Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσθενής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἀσθενής Medium diacritics: ἀσθενής Low diacritics: ασθενής Capitals: ΑΣΘΕΝΗΣ
Transliteration A: asthenḗs Transliteration B: asthenēs Transliteration C: asthenis Beta Code: a)sqenh/s

English (LSJ)

ές,

   A without strength, weak,    1 in body, feeble, sickly, τοὺς ἀσθενέας τῆς στρατιῆς Hdt.4.135, cf. Hp.VM12; ἀσθενεῖ χρωτὶ βαίνων Pi.P.1.55, etc.; ὁ παντάπασιν ἀ. τῷ σώματι D.21.165; ἀ. περὶ τὸν ὀφθαλμόν Luc. Nigr.4; τοὺς ἀσθενεστάτους ἐς τὰς ταλαιπωρίας least able to bear hardship, Hdt.4.134; ἀσθενέστερος πόνον ἐνεγκεῖν too weak to... D.23.54. Adv. ἀσθενῶς, ἴσχειν Pl.Lg.659e, cf. OGI751.8 (Amblada, ii B.C.).    2 in mind, and the like, τὸ ἀ. τῆς γνώμης the weakness, Th. 2.61.    3 in power, weak, feeble, ἀ. δύναμις Hdt.7.9.ά, cf. 1.58; τέχνη δ' ἀνάγκης -εστέρα μακρῷ A.Pr.514; πόλιν ἑνὸς -εστέραν S.OC 1033; εἰς ὠφέλειαν ἀ. D.Ep.2.15.    4 in property, weak, poor, οἱ χρήμασιν ἀσθενέστεροι Hdt.2.88: abs., ὅ τ' ἀ. ὁ πλούσιός τε E.Supp. 433; οἱ ἀσθενέστεροι the weaker sort, i.e. the poor, X.Cyr.8.1.30, cf. Lys.1.2.    5 insignificant, οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστὴς Ἑλλήνων Hdt.4.95; paltry, ἀ. σόφισμα A.Pr.1011; of streams, petty, small, Hdt.2.25; of fluids, of small specific gravity, Id.3.23; ἐς ἀσθενὲς ἔρχεται comes to nothing, Id.1.120. Adv.-νῶς feebly, without energy, Pl. R.528b; on slight evidence, ἀπαγγέλλεσθαι Onos.Praef.: Comp. ἀσθενεστέρως, ἐπιθυμεῖν Pl.Phdr.255e; -έστερον Id.Chrm.172b; -έστερα Th.1.141.

German (Pape)

[Seite 370] ές (σθένος), kraftlos, schwach, χρώς Pind. P. 1, 55; Tragg. u. häufig in Prosa; unvermögend, arm, Ggstz πλούσιος Eur. Suppl. 433. 435; χρήμασι ἀσθενέστεροι Her. 2. 88; καὶ πένητες Plat. Rep. II, 364 a; Πυθαγόρας, Ἑλλήνων οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστής Her. 4, 95; καὶ ὀλίγοι Plat. Rep. IX, 571 b; der Ggstz ist gew. ἰσχυρός; auch niedrig, unbedeutend, Xen. Mem. 3, 7, 5; ἐν τῷ ἀσθενεστάτῳ εἶναι, sehr geschwächt sein. Thuc. 3, 52; adv. ἀσθενῶς, Plat.; διακεῖσθαι Poll. 1, 19, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσθενής: -ές, ὁ ἄνευ σθένους, δυνάμεως, ἀδύνατος, Λατ. infirmus: ἐντεῦθεν κατὰ διαφόρους σχέσεις, 1) κατὰ τὸ σῶμα ἢ τὸν ὀργανισμόν, ἀδύνατος, ἀσθενικός, φιλάσθενος, καχεκτικός, τοὺς ἀσθενέας τῆς στρατιῆς Ἡρόδ. 4. 135, πρβλ. Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 12, Πινδ. Π. 1. 106, κτλ.· ὁ παντάπασιν ἀσθενὴς τῷ σώματι Δημ. 567. 25· ἀσθενεστάτους ἐς τὰς ταλαιπωρίας, τοὺς ἀνικανωτάτους νὰ ὑποστῶσι ταλαιπωρίας, Ἡρόδ. 4. 134· ἀσθενέστερος πόνον ἐνεγκεῖν, παρὰ πολὺ ἀδύνατοςὥστε νὰ ὑποστῇ κόπον, Δημ. 637. 18· ὡσαύτως, ἀσθ. εἰς ὠφέλειαν ὁ αὐτ. 1471. 4: = Ἐπίρρ., ἀσθενῶς, ἀσθενῶς ἴσχειν Πλάτ. Νόμ. 659Ε. 2) κατὰ τὸν νοῦν καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸ ἀσθενὲς τῆς γνώμης, ἡ ἀδυναμία, Θουκ. 2. 61. 3) κατὰ τὴν δύναμιν, ἀνάξιος λόγου, μικρός, τῶν ἐπιστάμεθα μὲν τὴν μάχην, ἐπιστάμεθα δὲ τὴν δύναμιν ἐοῦσαν ἀσθενέα Ἡρόδ. 7. 9, 1, πρβλ. 1. 58, Αἰσχύλ. Πρ. 514, Σοφ. Ο.Κ. 1033. 4) ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν, ἀδύνατος, ἄπορος, πτωχός, οἱ χρήμασιν ἀσθενέστεροι Ἡρόδ. 2. 88· ἀπολ., ὅ τ’ ἀσθενὴς ὁ πλούσιός τε Εὐρ. Ἱκ. 434, πρβλ. Λυσίαν 92. 2· οἱ ἀσθενέστεροι, οἱ κατώτεροι, οἱ ὑποδεέστεροι, οὕτω μᾶλλον οἵ γε ἀσθενέστεροι ἐθέλουσιν οὐδὲν ὑβριστικὸν ποιοῦντες φανεροὶ εἶναι Ξεν. Κύρ. 8. 1, 30. 5) ἀσήμαντος, οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστὴς Ἑλλήνων Ἡρόδ. 4. 95· οὕτω, ἀσθενὲς σόφισμα, οὐδενὸς ἄξιον, Αἰσχύλ. Πρ. 1011· ἐπὶ ποταμῶν ὅταν ἔχωσιν ὀλίγον ὕδωρ, τοῦ δὲ θέρεος, τῶν τε ὄμβρων ἐπιλειπόντων αὐτοὺς καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἑλκόμενοι ἀσθενέες εἰσὶ Ἡρόδ. 2. 25· ἐπὶ ὕδατος, ὀλίγον ἔχον εἰδικὸν βάρος, ἀραιόν, ἐλαφρόν, ἀσθενὲς δὲ τὸ ὕδωρ τῆς κρήνης ταύτης…, ὥστε μηδὲν οἷόν τε εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιπλώειν μήτε ξύλον μήτε τῶν ὄσα ξύλου ἐστὶ ἐλαφρότερα ὁ αὐτ. 3. 23: ἐπὶ συμβεβηκότος, καὶ τὰ γε τῶν ὀνειράτων ἐχόμενα τελέως ἐς ἀσθενὲς ἔρχεται, εἰς τὸ τέλος καταντῶσιν εἰς μηδέν, ὁ αὐτ. 1. 120: ― οὕτως, ἐπίρρ. -ῶς, ἐλαφρῶς, ὀλίγον, Πλάτ. Πολ. 528Β· καὶ συγκρ. ἀσθενεστέρως ἐπιθυμεῖν ὁ αὐτ. Φαῖδρ. 255Ε· ἀλλὰ καὶ -έστερον ὁ αὐτ. Χαρμ. 172Β· καὶ παρὰ Θουκ. 1. 141 -έστερα.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 faible de corps, chétif, maladif;
2 faible d’esprit;
3 sans pouvoir, sans crédit;
4 sans fortune, pauvre;
5 sans valeur (orateur, discours, etc.) ; en parl. d’événements ἐς ἀσθενὲς ἔρχεσθαι HDT se réduire à peu de chose ou à rien;
6 avec idée de quantité peu abondant, peu fréquent;
Cp. ἀσθενέστερος, Sp. ἀσθενέστατος.
Étymologie: ἀ, σθένος.

English (Slater)

ἀσθενής
   1 sickly, weak ἀσθενεῖ μὲν χρωτὶ βαίνων sc. Philoktetes (P. 1.55)

Spanish (DGE)

-ές
I de la naturaleza anim.
1 débil corporalmente, de soldados, Hdt.4.134, ἐκεῖνος ἀσθενέστερος ἦν τὸν ὑπὲρ τῆς νίκης ἐνεγκεῖν πόνον D.23.54, de mujeres τὸ περὶ ἡμᾶς τῆς φύσεως ἀσθενές POxy.2713.9, γυνή POxy.1120.12 (III d.C.), χεῖρες Plu.2.16e, μέλη D.P.Au.2.20, λύκος VDI 1986(2).26 (Berezan VI a.C.), de aves οἱ ἀσθενεῖς βουδῦται D.P.Au.3.2, de buitres μέχρις ἄν τις αὐτῶν τοὺς ἀσθενεστέρους αὖθις ἀποδιώξῃ D.P.Au.1.5, c. dat. τοῖς ὄμμασιν PWisc.3.23, τῷ σώματι PWisc.3.29 (III d.C.)
fig. ψυχή Hp.Vict.1.28.
2 enfermo ἀ. χρωτὶ βαίνων Pi.P.1.55
subst. ὁ ἀ. el enfermo Hp.VM 12
fig. ὡς ἀσθενέστατα ποιῆσαι τὰ Σάμια πράγματα hacer que los asuntos de los samios empeoren al máximo Hdt.3.146
de pers. impotente, incapaz οἱ δοῦλοι E.Hec.798, τὸ δοῦλον E.Io 983.
3 postrado ὑπὸ τῆς νόσου καὶ τῆς ἑνδείας Plb.1.19.1.
II de la naturaleza inanimada
1 de cosas físicas poco sólido, que no tiene consistencia ξύλα Hdt.4.201, de una roca, Herm.Sim.9.8.4, 6, ὕδωρ agua delgada o fina Hdt.3.23, πνεῦμα Archyt.B 1, ποταμοί Hdt.2.25
fig. que no tiene consistencia τὸ δοκεῖν Gorg.B 26, τὸ σωματικὸν πρὸς τὸ ὄντως ὂν ἀσθενὲς καὶ ἀδύναμον Porph.Sent.35, συλλαβὴ ... λίαν ἀ. Aristid.Quint.43.16.
2 de ciu., países, etc. débil militarmente Ἑλλάς Hdt.6.106, πόλις S.OC 1033.
3 débil, mediocre de abstr. εὐθηλέοντα ... ἀσθενέα mediocres satisfacciones Democr.B 276, δύναμις Hdt.7.9α, σόφισμα A.Pr.101.1, λόγος Hp.de Arte 6, συγκατάθεσις Chrysipp.Stoic.3.41, τὸ ἀπροαίρετον Porph.Sent.32
insignificante αἰὼν βροτοῖς E.Fr.813, de los sueños τελέως ἐς ἀσθενὲς ἔρχεται al final resulta que no son nada Hdt.1.120, μικρὰν ἔχε καὶ ἀσθενῆ τιμὴν <ἡ> ἡδονή Plu.2.990d
de alimentos suave, poco efectivo σιτία Hp.Aff.50
de infusiones flojo ῥόφημα ... ἀσθενέστατον ... τὸ ἀπὸ κάχρυδος Dieuch.15.47, βόρμος ... πτισάνης ἀσθενέστερος καὶ ἡδίων Dieuch.15.53.
4 económicamente débil, pobre χρήμασι Hdt.2.88, abs. ὅ τ' ἀ. ὁ πλούσιος τε E.Supp.433, οἱ ἀσθενέστεροι X.Cyr.8.1.30, Lys.1.2
miserable 1Ep.Cor.4.10.
III adv. -ῶς débilmente, con falta de energía ἀ. ἐπιθυμεῖν Pl.Phdr.255e, ἀ. καὶ κακῶς ἕκαστα πράττειν Chrysipp.Stoic.3.124, de donde ἀ. ἴσχειν o ἔχειν estar enfermo Pl.Lg.659e, Dieuch.15.2, Orib.2.68.3, ἀσθενεστέρως διακεῖσθαι estar en inferioridad Aen.Tact.2.8
sin suficiente consistencia ἀ. ἀπαγγέλλεσθαι Onas.Praef.

• Etimología: Deriv. de σθένος q.u. y ἀ- priv. c. diversos deriv., cf. ἀσθένεια, etc.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and the base of σθενόω; strengthless (in various applications, literal, figurative and moral): more feeble, impotent, sick, without strength, weak(-er, -ness, thing).

English (Thayer)

ἀσθενές (τό σθένος strength), weak, infirm, feeble; (from Pindar down);
a. universally: τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ, the act of God in which weakness seems to appear, viz. that the suffering of the cross should be borne by the Messiah, μέλος, ἀσθενέω), L T Tr WH, feeble, sick: R G L marginal reading, 43 f; L Tr brackets; 1 Corinthians 11:30.

Greek Monolingual

-ές (AM ἀσθενής, -ές)
1. ο άρρωστος
2. ο αδύναμος
αρχ.
1. ο άπορος, ο φτωχός («ὅ τ' ἀσθενὴς ὅ τε πλούσιος»)
2. ο ασήμαντος
3. το ουδ. ως ουσ. η αδυναμία («τὸ ἀσθενὲς τῆς γνώμης»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < α-στερ. + -σθενής < σθένος. Η λ. ασθενής ήταν σε ευρεία χρήση στον πεζό λόγο, και, ενώ αρχικά σήμαινε τον φτωχό και τον ασήμαντο, έπειτα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει «αυτόν που δεν έχει σημαντικές δυνάμεις, τον αδύναμο», και αργότερα κατ' ευφημισμό «τον άρρωστο» (πρβλ. άρρωστος).
ΠΑΡ. ασθένεια, ασθενικός, ασθενώ (Ι)
αρχ.
ασθενώ (ΙΙ).
ΣΥΝΘ. (α' συνθετικό) αρχ. ασθενοποιός, ασθενόρριζος, ασθενόψυχος
μσν.
ασθενογενής
νεοελλ.
ασθενοφόρος
(β' συνθετικό) αρχ. εξασθενής, υπερασθενής
νεοελλ.
νευρασθενής, φιλάσθενος, ψυχασθενής).

Greek Monotonic

ἀσθενής: -ές (σθένος
I. 1. αυτός που δεν έχει δύναμη, αδύναμος, άτονος, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ἀσθενέστερος πόνον ἐνεγκεῖν, πάρα πολύ αδύνατος ώστε να υποστεί πόνο, σε Δημ.· τὸ ἀσθενές = ἀσθένεια, σε Θουκ.
2. λέγεται ως προς την περιουσία, αδύναμος, φτωχός, άπορος, σε Ηρόδ., Ευρ.· οἱ ἀσθενέστεροι, οι φτωχοί, σε Ξεν.
3. ασήμαντος, οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστής, σε Ηρόδ.· λέγεται για ποτάμια, μικρός, μηδαμινός (αυτός που έχει λίγο νερό), στον ίδ.
II. επίρρ., ἀσθενῶς, ελαφρώς, λίγο, σε Πλάτ.· συγκρ. -έστερον ή -έστερα, στον ίδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἀσθενής:
1) слабый, слабосильный (δύναμις Her.; τῷ σώματι Dem.);
2) бессильный, неспособный (εἰς ταλαιπωρίην Her.; πόνον ἐνεγκεῖν Dem.);
3) бедный, неимущий (χρήμασιν Her.; ἀ. καὶ πένης Plat.);
4) ничтожный, жалкий (σοφιστής Her.; σόφισμα Aesch.);
5) мелкий, маловодный (ποταμός Her.);
6) легковесный, низкого удельного веса (ὕδωρ Her.).

Middle Liddell

σθένος
I. without strength, weak, feeble, weakly, Hdt., etc.; ἀσθενέστερος πόνον ἐνεγκεῖν too weak to bear labour, Dem.:— τὸ ἀσθενὲς = ἀσθένεια, Thuc.
2. of property, weak, poor, Hdt., Eur.; οἱ ἀσθενέστεροι the weaker sort, i. e. the poor, Xen.
3. insignificant, οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστής Hdt.; of streams, petty, small, Hdt.
II. adv. ἀσθενῶς, feebly, slightly, Plat.: comp. -έστερον or -έστερα Plat., Thuc.

Chinese

原文音譯:¢sqen»j 阿-士帖尼士
詞類次數:形容詞(25)
原文字根:不-穩固 相當於: (אֻמְלַל‎) (חָלָה‎) (עָנִי‎) (רָזֶה‎) (רָפֶה‎)
字義溯源:無力,軟弱的,有病的,病人,病,殘疾,懦弱;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(σθενόω)=加給力量)組成;而 (σθενόω)出自(σητόβρωτος)X*=體力)。參讀 (ἀρρωστέω / ἄρρωστος)比較
出現次數:總共(25);太(3);可(1);路(1);徒(3);羅(1);林前(11);林後(1);加(1);帖前(1);來(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 軟弱(6) 太26:41; 羅5:6; 林前1:25; 林前4:10; 林前8:7; 來7:18;
2) 軟弱的人(4) 林前9:22; 林前9:22; 林前9:22; 帖前5:14;
3) 軟弱的(4) 林前1:27; 林前8:10; 林前11:30; 彼前3:7;
4) 病人(3) 路10:9; 徒5:15; 徒5:16;
5) 較軟弱的(1) 林前12:22;
6) 軟弱無力(1) 林後10:10;
7) 懦弱(1) 加4:9;
8) 殘疾(1) 徒4:9;
9) 病了(1) 太25:44;
10) 軟弱了(1) 可14:38;
11) 我病了(1) 太25:43;
12) 軟弱人的(1) 林前8:9