chantraine Form. 377 ff.), reiht sich σκύλαξ zunächst an σκύλιον n. N. eines Haifisches (Arist.) und an σκύλλα Fischname (Nik. Fr. 137 Schn.); s. Solmsen Wortforsch. 20 A. 1 (S. 21); dazu, ebenfalls m. expressiver Gemination, σκύλ(λ)ος = σκύλαξ, κύων (EM, H.) mit σκυλλίς· κληματίς H. (Strömberg Pfl.namen 31) und κύλλα· σκύλαξ (κύλλας· κύλαξ cod.). Ἠλεῖοι H. — Ohne sichere außergr. Verwandte. Zunächst in Betracht kommt arm. c̣ul, Gen. c̣l-u junger Stier (Meillet BSL 26, 20f.), idg. *skul- od. *skōl-. Anders Persson BB 19, 275 ff. mit Prellwitz : zu lit. skalȉkas bellender Jagdhund ( : skãlyti jagend bellen) und kalė̃ Hündin (s. auch Fraenkel s. v.), wozu nach Persson noch (ganz unwahrscheinlich) aus dem Germ. awno. skvaldra laut reden, schwatzen (norw. auch von Hunden laut bellen), das aber zunächst zu awno. usw. skvala eig. rauschend strömen (woraus laut reden) gehört; s. WP. 1, 445 f. Noch anders Schwyzer KZ 37, 150 (zu σκύζουσιν H.; s. σκυδμαίνω) und Osthoff Etym. parerga 1, 277 (s. Bq). — Nach alter Annahme hierher noch Σκύλλη, att. Σκύλλα ("die Hündin") N. des bek. Meerungeheuers (seit Od.); s. Güntert Kalypso 176 m. A. 7; nach anderen zu σκύλλω (Joh. Schmidt P.-W. II: 3, 658; dagegen Güntert a. O.). — Vgl. σκύμνος.
Page 2,741-742