Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυπρός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: λυπρός Medium diacritics: λυπρός Low diacritics: λυπρός Capitals: ΛΥΠΡΟΣ
Transliteration A: lyprós Transliteration B: lypros Transliteration C: lypros Beta Code: lupro/s

English (LSJ)

ά, όν, (λυπέω, cf. λυπηρός)

   A distressful, wretched, poor, esp. of land, γαῖα Od.13.243, cf. Hdt.9.122, Arist.HA556a4; of plants, Thphr.CP2.4.5; λ. τροφαί ib.6; of base coin, dub. l. in Id.Char.4.11; μισθάριον D.L.10.4.    II = λυπηρός,    1 of persons, causing pain, offensive, ἐμοί γε λυπρός A.Eu.174 (lyr.); λ. φανῇ E.Med.301.    2 of states and conditions, painful, distressing, A.Pers.1034 (lyr.), E.Alc. 370, etc.; τὸ τούτων λ. Id.Supp.38; f.l. in A.Ch.835 (lyr.).    III Adv. -ρῶς, ἔφερεν aegre ferebat, E.Supp.898; λ. πράττειν Plu.Dio58; also λυπρὰ πράττειν Id.Cim.1.

Greek (Liddell-Scott)

λυπρός: -ά, -όν, (λυπέω, πρβλ. λυπηρὸς) ἐλεεινός, ἄθλιος, πτωχός, κυρίως ἐπὶ γῆς, ἄκαρπος, ἄγονος, ἄφορος, γαῖα Ὀδ. Ν. 243, πρβλ. Ἡρόδ. 9. 122, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 28, 4, Ruhnk. εἰς Τίμ. ἐν λέξ., (οὕτως οἱ Ῥωμαῖοι ἔλεγον laetus ἐπὶ πλουσίας εὐφόρου γῆς)· οὕτως ἐπὶ φυτῶν (πρβλ. τὸ τοῦ Οὐεργ. triste lupinum), Θεόφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 2. 4, 5· λ. τροφαὶ αὐτόθι 6· λ. ἀργύριον ὁ αὐτ. ἐν Χαρ. 4· μισθάριον Διογ. Λ. 10. 4. ΙΙ. = λυπηρός, 1) ἐπὶ προσώπων, προξενῶν πόνους, θλῖψιν, λύπην, ἐνοχλητικός, ἐμοί γε λυπρὸς Αἰσχύλ. Εὐμ. 174· λ. φανεῖ Εὐρ. Μήδ. 302. 2) ἐπὶ καταστάσεων καὶ περιστάσεων, λυπηρός, θλιβερός, Αἰσχ. Πέρσ. 1034, Χο. 835, Εὐρ. Ἄλκ. 370, κτλ.· τὸ λυπρὸν Εὐρ. Ἱκέτ. 38. ΙΙΙ. Ἐπίρρ., λυπρῶς ἔφερεν, aegre ferebat, αὐτόθι 898· λ. πράττειν Πλουτ. Δίων 58· ὡσαύτως, λυπρὰ πράττειν ὁ αὐτ. ἐν Κίμ. 1. - Καθ’ Ἡσύχ.: «λυπρῶς· εὐτελῶς. λυπηρῶς».

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 misérable, pauvre, chétif : γαῖα OD sol chétif;
2 qui cause du chagrin, pénible;
3 digne de pitié, pénible (vie, condition, etc.) : λυπρὰ πράττειν PLUT être dans une condition pénible.
Étymologie: λύπη.

English (Autenrieth)

sorry, poor, Od. 13.243†.

Greek Monolingual

λυπρός, -ά, -όν (AM)
1. (ιδίως για τη γη) άγονος, άφορος, άκαρπος
2. ευτελής, πενιχρός
αρχ.
1. φτωχός, ελεεινός, άθλιος
2. (για φυτό) ισχνός, αδύνατος, μη θαλερός
3. (για τροφή) αυτός που δεν έχει αρκετές θρεπτικές ουσίες, φτωχικός
4. (για πρόσ.) αυτός που ενοχλεί, ενοχλητικός, δυσάρεστοςκρείσσων νομισθεὶς λυπρὸς ἐν πόλει φανεῑ», Ευρ.)
5. (για καταστάσεις·) αυτός που προξενεί λύπη ή ενόχληση, λυπηρός, θλιβερός, πικρός («καὶ μὴν ἐγώ σοι πένθος ὡς φίλος φίλῳ λυπρὸν συνοίσω τῆσδε», Ευρ.).
επίρρ...
λυπρῶς (Α)
με τρόπο που προξενεί λύπη, λυπηρά («ἐκεῑ δὲ λυπρῶς πράττων καὶ κακῶς διατρέφων τοὺς μισθοφόρους ὑπὸ Λεπτίνου... ἀνῃρέθη», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λύπη + επίθημα -ρός, (πρβλ. λεπ-ρός, σαπ-ρός)].

Greek Monotonic

λυπρός: -ά, -όν (λυπέω
I. ελεεινός, άθλιος, πτωχός, κυρίως λέγεται για τη γη, άκαρπος, άγονος, άφορος, σε Ομήρ. Οδ., σε Ηρόδ.
II. 1. λέγεται για πρόσωπα, αυτός που προξενεί πόνο, δυσάρεστος, πικρός, ενοχλητικός, σε Αισχύλ., Ευρ.
2. λέγεται για καταστάσεις και περιστάσεις, λυπηρός, θλιβερός, σε Αισχύλ., Ευρ.
III. επίρρ., λυπηρῶς ἔφερεν, aegre ferebat, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

λυπρός:
1) тягостный, скорбный, мучительный (πένθος Eur.); печальный, тяжелый (ἡμέρα Eur.);
2) жалкий, бедный, скудный (γαῖα Hom.; μισθάριον Diog. L.).

Middle Liddell

λυπρός, ή, όν λυπέω
I. wretched, poor, sorry, of land, Od., Hdt.
II. of persons, causing pain, offensive, troublesome, Aesch., Eur.
2. of states and conditions, painful, distressing, Aesch., Eur.
III. adv., λυπρῶς ἔφερεν, aegre ferebat, Eur.